Ο Ανδρέας, η τσατσάρα και ο μασέρ

Ο Ανδρέας, η τσατσάρα και ο μασέρ

Το παλιό ορθόδοξο ΠΑΣΟΚ έχει πια πάρει διάσταση meme. Σε αυτό το επεισόδιο το ΚΛΙΚ γυρνά στις εποχές προ Δήμητρας Λιάνη και σκιαγραφεί το προφίλ και τις μικρές αδυναμίες του ηγέτη που σημάδεψε έναν ολόκληρο λαό. Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.

Ορισμένοι είναι έτοιμοι να πέσουν από το μπαλκόνι αν τους το ζητήσει, ενώ άλλοι μπορούν να σπάσουν την τηλεόραση τους, αν τον δουν να εμφανίζεται στην οθόνη. Χαρισματικός ηγέτης, διεθνούς διαμετρήματος για τους μεν, ανυπόληπτος πολιτικός που σπρώχνει τη χώρα προς την καταστροφή για τους δε. Τελικά, ο Ανδρέας Παπανδρέου είναι η προσωποποίηση του δόκτορα Τζέκυλ ή του Μίστερ Χάιντ; Ή μήπως είναι ένας άνθρωπος που έχει, όπως όλοι, τα προτερήματα και τα ελαττώματά του; Ένα προσωπικό πορτρέτο του σημερινού πρωθυπουργού, με λεπτομέρειες από την καθημερινή του ζωή, ίσως βοηθάει στη λύση του προβλήματος.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ των Ηνωμένων Πολιτειών υπήρχε ένας καθηγητής αρκετά διαφορετικός από τους υπόλοιπους: παρ’ ότι ήταν εξαιρετικά απασχολημένος, λόγω και των πολιτικών του δραστηριοτήτων, απέφευγε συστηματικά να διδάσκει το ίδιο μάθημα ή το ίδιο μάθημα με τον ίδιο τρόπο. Από παράδοση (του ίδιου θέματος) σε παράδοση, φρόντιζε να αλλάξει πολλά σημεία, προσαρμόζοντας αυτά που έλεγε στο επίπεδο και τις απαιτήσεις του φοιτητικού κόσμου. Παρ’ ότι είχε γράψει ορισμένα βιβλία, θέλησε ποτέ να συστήσει στους φοιτητές του να τα αγοράσουν, και ούτε καν τα ανέφερε. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, για τους δύστυχους εκείνους που είχαν αναγκαστεί να παρακολουθήσουν το μάθημά του για δεύτερη χρονιά, ο καθηγητής δε χρησιμοποιούσε καθόλου τις σημειώσεις του περασμένου έτους, ενώ σύστηνε κάθε φορά και διαφορετική βιβλιογραφία.

Μερικά χρόνια αργότερα, το 1974, ο ίδιος καθηγητής Ανδρέας Παπανδρέου ξαναγυρνούσε στην Ελλάδα, αμέσως μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Σε διάστημα 7 περίπου χρόνων, είχε μιλήσει σε πάνω από διακόσιες κομματικές συγκεντρώσεις, συσκέψεις και συνεστιάσεις σ’ όλη την Ελλάδα. Το κοινό χαρακτηριστικό αυτών των συνεχών ομιλιών, ήταν ότι προσπαθούσαν να είναι… διαφορετικές η μία από την άλλη.

Ο ομιλητής φρόντιζε κάθε φορά, να προσαρμόζεται στο κοινό του, μιλώντας για τα ιδιαίτερα προβλήματα του κλάδου ή της περιοχής, προχωρώντας σε αντίστοιχες εξαγγελίες ή και προσπαθώντας να εφεύρει κάτι καινούργιο. Από χρόνο σε χρόνο, το περιεχόμενο των λόγων διέφερε ουσιαστικά. Έτσι δεν μπορούσε κανείς να βασίζεται τόσο στα αρχεία με τους λόγους της περασμένης χρονιάς, όσο στις «σημειώσεις» που θα κρατούσε από το τρέχον μάθημα.

