Το αλκοτέστ και ο Ελληνάρας
Το περιστατικό με το αλκοτέστ για το οποίο διαβάσαμε στο timeline μας τις γιορτές θα μπορούσε να είναι απλώς άλλο ένα στιγμιότυπο από τη ζωή της πόλης. Ένας οδηγός σταματά για έλεγχο, βγαίνει θετικός και πληρώνει για το σφάλμα του. Αυτονόητο, έτσι; Όχι όταν ζεις στην Ελλάδα. Εδώ ένα αλκοτέστ μπορεί να εξελιχτεί σε μικρογραφία της ελληνικής νοοτροπίας πίσω από το τιμόνι.
«Είναι 24 το όριο και είμαι 27 και φταίω; Έχω πιει δύο ποτά μόνο», είπε με αγανάκτηση ο πολίτης που βγήκε θετικός στο αλκοτέστ, σαν να περίμενε επιβράβευση για τη μετριοπάθειά του. Γύρω του, πρόθυμο κοινό τον σιγόνταρε. Μια γυναίκα άρχισε να φωνάζει «ντροπή» στους αστυνομικούς, ρωτώντας αν οι ίδιοι δεν έχουν πιει ποτέ δύο ποτήρια κρασί. Ένας άλλος βάλθηκε να τους κατηγορεί για ανηθικότητα, επικαλούμενος γενικώς και αορίστως τη χώρα.
Στην Ελλάδα έχουμε καταφέρει κάτι αξιοθαύμαστο: να μετατρέψουμε τον νόμο από σαφή κανόνα σε θέμα προσωπικής άποψης. Όταν μας εξυπηρετεί, τον επικαλούμαστε με πάθος. Όταν μας δυσκολεύει, τον αντιμετωπίζουμε σαν υπερβολή, σαν τυπικότητα, σαν ένα «έλα μωρέ, δεν έγινε και τίποτα». Το όριο δεν είναι πια όριο, είναι μια ζώνη διαπραγμάτευσης. Και μέσα σε αυτή τη ζώνη, ο καθένας θεωρεί τον εαυτό του ειδική περίπτωση.
Η φράση «είμαι λίγο παραπάνω από το όριο» είναι ίσως η πιο επικίνδυνη που μπορεί να ειπωθεί στον δρόμο. Γιατί ακυρώνει πλήρως τη λογική ύπαρξης του κανόνα. Ο νόμος δεν λέει «μέχρι εδώ στο περίπου». Δεν λέει «πιες ανάλογα με πόσο καλός οδηγός είσαι ή με το πόσο αντέχεις». Λέει ρητά: μέχρι εδώ. Το νόημα δεν είναι ότι ξεπέρασες το όριο ελάχιστα ή πολύ. Το νόημα είναι ότι το ξεπέρασες. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ευθύνη.
Κι όμως, αντί για στοιχειώδη αποδοχή, βλέπουμε μια σουρεαλιστική συσπείρωση γύρω από το λάθος. Αντί να πει κάποιος «ναι, έκανα μαλακία», υψώνει φωνή, ζητά συμπαράσταση και καταλήγει να μετατρέπει τον έλεγχο σε ηθικό δράμα. Και οι γύρω του ανταποκρίνονται πρόθυμα. Όχι επειδή πιστεύουν πραγματικά ότι ο νόμος είναι άδικος, αλλά επειδή αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε αυτόν. Γιατί, ας μην κοροϊδευόμαστε, το «έχω πιει και έχω οδηγήσει» δεν είναι σπάνια παραδοχή. Είναι κάτι που ακούς συχνά, σχεδόν αδιάφορα, σαν να μιλάμε για καθυστέρηση λεωφορείου και όχι για δυνητικό έγκλημα.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι συμβαίνουν τροχαία. Είναι ότι τα αντιμετωπίζουμε σαν φυσικά φαινόμενα. Σαν κακοτυχίες. Κι όμως, αν παρακολουθήσει κανείς στοιχειωδώς την επικαιρότητα, βλέπει ένα μοτίβο να επαναλαμβάνεται. Υπάρχει πάντα κάποιος που «δεν ήταν τελείως μεθυσμένος», απλώς είχε πιει. Κάποιος που «ήξερε τον δρόμο». Κάποιος που «πήγαινε σιγά». Το αλκοόλ δεν εμφανίζεται ως εξαίρεση, αλλά ως σταθερός συνοδοιπόρος σε μεγάλο μέρος των θανατηφόρων δυστυχημάτων. Παρ’ όλα αυτά, επιμένουμε να το αντιμετωπίζουμε σαν λεπτομέρεια.
