Εθισμένοι στο τραύμα και το κλάμα: Σχετικά με το «Λίγη Ζωή» της Χάνια Γιαναγκιχάρα
Αθλιότης αθλιοτήτων.
Προσοχή: το άρθρο είναι γεμάτο spoilers
Σε podcast που έκανε η Dua Lipa με τον κάτοχο του φετινού Booker, Ντέιβιντ Σόλοϊ, που το «σήκωσε» με το Flesh, η τραγουδίστρια ανέφερε πως διαβάζοντάς το σχημάτισε την εικόνα ενός “tense read”, τουτέστιν μιας ιστορίας που δημιουργεί μια ένταση χωρίς να συμβαίνει τίποτα. Αυτό, αν αγαπάς βιβλία όπως τη «Σκακιστική Νουβέλα» και τον «Φόβο» του Τσβάιχ, δεν αποτελεί πρόβλημα. Ίσα ίσα, κάτι τέτοιο σού δίνει χώρο να δεις πίσω από τις γραμμές τους ίδιους τους ήρωες αλλά και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, όπως και το ιστορικό / κοινωνικό πλαίσιο. Για να γίνει όμως αυτό, χρειάζεται ο/η συγγραφέας να είναι αρκετά ικανός/ή να στοιχειοθετήσει μια τέτοια πλοκή.
Για χρόνια, δεκαετίες και ρεύματα, οι όποιες ελλείψεις σε ταλέντο κρύβονταν πίσω από κλισέ: τυχαίες συναντήσεις, μυστηριώδεις εξαφανίσεις, μια γυναίκα ανάμεσα σε δύο άντρες, ένας άντρας ανάμεσα σε δύο γυναίκες, πρώην παιδί νυν ενήλικας ψάχνει τους αληθινούς του γονείς και πρέπει να σκάψει στο οικογενειακό παρελθόν γυρνώντας πίσω στο χωριό, και άλλα τέτοια. Αυτός είναι και ο λόγος που τέτοιου είδους ιστορίες (οι οποίες συναντώνται σε κάθε είδος λογοτεχνίας) γίνονται επιτυχίες: πατούν σε γνώριμα μοτίβα, η δράση είναι εντός ενός συγκεκριμένου, δοκιμασμένου επιπέδου, άρα τίποτα δεν μας ξενίζει.
Στον κόσμο του Booktok και του Bookstagram, το «Λίγη Ζωή» της Χάνια Γιαναγκιχάρα έκανε χαμό ως το βιβλίο με το οποίο δεν σταματάς να κλαις, σου ραγίζει την καρδιά, την κάνει να έτσι – έτσι – έτσι σαν δίσκο του Δάκη, και δεν πρέπει με τίποτα να διαβάσεις εκτός και αν θες να πληγωθείς ανεπανόρθωτα. Προφανώς και θα το διαβάσεις για να μπεις στο κλαμπ αυτών των ανθρώπων που λένε πως δεν πρέπει να το διαβάσεις εκτός και αν θέλεις να πληγωθείς ανεπανόρθωτα. Κάπως έτσι λοιπόν ξεκίνησαν οι κριτικές του Booktok να περνούν από το απλό «μου άρεσε πάαααρα πολύ, του βάζω 4 αστεράκια» στο «έκλαψα από την πρώτη σελίδα / δεν έχω σταματήσει να κλαίω και είμαι ακόμη στη 234 σελίδα / κλαίω και που το σκέφτομαι 2 χρόνια μετά». Πλέον, ο παράγοντας κλάμα είναι από τους πλέον βασικότερους για την «αξιολόγηση» ενός βιβλίου στο περιβάλλον των social media.
Προσοχή, ακολουθούν spoilers!
