Το «Babylon Berlin» μόλις λάνσαρε τον πέμπτο κύκλο του και είναι πιο επίκαιρο από ποτέ
Το γερμανικό νεο-νουάρ ήρθε για να μείνει σ' αυτή την υπέροχη σειρά, που ξεκίνησε το 2017 και τώρα, με τον πέμπτο και τελευταίο κύκλο της, ολοκληρώνεται.
Το «Babylon Berlin» έπεσε στην προσοχή μου πριν από χρόνια, κατά την πανδημία, όταν διένυε τον τρίτο κύκλο του. Στην αρχή το σνόμπαρα, έλεγα «σιγά, πόσο καλή μπορεί να είναι μια γερμανική σειρά εποχής;». Η απάντηση είναι: πάρα πολύ καλή μπορεί να είναι και το καταλαβαίνεις από το πρώτο επεισόδιο. Φωτογραφία, σκηνοθεσία, ατμόσφαιρα, πλοκή, καστ, όλα συνθέτουν ένα κομψοτέχνημα που σε διακτινίζει αμέσως στο Βερολίνο του ’30, στην εποχή όπου το ναζιστικό παραλήρημα έχτιζε τον ιστό του. Τώρα, σχεδόν δέκα χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση, το «Babylon Berlin» επιστρέφει για τον πέμπτο και τελευταίο του κύκλο και τι ειρωνεία, αλήθεια, μια σειρά που ξεκίνησε κοιτάζοντας προς το παρελθόν καταλήγει σήμερα να μοιάζει όλο και περισσότερο με προειδοποίηση για το παρόν.
Η πέμπτη σεζόν έκανε πρεμιέρα στις 10 Σεπτεμβρίου στην ARD Mediathek και αποτελείται από οκτώ επεισόδια. Η ιστορία έχει φτάσει πια στο 1933, στις τελευταίες εβδομάδες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, όπου ο Χίτλερ έχει διοριστεί καγκελάριος και το Βερολίνο βρίσκεται στο κατώφλι της μεγαλύτερης πολιτικής καταστροφής της σύγχρονης γερμανικής ιστορίας. Η σειρά ολοκληρώνεται λίγο πριν και γύρω από την πυρκαγιά του Ράιχσταγκ, σε εκείνες τις ημέρες όπου η δημοκρατία αρχίζει να καταρρέει.

Στο επίκεντρο βρίσκονται ο αστυνομικός επιθεωρητής Γκερεόν Ραθ (τον υποδύεται ο Volker Bruch), και η Σάρλοτ Ρίτε ή Λότε (την υποδύεται η Liv Lisa Fries). Αυτή τη φορά η Σάρλοτ ερευνά μια σειρά δολοφονιών πρώην στρατιωτών, μια υπόθεση που οδηγεί σε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο αρχείο σχετικά με τον Χίτλερ και το παρελθόν του στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Γκερεόν, εν τω μεταξύ, εξαφανίζεται και η Σάρλοτ βρίσκεται μπλεγμένη ακόμη βαθύτερα σε ένα πολιτικό παιχνίδι όπου πλέον δεν διακυβεύεται απλώς η λύση μιας υπόθεσης, αλλά η ίδια η επιβίωση μιας δημοκρατίας.
Για να καταλάβει κανείς γιατί αυτό έχει σημασία, πρέπει να θυμηθεί από πού ξεκίνησε η σειρά. Το «Babylon Berlin» μάς σύστησε το Βερολίνο του 1929, μια πόλη αντιθέσεων. Από τη μία, τζαζ, καμπαρέ, νυχτερινή ζωή, σεξουαλική απελευθέρωση, τέχνη, νέες ιδέες και μια κοινωνία που έμοιαζε να σπάει κάθε προηγούμενο καλούπι. Από την άλλη, φτώχεια, πολιτική βία, τραυματισμένοι βετεράνοι του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εγκληματικότητα, οικονομική ανασφάλεια και μια δημοκρατία που δεν είχε προλάβει να αποκτήσει βαθιές ρίζες.
Διαβάστε επίσης

