Στη «Χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης» το δίλημμα είναι ελευθερία ή θάνατος

Στη «Χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης» το δίλημμα είναι ελευθερία ή θάνατος

Υπάρχει η «Χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης» της Μόσφεγκ, υπάρχει και το «κάθε χρονιά η χρονιά μας» του ΛΕΞ: πώς είναι το να διαλέγεις τη βραχύβια ανυπαρξία, σε έναν κόσμο που δεν σταματά να βουίζει;

Θυμάμαι τον εαυτό μου παιδί να περπατά χέρι χέρι με τη μαμά μου στη λαϊκή, ανάμεσα σε δυσθεώρητο κόσμο που φωνάζει φρούτα, λαχανικά και τιμές. Κάπου εκεί ξαφνικά στον δρόμο αποφάσιζα πολλές φορές να σταματήσω να περπατάω, για να δω τι θα γίνει: θα συνεχίσει ο κόσμος να περπατά ή θα σταματήσει μαζί μου; Αν συνεχίσει να περπατά, θα χαθώ μέσα στο πλήθος; Η παύση εν τέλει ήταν ολιγοδευτερόλεπτη, το χέρι της μαμάς μου τεντωνόνταν, με τραβούσε όσο προχωρούσε και μου έδινε μια ώθηση συνεχίσω μπροστά, κάνοντάς με να την ακολουθήσω την τυφλά, συμπιεσμένη ανάμεσα στον κόσμο, θέλοντας και μη.

Η πρωταγωνίστρια της Οτέσα Μόσφεγκ στη «Χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης» παίρνει μια τέτοια απόφαση στην αυγή του millennium: η πραγματικότητα τής είναι αφόρητη, δεν αντέχει να πάει άλλη μια μέρα στην γκαλερί για την οποία δουλεύει, δεν θέλει να είναι άλλο κολλημένη με τον πρώην της και σιχαίνεται την «κολλητή» της, Ρίβα. Γονείς δεν υπάρχουν: μόνο το διαμέρισμά της – ησυχαστήριο στο Άπερ Ιστ Σάιντ του Μανχάταν, λάφυρο της ορφάνιάς της. Η μόνη υποφερτή συνήθεια που έχει πέραν του ύπνου είναι οι επισκέψεις της στην ψυχίατρο, δρα Τατλ, την οποία γιατρό δεν τη λες και ιδιαίτερα. Αλλά φευ, είναι το μέσο για να παίρνει η πρωταγωνίστριά μας χάπια.

Άπειρα ονόματα χαπιών παρελαύνουν στη «Χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης», και όλα έχουν τον ίδιο σκοπό: να ρίξουν την πρωταγωνίστριά μας σε έναν λήθαργο διάρκειας ενός έτους. Ένας χρόνος χωρίς δουλειά, χωρίς επαφές, χωρίς ερεθίσματα και κυρίως χωρίς πόνο. 

Eίναι πανανθρώπινο συναίσθημα η θέληση για φυγή και κυρίως αποφυγή της πραγματικότητας. Στιγμές και περίοδοι της ζωής που θα ήταν ιδανικό να είχαν αποφευχθεί με κάποιον μαγικό τρόπο δημιουργούν σκέψεις φυγής, από τις πιο σκοτεινές που δύσκολα μοιραζόμαστε και ενέχουν την έννοια της ανυπαρξίας, έως την πιο κοινότοπη «σταματήστε τη Γη να κατέβω». Σε αυτό λοιπόν που μας ενώνει ως ανθρώπους, η Μόσφεγκ δημιουργεί δύο αντικρουόμενες δυνάμεις, δύο διαφορετικές ταχύτητες του κόσμου: αυτήν της ακινησίας και αυτήν που εξακολουθεί να περιδιαβαίνει, σαν τη «γολέτα που εξηκολούθει να βολταντζάρη εις τον λιμένα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στο «Μοιρολόγι της Φώκιας». Αυτές οι δύο ταχύτητες εκφράζονται άμεσα από τις δύο κατά συνθήκη φίλες στην «Χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης», την πρωταγωνίστρια και τη Ρίβα. Η αφηγήτρια καταφεύγει στη βραχύβια ανυπαρξία για να συνεχίσει να ζει, ενώ η Ρίβα βρίσκει αποκούμπια στον υλισμό, τα ρούχα, τις εξαντλητικές δίαιτες, το μάσημα τσίχλας και τη μικροαστική ζωή. Καμιά τους όμως δεν απολαμβάνει τον χρόνο της στη Γη.