Το ίδιο γοργή ήταν και η αλλαγή της βιβλιογραφίας: τον πρώτο καιρό μετά την πτώση της δικτατορίας, ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ κουβαλούν πάντα στην τσάντα του και συμβουλεύονταν συχνά το «Δημοκρατικό Συγκεντρωτισμό», ένα βιβλίο του Μάο Τσε Τουνγκ, ενώ χρησιμοποιούσε συχνά «τσιτάτα» από το θεωρητικό του «Τρίτου Κόσμου», το Σαμίρ Αμίν. Συχνά πυκνά προχωρούσε σε καταγγελίες εναντίον της ΕΟΚ, του ΝΑΤΟ ή της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, για να προχωρήσει σε πιο μετριοπαθείς διαπιστώσεις, ή και να διαφοροποιήσει τις θέσεις του μερικά χρόνια αργότερα. Δυστυχείς παρέμεναν οι ακροατές του, που δε φρόντιζαν να προσαρμοστούν στις διαφοροποιήσεις αυτές, αλλά επέμεναν να πιστεύουν τα παλιά. Οι μεν πολιτικοί του αντίπαλοι ευρίσκοντο κάθε τόσο προ εκπλήξεων, με αποτέλεσμα να χάνουν το παιχνίδι, ενώ στάσιμα παρέμεναν τα κομματικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ τα οποία είχαν προσκολληθεί στις παλιές δοξασίες. Ορισμένα απ’ αυτά χρειάστηκε ν’ αποβληθούν από την τάξη, για να διαβάσουν ή να επιστρέψουν με τον… κηδεμόνα τους. Ο τρόπος συμπεριφοράς του καθηγητή Ανδρέα Παπανδρέου, είναι χαρακτηριστικός, ίσως και πανομοιότυπος με αυτόν του πολιτικού ηγέτη και πρωθυπουργού.

Το τράβηγμα της τσατσάρας

Πρόκειται άραγε για μία εξαιρετική ικανότητα προσαρμογής στα νέα δεδομένα, μαζί με μία άρνηση της ρουτίνας και του καθιερωμένου ή για την αδυναμία ενός ανθρώπου να ενταχθεί σε ένα σύστημα αρχών, πολιτικών απόψεων και κανόνων, που εξασφαλίζουν μία σταθερότητα, αλλά επιβάλλουν και περιορισμούς;

Αν η ερώτηση απευθυνόταν στον πρωθυπουργό, τότε ο τελευταίος θα μπορούσε να βγάλει την τσατσάρα του, να χτενίσει τα μαλλιά του με μία απότομη κίνηση και να την ξαναβάλει γρήγορα στην τσέπη του. Από τότε βέβαια που η τηλεόραση άρχισε να παρουσιάζει τον Α. Παπανδρέου, οι σύμβουλοί του προσπάθησαν να τον πείσουν να το αποφύγει με κάθε τρόπο: οι εφημερίδες θα μπορούσαν κοροϊδευτικά να γράψουν ότι «ο Ανδρέας έβγαλε τσατσάρα» ή ότι παριστάνει το Ροδόλφο Βαλεντίνο. Όμως, τα παλιότερα στελέχη του ΠΑΣΟΚ θυμούνται ακόμη καλά, αυτή τη συχνά επαναλαμβανόμενη χειρονομία – ένδειξη αμηχανίας του αρχηγού τους.

Αντ’ αυτού, ο σημερινός πρωθυπουργός θα μπορούσε να ανάψει το τσιμπούκι του. Μανιώδης καπνιστής, φρόντιζε παλιότερα, στις κατ’ οίκον συνεντεύξεις, να είναι τουλάχιστον εφοδιασμένος με τον απαραίτητο καπνό και τον αναπτήρα του, για ν’ ανάβει κάθε τόσο την πίπα του.