Διάλογοι που ζηλεύει μόνο ο Τόμι Γουαζό (ή και όχι)
Τι συναντά ένας αναγνώστης όταν ανοίγει το ογκώδες έργο της «Λίγης Ζωής»: τέσσερις άνδρες που περιφέρονται ψάχνοντας να βρουν ένα σπίτι για να μείνουν (έμπαινε στεγαστική κρίση), με έναν αδιόρατο ομοερωτισμό και πολλά όνειρα για τη ζωή του καθενός. Ο ένας εξ αυτών των ανδρών δέχεται αλλεπάλληλα χτυπήματα της μοίρας από τη στιγμή που πήρε την πρώτη του ανάσα στη Γη. Πολύ ωραία, αυτά τα γνωρίζαμε ήδη από το TikTok. Ποια είναι η νέα πληροφορία; Κάτι που ανακαλύπτει κανείς που διαβάζει για πρώτη φορά το βιβλίο είναι οι διάλογοι βγαλμένοι από το “The Room”. Πολύ σοφά λείπουν αρκετά τα διαλογικά μέρη, καθώς η συγγραφέας φαίνεται να μην έχει τη δυνατότητα να σκαρώσει κάποιον διάλογο στην όποια ανθρώπινη γλώσσα.
-«Τζουντ» είπε ο Γουίλεμ, ανήσυχος, «τι κάνεις;»
-«Μη μιλήσεις» ψιθύρισε στον Γουίλεμ. «Απλώς μείνε εδώ και μη γυρίσεις» […] «Συγγνώμη είπε». «Συγγνώμη Γουίλεμ».
-«Τζουντ, τι συνέβη;» ρώτησε ο Γουίλεμ και προσπάθησε να τον κοιτάξει κατάματα. «Τι ήταν αυτό;»
-«Τίποτα» είπε. «Απλώς μου φάνηκε πως είδα κάποιον που δεν ήθελα να δω».
-«Ποιον;»
-«Κανέναν. Έναν δικηγόρο σε μια υπόθεση που δουλεύω. Είναι μαλάκας και δεν μπορώ να έχω τα πάρε δώσε μαζί του».
-Ο Γουίλεμ τον κοίταξε. «Όχι δεν ήταν δικηγόρος. Κάποιος άλλος ήταν, κάποιος που φοβάσαι.[…] «Φοβάσαι. Ποιος ήταν, Τζουντ;»
-[…] «Σου είπα» είπε τελικά. «Ένας δικηγόρος».
-«Όχι, δεν ήταν».
-«Ναι, ήταν». (σελ. 481)
Και τώρα κάτι από το “The Room”:
-Τζόνι: Γεια!
-Aνθοπώλισσα: Μπορώ να σε βοηθήσω;
-Τζόνι: Ναι, μπορώ να έχω μια ντουζίνα κόκκινα τριαντάφυλλα, παρακαλώ;
-Ανθοπώλισσα: Ω γεια σου, Τζόνι, δεν ήξερα πως ήσουν εσύ. Ορίστε.
-Τζόνι: Εγώ είμαι. Πόσο κάνει;
-Ανθοπώλισσα: 18 δολάρια.
-Tζόνι: Ορίστε, κράτα τα ρέστα. Γεια σου, σκυλάκι!
-Ανθοπώλισσα: Είσαι ο αγαπημένος μου πελάτης.
Όπως βλέπουμε, μεγαλύτερες δόσεις δράσης έχουν οι μικροί διάλογοι του “The Room” από τη «Λίγη Ζωή». Ακόμα και στο αφόρητο «Πρωτόλειο» του Άντριου Μάρτιν που διακρίνεται για την ακινησία στην πλοκή του, η γραφή λειτουργεί έτσι ώστε να δίνει βάθος στις μύχιες σκέψεις των χαρακτήρων, και όχι για την απλή παράθεση (τραυματικών) γεγονότων. Στη «Λίγη Ζωή» οποιοδήποτε γεγονός που δεν είναι ακραία τραυματικό για τον αναγνώστη, είτε επειδή περιγράφει ένα ακόμα session κοψίματος από τον Τζουντ (ουχί της διάρροιας, του άλλου με το ξυράφι), είτε αποτελεί έναν ακόμα άχρηστο διάλογο, πολύ απλά δεν έχει χώρο στο βιβλίο.