Ο Γκερεόν έφτασε από την Κολωνία στο Βερολίνο κουβαλώντας τα δικά του τραύματα από τον πόλεμο, ενώ η Σάρλοτ προσπαθούσε να ξεφύγει από τη φτώχεια και την κοινωνική θέση στην οποία είχε γεννηθεί. Οι δυο τους έγιναν σταδιακά το συναισθηματικό κέντρο της σειράς, μέσα σε έναν κόσμο όπου οι προσωπικές ιστορίες μπλέκονται διαρκώς με τις μεγάλες ιστορικές εξελίξεις. Στους πρώτους κύκλους είδαμε τις παράλληλες ζωές τους να διασταυρώνονται με συνωμοσίες, εγκληματικές οργανώσεις, πολιτικούς και στρατιωτικούς μηχανισμούς, κομμουνιστές, ακροδεξιές ομάδες και ανθρώπους που ήδη αντιλαμβάνονταν ότι κάτι πολύ σκοτεινό ερχόταν.
Η σειρά δείχνει πώς «ο ναζισμός ανέβηκε στην εξουσία», αλλά το μεγάλο της κατόρθωμα είναι ότι σε κάνει να βλέπεις πώς μια κοινωνία φτάνει μέχρι εκεί. Ο πρώτος κύκλος σε παρασύρει στον πειρασμό του Βερολίνου, ο δεύτερος αρχίζει να σου δείχνει τις ρωγμές, ο τρίτος φέρνει την οικονομική κρίση, την πολιτική πόλωση και την ενίσχυση των ακραίων δυνάμεων ακόμη πιο κοντά, ο τέταρτος σκοτεινιάζει αισθητά με τη ναζιστική ιδεολογία να μην βρίσκεται πλέον στο περιθώριο αλλά να εισχωρεί όλο και βαθύτερα στην καθημερινότητα και στους θεσμούς, και τώρα, ήρθε η πέμπτη σεζόν για να μας θυμίσει ότι κάποια στιγμή η ιστορία σταματά να αφήνει περιθώρια για αναβολές. Αυτό είναι και το σημείο όπου το «Babylon Berlin» γίνεται ανατριχιαστικά σύγχρονο.

Ήδη από την πρώτη του σεζόν, ξένοι κριτικοί είχαν επισημάνει την επικαιρότητα της σειράς, γράφοντας για ένα πολιτικό τοπίο όπου η λαϊκιστική δεξιά κέρδιζε έδαφος, σε μια Ευρώπη που δεν έμοιαζε τόσο μακρινή από εκείνη της Βαϊμάρης. Σήμερα αυτή η παρατήρηση ακούγεται ακόμη πιο δυνατά. Σε πρόσφατο αφιέρωμά του για το τέλος της σειράς, ο Guardian σημειώνει ότι, στα χρόνια που χρειάστηκαν για να ολοκληρωθεί το «Babylon Berlin», δημοκρατίες από τις ΗΠΑ μέχρι την Ουγγαρία και τη Νότια Κορέα βρέθηκαν αντιμέτωπες με νέες πιέσεις, ενώ οι ίδιοι οι δημιουργοί βλέπουν πλέον με διαφορετικό μάτι τους παραλληλισμούς ανάμεσα στη Βαϊμάρη και τη σημερινή εποχή.
Είναι λάθος να πούμε ότι ζούμε ξανά το 1933, αυτό θα ήταν ιστορικά απλουστευτικό και επικίνδυνο. Η σύγχρονη κοινωνία έχει πολύ διαφορετικά δεδομένα από το Βερολίνο του 30. Υπάρχει όμως κάτι που επανέρχεται και συνοψίζεται στο κλίμα δυσαρέσκειας και φόβου, στην οικονομική ανασφάλεια, στη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, στην πολιτική πόλωση και στην ευκολία με την οποία οι ακραίες δυνάμεις μπορούν να μετατρέψουν τον θυμό σε πολιτικό κεφάλαιο. Το έχουμε δει και στην Ελλάδα με τη Χρυσή Αυγή που κατάφερε μέσα στην οικονομική κρίση να μπει στη Βουλή και να αποκτήσει σημαντική πολιτική επιρροή, πριν καταδικαστεί ως εγκληματική οργάνωση. Αλλά και στη Γερμανία, η άνοδος της AfD δείχνει ότι η συζήτηση δεν ανήκει στο παρελθόν. Το κόμμα ήρθε δεύτερο στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025 με 20,8%, ενώ η πολιτική του επιρροή συνεχίζει να αυξάνεται.
Διαβάστε επίσης