Οι καμπάνιες εναντίον των βλαβερών συνεπειών του καπνού, είχαν επαναληφθεί συχνά στο παρελθόν, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, και με πολλά «πισωγυρίσματα», όπως θα έλεγε ο ίδιος ο πρωθυπουργός, αν επρόκειτο για μία ανάλυση της πολιτικής κατάστασης. Ως αντίδοτο στον καπνό, αλλά και στη σκληρή καθημερινή δραστηριότητα, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ συνήθιζε παλιότερα ν’ αρχίζει τη μέρα του με ένα γερό κολύμπι, που κρατούσε είκοσι λεπτά περίπου. Τις κρύες μέρες του χρόνου, το κολύμπι αντικαθιστούν το περπάτημα, λίγο τρέξιμο ή η σουηδική γυμναστική. Με την ανάληψη της εξουσίας τον Οκτώβριο του ’81, η γυμναστική άρχισε να περιορίζεται όλο και περισσότερο. Εκτός από τα βάρη της διακυβέρνησης της χώρας. ο πρωθυπουργός έχει τώρα να κουβαλάει και ορισμένα προσωπικά βάρη.

Από το Φράνκ Σινάτρα στο τσιφτετέλι

Πώς θα απαντούσε ο Α. Παπανδρέου, για να ξαναγυρίσουμε στο αρχικό μας ερώτημα; Πιθανότατα θα φρόντιζε να μας σαγηνεύσει. Γοητευτικός συνομιλητής, ο πρωθυπουργός διαθέτει μία ελκτική δύναμη στην οποία ελάχιστοι μπορούν ν’ αντισταθούν. Αναλυτικός στη σκέψη του, μπορεί ν’ αναπτύσσει με ευφράδεια και επιχειρήματα τα θέματα της συζήτησης, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τη διεθνή κατάσταση, για την οποία και ενδιαφέρεται ιδιαίτερα.

Δύο τρεις στενοί του συνεργάτες, θυμούνται ακόμη μία διάσκεψη στο Παρίσι, το Μάρτιο του ’80. Συμμετείχαν όλοι σχεδόν οι σοσιαλιστές ηγέτες της Δ. Ευρώπης, ο Σουηδός Όλαφ Πάλμε, ο Βρετανός Μάικλ Φουτ, ο Μπετίνο Κράξι από την Ιταλία, ο Γκονζάλες του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, ο Λιονέλ Ζοσπέν από τους Γάλλους Σοσιαλιστές. Οικοδεσπότης ήταν ο Φρανσουά Μιττεράν, γραμματέας ακόμη του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, από το οποίο θ’ αποχωρήσει ένα χρόνο αργότερα, όταν θα εκλεγεί πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας. Θέμα της συζήτησης ήταν τα πυρηνικά όπλα, και ο Φ. Μιττεράν είχε φροντίσει να αναθέσει από μία εισήγηση σε κάθε σοσιαλιστη ηγέτη, πλην του Ανδρέα Παπανδρέου: οι σχέσεις μεταξύ των δύο ανδρών, ήταν από τότε εξαιρετικά ψυχρές, όχι λόγω πολιτικοϊδεολογικών διαφορών. Πρόκειται περισσότερο για τη σύγκρουση δύο προσωπικοτήτων, που, ήθελαν και οι δύο να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο σοσιαλιστικό κίνημα της Δυτικής Ευρώπης. Η χρυσή ευκαιρία για τον Έλληνα ηγέτη δόθηκε όταν από τη συνάντηση απουσίασε, την τελευταία στιγμή, ο Αυστριακός σοσιαλδημοκράτης Μπρούνο Κράισκι. Η γαλλική πλευρά πρότεινε χλιαρά να μιλήσει στη θέση του ο Ανδρέας Παπανδρέου, περιμένοντας προκαταβολικά μία αρνητική απάντηση, λόγω ελλείψεως προετοιμασίας. Ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ μίλησε εκτός χειρογράφου επί μία σχεδόν ώρα, για τις σχέσεις Ανατολής – Δύσης. Στο τέλος, όλοι σηκώθηκαν όρθιοι για να τον χειροκροτήσουν.

