Jacques Prevert: Τα κλειδιά της πόλης είναι βαμμένα στο αίμα
Ο Γάλλος ποιητής Ζακ Πρεβέρ [Jacques Prevert, 1900-1977] που απεχθανόταν τα κλουβιά, τον καθωσπρεπισμό και τις ταμπέλες
Στον τοίχο έξω από μία σχολή της Αθήνας είναι γραμμένη χρόνια τώρα η φράση: «το σύστημα διδασκαλίας είναι η διδασκαλία του συστήματος» με μαύρο σπρέι, που θα μπορούσε να έχει ψεκαστεί από το αόρατο, ας πούμε, χέρι του Γάλλου ποιητή που παράτησε το σχολείο στα 15 χρόνια του, απορρίπτοντας τα πρωινά δασκαλέματα στην τάξη και σπάζοντας τα συμβατικά δεσμά του προς το παιχνίδι της ζωής που τον καλούσε.Ο Ζακ Πρεβέρ [Jacques Prévert, 1900-1977] απεχθανόταν τα κλουβιά, τον καθωσπρεπισμό και τις ταμπέλες. Η γνωστή ποιητική του συλλογή, Λόγια [Paroles, 1946], απ` όπου προέρχονται τα ποιήματα που μεταφράζονται εδώ, είναι μια εναντίωση στο κυνήγι του ανθρώπου και του χρήματος, ένα μανιφέστο ενάντια στον πόλεμο, ένα προσωπικό ημερολόγιο αποστροφής για ό,τι αθόρυβα υποδουλώνει τον καθένα από εμάς. Είναι ακριβώς όλα αυτά, αλλά αυθόρμητα και πολύ αληθινά. Στα ποιήματα που ακολουθούν, ο Πρεβέρ μας μιλάει από τη δεκαετία του `30 και του `40 για το χρήμα και τα παιδιά του, που κοντά έναν αιώνα μετά διαιωνίζουν τον σπόρο τους, με μια φωνή που θα μπορούσε να είναι από το παρόν ή, αλίμονο, από το μέλλον μας.
Βέβαια, καταπώς συνηθίζεται στις ποιητικές τάξεις της υψηλής διανόησης, η ποίησή του έχει χαρακτηριστεί και χαρακτηρίζεται από πολλούς ως απλοϊκή, ή ως ένα συνονθύλευμα από λαϊκά στιχάκια φτωχής καλλιτεχνικής αξίας. Κι είναι σε ακριβώς αυτό το σημείο που ο Γάλλος ρεαλιστικά σουρεαλιστής, συντεταγμένα άναρχος, συνειδητά ονειροπόλος, μας δείχνει το φεγγάρι με το λάθος δάχτυλο.
Στο μαγαζί της ανθοπώλισσας
Ένας άνδρας μπαίνει στο μαγαζί μιας ανθοπώλισσας και διαλέγει κάποια άνθη η ανθοπώλισσα περιτυλίγει τα άνθη ο άνδρας βάζει το χέρι του στην τσέπη να ψάξει για τα χρήματα τα χρήματα για να πληρώσει τα άνθη μα βάζει αυτός την ίδια ώρα τελείως ξαφνικά το χέρι πάνω στην καρδιά του και ξαπλώνεται
Την ίδια ώρα που αυτός πέφτει τα χρήματα κυλούν στη γη κι ύστερα πέφτουνε τα άνθη την ίδια ώρα με τον άνδρα την ίδια ώρα με τα χρήματα και η ανθοπώλισσα μένει εκεί με τα χρήματα που κυλούν με τ` άνθη που μαραίνονται με τον άνδρα που πεθαίνει προδήλως όλα ετούτα είναι πολύ λυπητερά και πρέπει αυτή κάτι να κάνει η ανθοπώλισσα μα δεν ξέρει τον τρόπο να το κάνει δεν ξέρει από πού να ξεκινήσει
Υπάρχουν τόσα πράγματα να γίνουν μ` αυτόν τον άνθρωπο που πεθαίνει τα άνθη αυτά που παν να μαραθούν και τούτα τα χρήματα τα χρήματα ετούτα που κυλούν που δε σταματάνε να κυλούν.