Η συγγραφέας κάπου στις αρχές του 2022, αφού είχε λάβει την απαιτούμενη «αγάπη» από το κοινό, παραπονέθηκε ότι κανείς δεν θέλει να γυρίσει ταινία ή μίνι σειρά βασισμένη πάνω σε αυτό το βιβλίο, ούτε καν στο Netflix, και μάλιστα κάποιοι κακόβουλοι δημιουργοί τής πρότειναν για τη μεταφορά του βιβλίου να θυμίζει το “Sex and the City”. Για να δεχτεί κανείς να κάνει κάτι τέτοιο, θα πρέπει να αφιερώσει άπειρο χρόνο στο να δημιουργήσει ένα σενάριο με κανονικούς διαλόγους, χωρίς να βασίζεται μόνο στη βία και στην αλόγιστη επανάληψη των ονομάτων, ακόμα και για τα δεδομένα του θεάτρου του παραλόγου.
Ο διάλογος με τη μορφή που υφίσταται στη «Λίγη Ζωή» ενοχλεί για έναν ακόμα λόγο: προσφέρεται όχι για την ανάπτυξη ενός χαρακτήρα, αλλά για μια σαθρή επανάληψη αφήγησης τραύματος. Μπορείς να διαβάσεις τις πρώτες 50 σελίδες και μετά τις τελευταίες 50: τίποτα δεν σε προϊδεάζει για το ότι έχουν περάσει δεκαετίες ανάμεσά τους, κανένας χαρακτήρας δεν φαίνεται να έχει προχωρήσει από το mental state ενός φοιτητή. Θα μπορούσαμε να πούμε πως όλη η παρέα είχε γεννηθεί με τη σοφία ενός ώριμου άνδρα, αν διακρινόταν κάποια σοφία από τους διαλόγους. Φευ.
Και από queer πώς πάμε;
Ποια queer απελευθέρωση; Ποια απελευθέρωση από το τραύμα; Ποια απελευθέρωση από την πατριαρχία; Η τσόντα ενός κατακερματισμένου ανδρικού σώματος παθητικού και απαθούς, κακοποιημένου στο παρελθόν, στο παρόν και το μέλλον, ένα σώμα σαλιγκάρι χωρίς κέλυφος, γδαρμένο και χυμένο σε μια πραγματικότητα εξωφρενική και ένα παρελθόν που βγαίνει από την πένα της Γιαναγκιχάρα με το τσιγκέλι, αφού αυτό είναι το μόνο ενδιαφέρον κομμάτι του βιβλίου, ένα παρελθόν αβίωτο και θολό ανάμεσα στα Αχ, Τζουντ, συγγνώμη Τζουντ, είσαι καλά Τζουντ; χίλια συγγνώμη σού εύχομαι, Τζουντ. Αυτός ο Τζουντ, ένας χαρακτήρας που λόγω του σώματός του αποτελεί περισσότερο κατοικίδιο παρά αυθύπαρκτη προσωπικότητα. Με τόσο τραύμα στην ψυχή και το σώμα του ο Τζουντ καταφέρνει να γίνει μεγαλοδικηγόρος, το βλέπουμε όμως ποτέ αυτό; Τον βλέπουμε άραγε να αγορεύει και να κερδίζει δίκες; Όχι, γιατί η Γιαναγκιχάρα μάς έχει στο σκοτάδι με ένα φωτιστικό πάνω από το σώμα του Τζουντ και με εμάς απέναντι να φοράμε τα γυαλιά από το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» και να μας φωνάζει η φίλτατη ΔΕΣ ΕΔΩ, πόσο κομμένος είναι ο Τζουντ, πόσα κιλά έχει χάσει – πόσο δεν θέλει τη ζωή του και σήμερα, πόσο βαθιά και μακριά πάει το ξυράφι στον καρπό του και σήμερα; Ο Τζουντ είναι απλά ο Γκάρι από τον Μπομπ Σφουγγαράκη και αντί να φωνάζει μάο κόβεται στο μπάνιο του μονολογώντας ούφι, νιώθω μοναξιά. Αυτός είναι ο πρωταγωνιστής μας που λυπόμαστε. Αλλά δυστυχώς ούτε η συγγραφέας του τον λυπήθηκε.