Η κρυφή γοητεία του πρωθυπουργού, δεν περιορίζεται πάντως στα θέματα που άπτονται της πολιτικής. Μπορεί με την ίδια ευχέρεια να μιλήσει για τ’ αυτοκίνητα, τον κυβισμό τους, τις επιδόσεις τους, που επίσης αποτελούν μία αδυναμία του ή για τις αστυνομικές ταινίες που φροντίζει να βλέπει στο βίντεό του, ιδίως μετά από μία κουραστική μέρα. Ο ερχομός του βίντεο έχει βέβαια περιθωριοποιήσει μία άλλη αγάπη του, τη μουσική τζαζ και την ελαφριά αμερικανική μουσική: το «Strangers in the night», ήταν για πολλά χρόνια το αγαπημένο τραγούδι του Ανδρέα Παπανδρέου, πριν ανακαλύψει, όταν επιστρέψει στην Ελλάδα, τη λαϊκή μουσική, το ζεϊμπέκικο και το Βασίλη Τσιτσάνη. Ζεϊμπέκικο είχε μάθει να χορεύει από τους παλιούς καπνεργάτες στην τροτσκιστική οργάνωση, που συμμετείχε το 1936-39. Πάντως, τόσο ο Φρανκ Σινάτρα, παρά τις ακροδεξιές πολιτικές του πεποιθήσεις, όσο και η Σωτηρία Μπέλλου, αποτελούν και σήμερα τους αγαπημένους του τραγουδιστές.

Αν κάτι εκτοπίσθηκε από το βίντεο, ή τις ζεμπεκιές στα λαϊκά κέντρα και το δύσκολο κυβερνητικό έργο, είναι η λογοτεχνία και το θέατρο. Η πεζογραφία και η ποίηση δε βρίσκονται ούτε καν στις παρυφές του πρωθυπουργικού ενδιαφέροντος. Μία δε από τις πρώτες – ίσως και η μοναδική από τις επισκέψεις του μετά το 1981 σε θέατρο, έγινε μόλις το καλοκαίρι του 1986, όταν σε μία παράσταση στο Λυκαβηττό, μετείχε η φίλη του μικρότερου γιου του του Αντρίκου. Πολλοί θεωρούν ότι ήταν ο πρωθυπουργός που έδωσε τον τόνο για την αδιαφορία προς τις καλές τέχνες, τη μονόπλευρη επιστροφή στο τσιφτετέλι και τον «πολιτιστικό λαϊκισμό» του κυβερνητικού στρατοπέδου.

Papambicious

Ο πρωθυπουργός δε μας απάντησε ακόμη στο ερώτημα που είχαμε θέση αρχικά, και ίσως να μην το κάνει ποτέ: ακριβώς όπως προτιμά να μη δεσμεύεται από τα βιβλία και τη βιβλιογραφία του, έτσι και αποφεύγει να πάρει μια ξεκάθαρη θέση σε ερωτήματα που θεωρεί κρίσιμα. Ακόμη περισσότερο, πολλές φορές δίνει την εντύπωση στο συνομιλητή του ότι συμφωνεί, για να δηλώσει ή και να πράξει τα εντελώς αντίθετα, λίγο αργότερα.

Ο πρώτος που είχε επισημάνει το φαινόμενο, ήταν ο τέως πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης. Είχε διαμαρτυρηθεί και μάλιστα δημοσίως, ότι οι δηλώσεις που είχε κάνει ο Α. Παπανδρέου μετά από μια συνάντησή τους, ήταν εντελώς διαφορετικές απ’ αυτά που είχαν σημφωνήσει κατά τη διάρκεια της συνάντησης. Πολλοί απ᾿ αυτούς που δεν είχαν δώσει τότε μεγάλη προσοχή στις κριτικές του ηγέτη της Νέας Δημοκρατίας, το πλήρωσαν αργότερα.

