Ακρογιαλιές δειλινά
Θέλω να ζω έξι μήνες το χρόνο με ανοιχτά παράθυρα, με έναν ήλιο ηλιάτορα να φωταγωγεί κάθε πτυχή της ζωής μου, να μου δίνει δύναμη για τις καταχνιές του χειμώνα. Θέλω να βουτάω σε αυτά τα καταγάλανα νερά, να τρώω ψάρια, να καταπίνω τόσο αλάτι που να σχετικοποιούνται όλα.
Θέλω να φύγω. Θέλω να πάω εκεί που η ζωή μου θα είναι πιο έντιμη, πιο νόμιμη, πιο καλοπληρωμένη. Θέλω να πάω εκεί που οι άνθρωποι αναγνωρίζουν την αξία σου, την μόρφωσή σου, τη δουλειά σου. Θέλω να ζω σε μια κοινωνία που ο ένας σέβεται τον άλλον, που ο κόσμος δεν κοιτά να σε προσπεράσει, δεν ρίχνει κουτάκια αναψυκτικών από το παράθυρο του αυτοκινήτου, δεν βρίζει για ψύλλου πήδημα, δεν θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από τους άλλους. Θέλω να πάω εκεί, που οι άνθρωποι σκέφτονται συλλογικά, αγαπούν τη χώρα τους και δεν γράφουν με γκράφιτι πάνω στα μνημεία της. Θέλω να πάω εκεί που σημαντικό δεν είναι τι φοράς και τι αυτοκίνητο οδηγείς, αλλά τι έχεις μες στο μυαλό σου. Εκεί που το παρελθόν έχει ισότιμη αξία με το παρόν. Θέλω να πάω εκεί που δεν χρειάζονται φροντιστήρια για να πετύχει το παιδί σου στο πανεπιστήμιο και που οι άνθρωποι εκτιμούν το γήρας και την διαδικασία του. Εκεί που το λεωφορείο, το τραίνο, το τραμ, το μετρό περνά ακριβώς στην ώρα που αναγράφεται. Θέλω αυτοί που θα έχω γύρω μου να εννοούν αυτά που λένε και να τα τηρούν. Θέλω να πάω εκεί που η δικαιοσύνη λειτουργεί, που οι πολίτες έχουν εμπιστοσύνη στους νόμους και στην εφαρμογή τους.
Αυτά σκεφτόμουν σε όλη τη διαδρομή. Σκεφτόμουν και τον τρόπο διαφυγής από την άθλια χώρα με την άθλια πραγματικότητα και τις μηδαμινές προοπτικές. Βάζοντας τα κλειδιά στην πόρτα με υποδέχθηκε η γάτα και ένα τραγούδι που μόλις είχε αρχίσει – είχα ξεχάσει το ραδιόφωνο ανοιχτό.
Βραδιάζει γύρω κι η νύχτα απλώνει σκοτάδι βαθύ κορίτσι ξένο σαν ίσκιος πλανιέται μονάχο στην γη
Χωρίς ντροπή, αναζητεί τον ήλιο που έχει χαθεί, στα σκοτάδια να βρει
Μπορεί να το ‘χουν πλανέψει ακρογιαλιές δειλινά και σκλαβωμένη για πάντα κρατούνε την δόλια καρδιά
Μπορεί ακόμα μπορεί, να έχει πια τρελαθεί και τότε ποιος θα ρωτήσει να μάθει ποτέ το γιατί
Άνοιξα διάπλατα τις μπαλκονόπορτες, βούτηξα μια μπύρα απ’ το ψυγείο και κάθισα στη βεράντα. Το μυαλό μου δεν μπορούσε πια να παρηγορήσει την καρδιά μου.
Θέλω αυτό το αττικό αεράκι να με χαϊδεύει γιατί όλα τα’ άλλα αεράκια δεν έχουν τη γλύκα του. Θέλω να οδηγώ σε μια πόλη που όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο κέντρο της και το κέντρο να είναι η Ακρόπολη. Θέλω να διηγούμαι τη ζωή μου στους κολλητούς μου τρεις ώρες στην ίδια ταβέρνα με δέκα μπύρες και μια ποικιλία και να μην μας διώχνουν στο κλείσιμο γιατί είμαστε «του μαγαζιού». Θέλω να σταματάω στο δρόμο κόσμο για να ζητήσω μια πληροφορία και να είναι πρόθυμοι να μου απαντήσουν. Θέλω να ζω αυτή την θεατρινίστικη τραγικότητα των καταστάσεων στη ζωή μου, γιατί χωρίς θεατρικότητα, όλα θα είναι φλατ, άοσμα, άγευστα. Θέλω να αμφισβητώ όλη μέρα το σύστημα, γιατί χωρίς αμφισβήτηση τίποτα δεν κρατείται ορθό. Θέλω να ζω έξι μήνες το χρόνο με ανοιχτά παράθυρα, με έναν ήλιο ηλιάτορα να φωταγωγεί κάθε πτυχή της ζωής μου, να μου δίνει δύναμη για τις καταχνιές του χειμώνα. Θέλω να βουτάω σε αυτά τα καταγάλανα νερά, να τρώω ψάρια, να καταπίνω τόσο αλάτι που να σχετικοποιούνται όλα. Θέλω οι άνθρωποι να είναι ανοιχτοί, γενναιόδωροι και παθιασμένοι.
Το τραγούδι είχε τελειώσει. Έκλεισα το ραδιόφωνο. Σιωπή. Αμηχανία. Οι σκέψεις και τα θέλω μπερδεύτηκαν. Δεν γίνεται οι Ακρογιαλιές Δειλινά να έχουν και μια απόχρωση Βουνά Καταχνιές; Δεν γίνεται το ένα καλό να συνδυαστεί με το άλλο;
Πάω για ύπνο. Καληνύχτα.