Πρωινός ύπνος ως αργά
Είναι τρομερός ο μικρός θόρυβος απ` το σκληρό αυγό που σπάει σ` έναν πάγκο από τσίγκο, είναι τρομερός αυτός ο θόρυβος όταν κινείται μες στη μνήμη του ανθρώπου που πεινάει είναι τρομερό επίσης το κεφάλι του ανθρώπου το κεφάλι του ανθρώπου που πεινάει όταν αυτός κοιτάζει στις έξι η ώρα το πρωί μέσα στο τζάμι του πολυκαταστήματος ένα κεφάλι στο χρώμα της λέρας δεν είναι πρωτίστως το κεφάλι του που αυτός κοιτάει μες στη βιτρίνα του Ποτέν* σκοτίστηκε για το κεφάλι του ο άνθρωπος ούτε που το σκέφτεται ονειρεύεται φαντάζεται μιαν άλλη κεφαλή ένα κεφάλι μόσχου, για παράδειγμα, μαζί με μία σάλτσα από ξίδι, ή ένα κεφάλι από ό,τι να `ναι που να τρώγεται και κουνάει αυτός το σαγόνι του απαλά απαλά και τρίζει αυτός τα δόντια απαλά γιατί ο κόσμος έχει ν` αγοράσει το κεφάλι του κι αυτός τίποτα δε μπορεί ενάντια σ` αυτόν τον κόσμο κι αυτός μετράει με τα δάχτυλά του μία δυο τρεις μία δυο τρεις είναι ίσα με τρεις μέρες που δεν έχει φάει και ωραία θα `ταν να το επαναλάβει ύστερα από τρεις μέρες Αυτό δε γίνεται να διαρκέσει αυτό διαρκεί τρεις μέρες τρεις νύχτες χωρίς να φάει και πίσω από ετούτες τις βιτρίνες αυτά τα πατέ αυτές οι μποτίλιες αυτές οι κονσέρβες ψάρια νεκρά προστατευμένα απ` τα κουτιά κουτιά προστατευμένα απ` τις βιτρίνες βιτρίνες προστατευμένες απ` τους μπάτσους μπάτσοι προστατευμένοι απ` τον φόβο σαν οδοφράγματα για έξι θλιβερές σαρδέλες.. Λίγο πιο μακριά το μπιστρό καφέ-κρεμ και κρουασάν ζεστά ο άνθρωπος τρεκλίζει και στα ενδότερα τoυ κεφαλιού του μια ομίχλη από λέξεις μια ομίχλη από λέξεις σαρδέλες για φάγωμα σκληρό αυγό καφέ-κρεμ καφές ποτισμένος ρούμι καφέ-κρεμ καφέ-κλεμ καφέ-κλεμμένος ποτισμένος αίμα!… Ένας άνδρας πολύ σεβάσμιος στη γειτονιά του δολοφονήθηκε μέρα μεσημέρι ο δολοφόνος ο αλήτης του `κλεψε δύο φράγκα σα να λέμε έναν καφέ αρωματισμένο μηδέν φράγκα κόμμα εβδομήντα δύο ταρτάκια βουτυρωμένα και εικοσιπέντε σεντς για το πουρμπουάρ του σερβιτόρου.
*Ποτέν (Potin): αλυσίδα καταστημάτων τροφίμων της εποχής που ξεκίνησε από το μπακάλικο του Félix Potin τo 1845 στο Παρίσι
Τα κλειδιά της πόλης
Τα κλειδιά της πόλης είναι βαμμένα στο αίμα ο Ναύαρχος κι οι αρουραίοι εγκαταλείψανε το πλοίο καιρό τώρα μια μέρα αδελφή Άννα αδελφή μου Άννα δε βλέπεις τίποτα που να έρχεται βλέπω μες στη μιζέρια το πόδι ενός παιδιού γυμνό και την καρδιά του καλοκαιριού ήδη σφιγμένη στο μεταξύ των πάγων του χειμώνα βλέπω μέσα στη σκόνη απ’ τα ερείπια του πολέμου ιππότες της βαριάς βιομηχανίας με δρασκελιές πάνω από αξιωματικούς του ελαφρού ιππικού να παρελαύνουν κάτω από την ασπίδα μέσα σε κάποια μουσική του τσίρκου και δασκάλους απ` τα σιδηρουργεία δασκάλους του μπαλέτου να διευθύνουν μια καντρίλια ακούνητη και παγωμένη όπου οι φτωχές οικογένειες όρθιες μπροστά απ’ τον μπουφέ κοιτάζουνε αμίλητες τ’ αδέρφια τους τα ελευθερωμένα τα αδέρφια τους τα ελευθερωμένα απ’ την αρχή και πάλι ν’ απειλούνται από έναν κόσμο γέρικο, ξεκούτη, κακέκτυπο και καλιμπραρισμένο και βλέπω εσένα Μαριάννα φτωχή μικρή μου αδελφή κρεμάμενη ακόμη μια φορά στον σκοτεινό θάλαμο της ιστορίας λαιμοδεμένη από τη Λεγεώνα της Τιμής και βλέπω γενειάδα μπλε άσπρη κόκκινη ατάραχη και χαμογελαστή να παραδίδει να παραδίδει τα κλειδιά βαμμένα στο αίμα στους μεγάλους εξυπηρετητές της Τάξης της Τάξης των μεγάλων δυνάμεων του χρήματος.