Στην τελευταία αυτή κατηγορία, ανήκουν αρκετοί από τους υπουργούς των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ. Επισκέπτονταν τον πρωθυπουργό για ν’ αναλύσουν ένα πρόβλημά τους, και ο Α. Παπανδρέου τους άκουγε προσεκτικά, λέγοντας τις περισσότερες φορές «εξαιρετικά ενδιαφέρον αυτό» ή «τι λες βρε παιδί μου», αν επρόκειτο για κάτι το οποίο έδειχνε να μην ξέρει. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, ο Πρόεδρός τους δεν έπαιρνε ανοιχτά θέση, και ελάχιστες φορές είπε «κάνε αυτό» ή «μην κάνεις εκείνο». Οι υπουργοί εισέπρατταν τις θετικές αντιδράσεις του πρωθυπουργού σαν «πράσινο φως» και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που άκουσαν λίγο αργότερα τα σχολιανά τους από τον ίδιο. Ορισμένοι μάλιστα έμαθαν την απόλυσή τους από την τηλεόραση, τον Τύπο, πριν τους ανακοινωθεί δια μέσου της κανονικής οδού. Έτσι το χρυσό ρητό που κυκλοφορεί μετά από… χρόνια πείρας, μεταξύ των υπουργών, λέει: «το θέμα δεν είναι να σου πει ναι, αλλά πώς θα στο πει»

Μια άλλη κατηγορία ανθρώπων που βρέθηκαν αντιμέτωποι με το φαινόμενο, ήταν οι αμερικανοί διαπραγματευτές για τις βάσεις των ΗΠΑ στην Ελλάδα. Μιλώντας ιδιωτικά με τον Α. Παπανδρέου, διαμόρφωναν την εικόνα μιας θετικής κατάληξης των διαπραγματεύσεων, για να διαψεύδονται κάθε τόσο από τις δημόσιες δηλώσεις του. Έτσι, από ένα σημείο και μετά, έδωσαν στον πρωθυπουργό το παρατσούκλι PAPAMBICIUS, από το PAP (Παπανδρέου) και το AMBICIΟUS που στα αγγλικά σημαίνει διφορούμενος.

Πολλές φορές πάντως, ο πρωθυπουργός αρνείται να δεσμευθεί κατηγορηματικά, γιατί ταλαντεύεται μέχρι την τελευταία στιγμή για την απόφαση που πρέπει να πάρει. Η περίπτωση Καραμανλή, είναι ίσως από τις πιο χαρακτηριστικές…

Η βαρύτητα ενός μασέρ

Μέχρι σχεδόν την τελευταία στιγμή, ο πρωθυπουργός δεν έχει αποφασίσει αν θα ψηφίσει ή όχι υπέρ του Κ. Καραμανλή. Ήδη, βέβαια, από το καλοκαίρι του ’84, είχε αρχίσει να σκέπτεται σοβαρά το ενδεχόμενο μίας διαφορετικής επιλογής, και όσο πλησιάζουν οι κρίσιμες βουλευτικές εκλογές του ’85 τόσο πείθεται ότι μία «ρήξη» με τον ιστορικό ηγέτη της συντηρητικής παράταξης, θα έφερνε τους απαραίτητους ψήφους για την παραμονή στην εξουσία.

Στο ενδιάμεσο διάστημα, φρόντιζε να μη δεσμευθεί κατηγορηματικά, υπονοώντας στις περισσότερες δηλώσεις του ότι θα υποστήριζε την υποψηφιότητα Καραμανλή, ρωτώντας μάλιστα τους δημοσιογράφους, «αν ξέρουν κανένα καλύτερο». Σε ορισμένες συνεντεύξεις του, άφηνε το θέμα εντελώς αδιευκρίνιστο, τονίζοντας ότι την τελική απόφαση θα πάρει όχι ο ίδιος, αλλά η Κεντρική Επιτροπή του ΠΑΣΟΚ. Στις αρχές Φεβρουαρίου του ’85, ο Άκης Τσοχατζόπουλος, ένα ηγετικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, πρότεινε εν πλήρη μυστικότητα στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο να αντικαταστήσει τον Κ. Καραμανλή. Όταν ο συντηρητικός πολιτικός θα αρνηθεί να αντικαταστήσει τον ανιψιό του, ο Ανδρέας Παπανδρέου αρχίζει να ξανασκέφτεται μήπως θα πρέπει τελικά να ψηφίσει τον Κ. Καραμανλή. Άλλοτε επηρεάζεται από τους «ρεαλιστές», που υποστηρίζουν ότι η επανεκλογή του Κ. Καραμανλή δε θα κάνει κακό στο ΠΑΣΟΚ, κι άλλοτε από τους αδιάλλακτους που θεωρούν κάτι τέτοιο «προδοσία του λαού», και «υποταγή στο κατεστημένο». Πέντε περίπου μέρες πριν την «αποφασιστική» 9η Μαρτίου, κατά την οποία θα συνεδρίαζε η ΚΕ του ΠΑΣΟΚ για να πάρει την τελική απόφαση, ο πρωθυπουργός ξαπλωμένος σε κρεβάτι γυμναστικής, δέχονταν τις περιποιήσεις του μασέρ του.