Και μετά κάνουμε το άλλο, το εξίσου ελληνικό: σοκαριζόμαστε. Κάθε φορά που μια είδηση μιλά για νεκρούς στην άσφαλτο, εμείς πέφτουμε από τα σύννεφα. Λες και δεν ξέρουμε. Λες και δεν το έχουμε δει. Λες και δεν έχουμε συμβάλει, έστω έμμεσα, σε αυτή την κουλτούρα ανοχής. Γιατί όταν αναβοσβήνεις τα φώτα στον απέναντι για να τον προειδοποιήσεις ότι έχει μπλόκο, δεν κάνεις εξυπνάδα. Συμμετέχεις ενεργά στη διάλυση κάθε έννοιας πρόληψης. Όταν μπαίνεις σε ομάδες που ενημερώνουν πού έχει τροχαία για να τα αποφύγεις, δεν ξεγελάς το σύστημα, το υπονομεύεις.
Κάθε φορά που οι έλεγχοι γίνονται πιο συστηματικοί και πιο αυστηροί, τα τροχαία μειώνονται. Αυτό δεν είναι άποψη, είναι εμπειρικό γεγονός. Κι όμως, αντί να το δεχτούμε ως απόδειξη ότι οι κανόνες λειτουργούν, και να ανακουφιστούμε που επιτέλους συμβαίνει, αντιδρούμε σαν να μας αφαιρούν κάποιο δικαίωμα. Σαν να μας στερούν μια ελευθερία που ποτέ δεν έπρεπε να έχουμε, την ελευθερία να θέτουμε σε κίνδυνο τους άλλους.
Ο δρόμος, όμως, δεν είναι προέκταση του σαλονιού μας. Δεν είναι προσωπικό μας χωράφι. Είναι κοινός χώρος. Και κάθε φορά που θεωρούμε την παράβασή μας μικρή, τη μετατρέπουμε σε μεγάλο ρίσκο για κάποιον άλλον. Εκείνον που θα βρεθεί απέναντί μας, τη λάθος στιγμή.
Το περιστατικό με το αλκοτέστ δεν μας εξοργίζει επειδή ένας άνθρωπος φώναζε. Μας εξοργίζει επειδή πολλοί συμφωνούσαν. Επειδή είδαμε για άλλη μια φορά ότι αντί να στεκόμαστε απέναντι στο λάθος, στεκόμαστε απέναντι στον κανόνα. Ότι έχουμε φτάσει να υπερασπιζόμαστε ξεδιάντροπα την παρανομία και να αντιμετωπίζουμε τη νομιμότητα σαν αγένεια. Όλα λάθος, δηλαδή.
Κι όσο συνεχίζουμε έτσι, θα συνεχίσουμε να λέμε «κρίμα» μετά. Θα συνεχίσουμε να ανάβουμε κεράκια, να γράφουμε συλλυπητήρια σχόλια και να επιστρέφουμε αμέσως μετά στο «έλα μωρέ, δύο ποτά ήταν». Μέχρι να καταλάβουμε, αν ποτέ το καταλάβουμε, ότι το πρόβλημα δεν είναι το όριο. Είναι ο Ελληνάρας που πιστεύει ότι δεν τον αφορά.