Η παρέα; Διακοσμητική. Ο ένας είναι ο απόγονος πλούσιας οικογένειας και δεν μας απασχολεί σχεδόν ποτέ, ούτε όταν σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό· ο άλλος γίνεται ο έρωτας του Τζουντ και ο παράλλος είναι το κακό παιδί που περισσότερο πρόβλημα προκαλεί στον Τζουντ παρά το οτιδήποτε καλό. Ο γιατρός του Τζουντ που έχει περισσότερες ατάκες από τη μισή παρέα είναι σε κάθε σκηνή σε φάση «αχ θα σε φάω! Πάλι κόπηκες βρε κουτούλι;» και του σημειώνει το βάρος και τα κοψίματα όπως ο παιδίατρος τα εμβόλια στο μπλε τετραδιάκι.
Προφανώς και ο Τζουντ είναι καταχτυπημένος από τη μοίρα. Προφανώς και είναι δύσκολο να σταθεί εναντίον της. Και όχι, δεν λέμε πως δεν υπάρχουν τέτοιες ζωές, πως δεν υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας με ανείπωτο πόνο. Λέμε πως είναι καταπώς διαστροφικό να επιδιώκεις μόνο το ανεπανόρθωτο κακό του ήρωά σου, χωρίς να σε ενδιαφέρει τίποτα άλλο: ούτε να δώσεις μια αλληγορία, ούτε μια φιλοσοφική διάσταση, ούτε μια κοινωνική κατηγορία, ούτε μια πολιτική κριτική, ούτε μια ελπίδα μέσα από το τούνελ του 21ου αιώνα, ούτε έστω ένα whodunnit στοιχείο στη περίπτωση που γράφεις στα παλιά σου τα παπούτσια την κοινωνία στην οποία ζεις και τα μηνύματα που θέλεις να δώσεις, και να επιδιώκεις αντί αυτών μόνο τσόντα πόνου, με πληγές, με κομμένα πόδια και καρπούς, με βιασμούς, με την κοροϊδία του κόσμου. Είναι καταπώς διαστροφικό το μήνυμά σου να είναι μόνο τρύπες και αίμα. Για αυτό και το μόνο που έχει να προσφέρει το έργο σου είναι κλάματα για το booktok, μέχρι εκεί μπορεί να φτάσει το ύψος του νοήματός του.
Στην πιο πρόσφατη ελληνική έκδοση, στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, η «Λίγη Ζωή» χαρακτηρίζεται ως «κλασικό του 21ου αιώνα» (πολυπαθής ήδη ο αιώνας, αν με ρωτάτε). Δεν γνωρίζουμε με ποιες περγαμηνές κατέκτησε αυτόν τον τίτλο, ή αν πλέον δίνεται με περίσσεια ευκολία ή αν το «κλασικό» καθορίζεται μόνο από τους όρους και τις προϋποθέσεις των social media. Αυτή είναι μια συζήτηση για ένα άλλο άρθρο. Η εικόνα που έχουμε για τα κλασικά έργα είναι αυτή των έργων που «παίζουν» σε όλα τα επίπεδα του θυμικού μας, που κατακτούν μια θέση στην ιστορία και γίνονται όπλο στην κριτική μας για τα τεκταινόμενα. Θεωρεί κανείς ως ένα κλασικό βιβλίο ένα έργο που το μόνο που κατάφερε είναι να μας κάνει να κλάψουμε ή να εκνευριστούμε;