«Εσύ τι νομίζεις, πρέπει να ξαναψηφίσουμε τον Καραμανλή;», γύρισε ξαφνικά και τον ρώτησε «Ε, όχι και τον Καραμανλή», είπε λαχανιασμένος ο μασέρ. Όταν τελείωσε το μασάζ, ο πρωθυπουργός είχε πάρει την οριστική του απόφαση, την οποία θα ανακοινώσει αμέσως στους στενούς του συνεργάτες. Το βάρος του μεγαλόσωμου μασέρ, είχε αποδειχθεί αρκετό για μία απόφαση, που από πολλούς χαρακτηρίζεται ιστορική.

Όταν ανάβουν τα λαμπάκια

Εκτός από το μασέρ, ένας άλλος σύμβουλος του Α. Παπανδρέου, που έχει πολλές φορές αποφασιστική γνώμη, είναι και ο χασάπης του από το Χαλάνδρι. Μέλος της Τοπικής Οργάνωσης Χαλανδρίου του ΠΑΣΟΚ, ο συμπαθής κρεοπώλης συνήθιζε, ιδίως παλιότερα, να φυλάει ορισμένα καλά κομμάτια φιλέτου για την οικογένεια Παπανδρέου, και να τα πηγαίνει ο ίδιος στο Καστρί. Ο αρχηγός της οικογένειας φρόντιζε κάθε φορά να ρωτάει τη γνώμη του, όχι για την ποιότητα των… μπον φιλέ, αλλά των διακηρύξεων ή και των στελεχών του ΠΑΣΟΚ. Ετσι τα τελευταία, άκουγαν έκπληκτα πολλές φορές τον πρωθυπουργό να λέει σε πολλές συνεδριάσεις: «όπως μου είπε και ο χασάπης μου»!!!

Η βαρύνουσα γνώμη του μασέρ ή του χασάπη, δε δείχνει τόσο μία εμπιστοσύνη του πρωθυπουργού προς τους απλούς ανθρώπους του λαού, όσο μία ανεμπιστοσύνη προς τα στελέχη του. Υποψιάζεται ότι οι περισσότεροι απ’ όσους τον περιβάλλουν, προσπαθούν να εκμεταλλευθούν τη δική του θέση και τις χαρισματικές του ικανότητες, για να προωθήσουν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες ή και κάποια στιγμή να αποστατήσουν από τον αρχηγό τους. Είναι γι’ αυτό το λόγο, που προτιμά να έχει ως πολιτικούς συμβούλους και φίλους, ανθρώπους που και να ήθελαν, δε θα… μπορούσαν να αποστατήσουν και να κάνουν προσωπική πολιτική καριέρα. Όπως είπε και ο Γιώργος Κατσιφάρας, ένας από τους στενότερους συνεργάτες του, αν δεν ήταν ο Ανδρέας, δε θα τους ήξερε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας τους».

Έτσι εξηγείται και η αντιφατική συμπεριφορά του Ανδρέα Παπανδρέου, απέναντι στους φίλους του, που είναι όλοι τους πολιτικοί και στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Από τη μία πλευρά είναι πολύ συναισθηματικός, και αρκετοί υπουργοί δεν… αναδομήθηκαν, όπως αποκαλείται στη διάλεκτο του ΠΑΣΟΚ η αποχώρηση από την κυβέρνηση, επειδή έκλαψαν μπροστά στον πρωθυπουργό, ορκιζόμενοι βέβαια τυφλή πίστη στον ίδιο και τις εντολές του. Άλλοι, για να σταθεροποιήσουν τη θέση τους χρησιμοποιούν την πρωθυπουργική ευαισθησία, η οποία πολλαπλασιάζεται όταν κάποιος του διηγείται τα προσωπικά, επαγγελματικά ή οικογενειακά του προβλήματα. Ειδικά μάλιστα όταν πρόκειται για κάποια ασθένεια, ο Α. Παπανδρέου δεν αρκείται στις ευχές για σύντομη ανάρρωση, αλλά δίνει και ιατρικές συμβουλές, αξιοποιώντας τις γνώσεις που απέκτησε από τη θητεία του ως νοσοκόμος, στο Αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό.

