“Είμαι ένας γλάρος”

“Είμαι ένας γλάρος”

Μέσα Αυγούστου κι έρχεται επιτέλους η πολυπόθητη στιγμή να φύγεις, να κάνεις τις διακοπές σου. Τις περιμένεις όσο τίποτε άλλο, σχεδόν δεν σε νοιάζει που θα πας. Φέτος δεν είναι διακοπές, είναι φευγιό. - Της Μελίνας Βατινέλ

Μέσα Αυγούστου κι έρχεται επιτέλους η πολυπόθητη στιγμή να φύγεις, να κάνεις τις διακοπές σου. Τις περιμένεις όσο τίποτε άλλο, σχεδόν δεν σε νοιάζει που θα πας. Φέτος δεν είναι διακοπές, είναι φευγιό. Να φύγεις μακριά από όλα αυτά που στοιχειώσαν το μυαλό σου τους τελευταίους δύο μήνες, που μαυρίσαν τη ζωή σου και την καθημερινότητά σου.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Τις έχεις σχεδιάσει, αγόρασες καινούργιο μαγιό, αντηλιακό, βιβλία. Γέμισες το λαπτοπ με όλες τις ταινίες που θέλεις να δεις. Το μόνο που έχεις ανάγκη είναι να πας κάπου ν’ αδειάσεις τη σκέψη σου, να την ξεπλύνεις με θαλασσινό νερό, να καβουρδιστεί στον ήλιο. Θέλεις να βρεθείς με ανθρώπους που έχουν κι εκείνοι την ίδια ανάγκη, να τ’ αφήσουν όλα πίσω τους. Και μετράς τις μέρες. Η πόλη δεν σε χωράει πια.

Το πρωί πήγες και πήρες τα εισιτήρια για το πλοίο. Μετά πέρασες από την τράπεζα να στείλεις την προκαταβολή για το δωμάτιο. Είναι όλα κανονισμένα, οι διακοπές σε περιμένουν. Έμεινε άλλη μια μέρα στην πόλη. Όσο χρειάζεται για να ρυθμίσεις δυο-τρία πρακτικά θέματα πριν την αναχώρησή σου. Φτιάχνοντας το σάκο, σκέφτεσαι ότι το μόνο που θα ήθελες να πάρεις μαζί είναι το μαγιό, ένα ζευγάρι σαγιονάρες κι ένα παρεό. Τελικά συμβιβάζεσαι με την ιδέα ότι θα πρέπει πότε-πότε να ντύνεσαι κιόλας. Έτοιμος κι ο σάκος.

Μπαίνεις επιτέλους στο πλοίο, η μπουκαπόρτα κλείνει. Σαν ψέμα φαντάζει. Στο κατάστρωμα, ο αέρας σου χαϊδεύει το πρόσωπο, τα μαλλιά, το βλέμμα καλπάζει πάνω στα κύματα, οι γλάροι τριγύρω πετούν ελεύθεροι. Έφυγες, έφυγες και θα τα ξεχάσεις όλα.

«Είμαι ένας γλάρος».

Φθάνεις στο νησί, Κυκλάδες, άσπρα σπιτάκια, κόσμος που σουλατσάρει αργόσυρτα. Το δωμάτιο είναι τέλειο, ο καιρός τέλειος, η διάθεσή σου στα ύψη. Παραγγέλνεις έναν βασιλικό καφέ, στρώνεις την πετσέτα σου κάτω από τ’αρμυρίκια, βουτιά. Μακροβούτι στη λήθη, στην παιδική ηλικία. Αργά το απόγευμα, πεινάς για πατάτες τηγανητές, χωριάτικη, τζατζίκι, ψαράκια, κολοκυθάκια τηγανητά. Και μια παγωμένη μπύρα.

Μετά θα χωθείς για καμιά ώρα στα μοσχοβολιστά βαριά λευκά σεντόνια να διαβάσεις το βιβλίο σου υπό τη χορωδία τζιτζικιών. Μπορεί και να σε πάρει ο ύπνος. Το βράδυ, φρέσκος, ντύνεσαι, στολίζεσαι, βαδίζεις στα σοκάκια, χαζεύεις τα μαγαζάκια με τα ωραία πράγματα και τους περαστικούς. Χωρίς ρολόι, χωρίς πρόγραμμα. Έτσι αδειάζει το μυαλό.

Και την τέταρτη – πέμπτη μέρα, ενόσω έχεις εντελώς εναρμονιστεί με το περιβάλλον, ενώ είσαι χιλιόμετρα, ωκεανούς μακριά από όσα άφησες πίσω, καθώς βρέχεις τις φτέρνες σου παρά θίν` αλός, σκέφτεσαι τους φίλους σου που έχασαν τη δουλειά τους, τους γονείς σου που γέρασαν απότομα, τις σχέσεις που δηλητηριάστηκαν για ένα ναι κι ένα όχι, το μισθό σου που μειώνεται κάθε τρεις και λίγο, την ανασφάλεια που καλύπτει τα πάντα, τον ξεπεσμό, τους θυμωμένους, απογοητευμένους, παραιτημένους συμπολίτες σου, το μέλλον του γιού σου που δεν έχει προοπτικές, σκέφτεσαι εσένα στα μέσα της ζωής σου, που έχασες αίφνης ό, τι πολυτιμότερο: το χαμόγελό σου. Θέλεις να φύγεις ξανά. «Είμαι ένας γλάρος».

Κι εκεί, κάτω από τον κυκλαδίτικο ήλιο, με τα δάχτυλα χωμένα στην άμμο, τον παφλασμό της θάλασσας στα πόδια σου, συνειδητοποιείς ότι ποτέ δεν έφυγες. Δεν μπόρεσες.

Όλα όσα αγαπάς, όλα όσα συνθέτουν τον κόσμο σου είναι εκεί που τ’ άφησες. Σε περιμένουν.

ΥΓ: “Είμαι ένας γλάρος” – αναφορά στην περιβόητη φράση από τον “Γλάρο” του Τσέχωφ.

Σχετικά άρθρα