Η σειρά γίνεται ανατριχιαστικά επίκαιρη γιατί μας θυμίζει πόσο εύκολα μπορεί μια δημοκρατία να θεωρήσει τον εαυτό της ασφαλή. Και βέβαια, είναι και το τηλεοπτικό της επίτευγμα που δεν μπορεί να περάσει ασχολίαστο. Το να γυρίσεις μια παραγωγή εποχής είναι ένας εφιάλτης. Δεν αρκεί να βάλεις τους ηθοποιούς σε παλιά ρούχα και να τους πετάξεις μέσα σε ένα σκηνικό που θυμίζει Βερολίνο, πρέπει να ξαναφτιάξεις έναν ολόκληρο κόσμο και το «Babylon Berlin» το έκανε σε τεράστια κλίμακα. Για τις ανάγκες της πρώτης περιόδου κατασκευάστηκαν ολόκληροι δρόμοι στα στούντιο του Babelsberg, ενώ η παραγωγή απέκτησε φήμη για την εμμονή της στη λεπτομέρεια. Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος της παραγωγής, αρκεί να πούμε ότι χρειάστηκε σχεδόν δέκα χρόνια, 48 επεισόδια, περισσότερες από 500 ημέρες γυρισμάτων, περίπου 400 ηθοποιούς και 17.000 κομπάρσους.
Και μετά υπάρχουν οι ερμηνείες. Ο Volker Bruch ερμηνεύει εξαιρετικά έναν άνθρωπο που κουβαλάει το τραύμα του πολέμου και την προσωπική του ενοχή, ενώ η Liv Lisa Fries είναι το μεγάλο όπλο της σειράς. Η Λότε της παρακολουθεί την ιστορία να εξελίσσεται και ταυτόχρονα είναι το απόλυτο παράδειγμα γυναικείας ενδυνάμωσης, καταφέρνοντας να βρει θέση σε μια κοινωνία που δεν είναι φτιαγμένη για να της την προσφέρει, και μάλιστα σε ανδροκρατούμενους χώρους.

Το μοναδικό παράπονο που μπορεί κανείς να έχει από το «Babylon Berlin» είναι ότι μερικές φορές θέλει να πει πάρα πολλά, αλλά ακόμη κι αυτό είναι μέρος της γοητείας του. Είναι και αστυνομικό, είναι ιστορικό δράμα, και πολιτικό θρίλερ, και μια κοινωνική τοιχογραφία περασμένη μέσα από το φίλτρο του νεο-νουάρ. Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι μια ιστορία για ανθρώπους που προσπαθούν να ζήσουν τη ζωή τους ενώ γύρω τους αλλάζει ο κόσμος.
Οι κριτικές για το φινάλε αναγνωρίζουν ότι η σειρά παραμένει εντυπωσιακή οπτικά και παραγωγικά, αν και ορισμένοι θεωρούν ότι η πολιτική ιστορία καταλαμβάνει τόσο πολύ χώρο ώστε αφήνει λιγότερη ανάσα στις προσωπικές ιστορίες. Άλλοι, αντίθετα, θεωρούν ότι αυτή η σκοτεινότερη κατεύθυνση είναι η φυσική κατάληξη μιας πλοκής που δεν μπορούσε πια να προσποιείται ότι το πάρτι θα κρατήσει για πάντα. Ίσως αυτό είναι το σωστό τέλος για μια σειρά αξιώσεων.

Το «Babylon Berlin» ξεκίνησε με χορό και μουσικές, σε μια πόλη που έμοιαζε να μην κοιμάται ποτέ. Τελειώνει όταν τα φώτα αρχίζουν να σβήνουν και αυτό είναι το πιο δυνατό πράγμα που μπορεί να σου αφήσει μια σειρά σαν κι αυτή, την αίσθηση ότι η ιστορία δεν χτυπάει την πόρτα πριν μπει. Βρίσκεται ήδη μέσα στο δωμάτιο όσο εμείς συνεχίζουμε να χορεύουμε.
Διαβάστε επίσης