Ο συναισθηματισμός αυτός, μετατρέπεται στην πιο ανήλεη σκληρότητα, όταν κάποιος, ακόμη και από τους στενούς φίλους, διαφωνήσει ριζικά με μία απόφαση του πρωθυπουργού ή δώσει την εντύπωση ότι έχει «προσωπικές φιλοδοξίες». Στελέχη του ΠΑΚ, της οργάνωσης προδρόμου του ΠΑΣΟΚ, τα οποία κατά τη διάρκεια της δικτατορίας είχαν διακινδυνεύσει ακόμη και τη ζωή τους για τον αρχηγό τους, διεγράφησαν εν μία νυκτί επειδή διεφώνησαν με κάποιες αποφάσεις του Α. Παπανδρέου. Ένα ασφαλώς από τα βασικά πλεονεκτήματα του πρωθυπουργού για την άσκηση της πολιτικής, είναι ότι όσο συναισθηματικός είναι τις ήρεμες στιγμές, τόσο κυνικός και άφιλος γίνεται όταν παίζονται παιχνίδια εξουσίας, ή αμφισβητείται η δική του εξουσία.

Είναι τότε, που όπως ο ίδιος λέει, «του ανάβουν τα λαμπάκια». Αν τα λαμπάκια του πρωθυπουργικού συστήματος αυτοάμυνας ανάψουν, από τα «μέτρα ασφαλείας» δεν εξαιρείται κανείς, έστω κι αν πρόκειται για μέλος της οικογένειας. Ο Κώστας Λαλιώτης, για τον οποίο ο πρωθυπουργός όταν μιλούσε, έλεγε ότι «δεν έχω τέσσερα παιδιά, αλλά πέντε», έχασε την εύνοιά του, όταν κάποιοι είπαν στον πρωθυπουργό, πως και αυτός ακόμη ο θετός γιος του «έπαιζε το προσωπικό παιχνίδι του». Όπως λένε στο ΠΑΣΟΚ «καλύτερα να σου βγει το μάτι, παρά… να του ανάψουν τα λαμπάκια».

«Τη γλύτωσα από το Ρέηγκαν» 

Βέβαια, αυτό το «σύνδρομο της αποστασίας», έχει οδηγήσει στον παροπλισμό ή τον αυτοευνουχισμό, τα περισσότερα στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Ο Ανδρέας Παπανδρέου γεννήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου του 1919, και παρά δύο μέρες θα είχε την ίδια μέρα γενέθλια, με τον – επίσης υδροχόο το ζώδιο – Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Όπως λέει συχνά και ο ίδιος «τη γλυτώσαμε φθηνά για δύο μέρες, γιατί αλλιώς θα γιόρταζα με τον Ρέηγκαν».

Αλλά φέτος, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έκλεισε τα 68 του χρόνια. Ο παραμερισμός των ικανότερων στελεχών του, ίσως σημαίνει ότι μετά απ’ αυτόν, δε θα υπάρχει ΠΑΣΟΚ. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ο Α. Παπανδρέου φαίνεται να ενδιαφέρεται για τη δική του παραμονή στην εξουσία, παρά για ν’ αφήσει πίσω του ένα έργο, με το οποίο θα περνούσε στην ιστορία. Όσο για το αν ο ίδιος είναι ο Μίστερ Χάιντ ή ο δόκτωρ Τζέκυλ, αυτό είναι ένα θέμα για το οποίο θα αποφασίσει η… ιστορία.

Τεύχος 1, Απρίλιος 1987

*Το άρθρο αναδημοσιεύεται διατηρώντας την αρχική μορφή.

Σχετικά άρθρα