«Η δρ Τατλ θα μπορούσε να σου δώσει κάτι για να καταπολεμήσεις τον εθισμό στην τσίχλα», της είπα ξερά. «Υπάρχουν χάπια για τα πάντα πλέον».

«Δεν θέλω να το καταπολεμήσω», απάντησε. «Και δεν είναι εθισμός. Είναι συνήθεια. Μου αρέσει να μασάω τσίχλα. Είναι από τα λίγα πράγματα στη ζωή μου που με κάνουν να νιώθω καλά με τον εαυτό μου, επειδή το κάνω για τη δική μου ευχαρίστηση. Η τσίχλα και το γυμναστήριο. Είναι η ψυχοθεραπεία μου» (σελ.67)

Η Ρίβα, αν δεν πηγαίνουν καλά τα ερωτικά της, διαβάζει  βιβλία για το πώς να βρει τον άντρα των ονείρων της μέσω της αυτοΰπνωσης. Όταν πεθαίνει η μητέρα της, φροντίζει να μεταφερθεί η «κολλητή» της με ασφάλεια στην κηδεία της μητέρας της, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Τη ζηλεύει για το σώμα και τα λεφτά της, μπορεί και να τη σιχαίνεται. Γιατί όμως η μία μένει στην παρέα της άλλης;

«Η Ρίβα λειτουργούσε σαν μαγνήτης για το άγχος μου. Το απορροφούσε όλο. Όταν ήταν μαζί μου, ένιωθα σαν μοναχός Ζεν. Δεν είχα φόβο, δεν είχα επιθυμία, δεν με απασχολούσαν τα εγκόσμια. Μαζί της μπορούσα να ζω στο τώρα. Δεν είχα παρελθόν, ούτε παρόν […] Η Ρίβα μπορούσε να θυμώσει, να παθιαστεί, να λυπηθεί βαθιά, να εκστασιαστεί. Εγώ όχι».

Η φίλη αυτή λοιπόν, με όσα κουσούρια έχει, παρακολουθεί στενά την αφηγήτριά μας που είναι στην αποστολή του ύπνου. Τη ζηλεύει για τα επιφανειακά, τη συμπονεί για τα βαθύτερα αισθήματά της. Η πρωταγωνίστριά μας όμως τη ζηλεύει για το ακριβώς αντίθετο: την ετοιμότητά της να ανακουφίσει τον όποιο πόνο της με κάποια δράση, το ρίσκο του να έρχεσαι σε επαφή με το συναίσθημά σου.

Και η αφηγήτρια; Είναι απλά μια τεμπέλα πλούσια κληρονόμος που δεν θέλει να δουλέψει; Μια καταθλιπτική που αναζητά μια διακοπή (και όχι οριστική παύση) πραγματικότητας ή μια ορφανή νεαρή που ψάχνει την προσοχή από τρίτους; Η απάντηση βρίσκεται όχι μόνο στην πετριά που κουβαλάει ο εκάστοτε αναγνώστης μέσα του, αλλά και στις συνθήκες που μας περιβάλλουν. 

Η «Χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης» κυκλοφόρησε το 2018 και η συγγραφέας του, Οτέσα Μόσφεγκ, είδε το βιβλίο της να γίνεται viral στην απόλυτη περίοδο ακινησίας του πλανήτη Γη: μεταξύ 2020 και 2021, το άρτι σχηματισμένο booktok ανέδειξε τη «Χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης» ως ένα από τα βιβλία της καραντίνας, αν όχι το βιβλίο της καραντίνας. Το βιβλίο βέβαια είναι πολλά παραπάνω από ένα βιβλίο απομόνωσης, καθώς αγγίζει το πανανθρώπινο ζήτημα της ύπαρξης. Η «Χρονιά» αφορά εκείνο το δικαίωμά μας για απόγνωση, την επιλογή του flight στο δίλημμα fight or flight, το ίδιο το δίλημμα ελευθερία ή θάνατος, με την απάντηση να είναι «Ναι», ένας στιγμιαίος θάνατος στο διαρκές βουητό της καθημερινότητας, μια ολόδική σου απόφαση για ελευθερία, μια ολόδική σου ερμηνεία στο τι είναι ελευθερία. Υπάρχει η «Χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης» της Μόσφεγκ, υπάρχει και το «κάθε χρονιά η χρονιά μας» του ΛΕΞ. Αλίμονο, όμως, να ήταν ζωή τόσο μονότονη που να περιοριζόταν σε μία επιλογή.

Σχετικά άρθρα