Ο λόγος για την ειρήνη
Προς το τέλος ενός λόγου εξαιρετικά σημαντικού ο μεγάλος άνδρας του Κράτους τρεκλίζοντας πάνω σε μια ωραία φράση κούφια πέφτει μέσα και αβοήθητος με το μεγάλο στόμα του ανοιχτό ασθμαίνοντας δείχνει τα δόντια και η οδοντική αποσύνθεση των ειρηνικών συλλογισμών του αποκαλύπτει το νεύρο του πολέμου το ευαίσθητο ζήτημα των χρημάτων.
Ο χαμένος χρόνος
Μπροστά στην πόρτα του εργοστασίου ο εργάτης σταματάει ξαφνικά o ωραίος καιρός τον τράβηξε απ` το σακάκι κι όπως γυρίζει και τον ήλιο ατενίζει όλον κόκκινο όλον στρογγυλό να χαμογελάει μέσα στον ουρανό του από μόλυβδο κλείνει το μάτι με οικειότητα Για πες λοιπόν σύντροφε Ήλιε δε βρίσκεις πως είναι μάλλον μαλακία να δίνεις μία τέτοια ημέρα σε ένα αφεντικό;
Ο ανθρώπινος μόχθος
Ο ανθρώπινος μόχθος δεν είναι αυτός ο ωραίος νέος άνδρας ο χαμογελαστός όρθιος πάνω στο πόδι του από γύψο ή από πέτρα που δίνει χάρη στα παιδαριώδη τεχνάσματα της γλυπτικής στην ανόητη ψευδαίσθηση της χαράς του χορού και της αγαλλίασης υπενθυμίζοντας με το άλλο πόδι στον αέρα τη γλυκύτητα του γυρισμού στο σπίτι. Όχι ο ανθρώπινος μόχθος δεν φέρει ένα μικρό παιδί στον δεξή ώμο άλλο ένα στο κεφάλι κι ένα τρίτο στον ώμο τον αριστερό με τα εργαλεία στον αορτήρα και τη νεαρή γυναίκα ευτυχισμένη να κρέμεται απ’ το μπράτσο του. Ο ανθρώπινος μόχθος φέρει έναν επίδεσμο στην κήλη και τις ουλές από τις μάχες που ‘χουν παραδοθεί απ` την εργατική τάξη ενάντια σ’ έναν κόσμο παράλογο και δίχως νόμους Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει σπίτι αληθινό οσφραίνεται τη μυρωδιά της εργασίας του και τον χτυπάει στα πνευμόνια ο μισθός του κοκαλιάρης τα παιδιά του επίσης, δουλεύει σαν τον νέγρο, κι ο νέγρος σαν αυτόν. Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει τρόπους ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει την ηλικία της λογικής ο ανθρώπινος μόχθος έχει την ηλικία των στρατώνων την ηλικία των φυλακών και των κατέργων την ηλικία των εκκλησιών και των εργοστασίων την ηλικία των κανονιών κι αυτός που έχει φυτέψει παντού όλους τους αμπελώνες κι έχει κουρδίσει όλα τα βιολιά τρέφεται από όνειρα άσχημα και μεθάει με το άσχημο κρασί της παραίτησης και σαν ένας μεγάλος σκίουρος μεθυσμένος χωρίς σταματημό γυρνάει σε κύκλους μες σ’ ένα σύμπαν εχθρικό σκονισμένο και με ταβάνι χαμηλό και ολοένα σφυρηλατεί την αλυσίδα την αλυσίδα τη φρικτή όπου όλα είναι αλυσοδεμένα η μιζέρια η πρόσοδος η δουλειά η θανάτωση η θλίψη η δυστυχία η αϋπνία και η ανία η τρομακτική αλυσίδα του χρυσού του άνθρακα του σιδήρου και του χάλυβα του κλίνκερ και της σκόνης η περασμένη γύρω από τον λαιμό ενός κόσμου σακατεμένου η άθλια αλυσίδα όπου έρχονται να γαντζωθούν τα θεία γούρια τα ιερά κειμήλια οι σταυροί της τιμής οι σταυροί οι αγκυλωτοί τα φυλαχτά-σκιουροπίθηκοι τα μετάλλια των παλιών υπηρετών τα μπιχλιμπίδια της κακοτυχίας η μεγαλοπρεπής αίθουσα του μουσείου το μέγα πορτρέτο του έφιππου το μέγα πορτρέτο του βαδίζοντος το μέγα πορτρέτο προσώπου προφίλ στο ένα πόδι το μέγα πορτρέτο επιχρυσωμένο το μέγα πορτρέτο του μεγάλου μάντη το μέγα πορτρέτο του μεγάλου αυτοκράτορα το μέγα πορτρέτο του μεγάλου στοχαστή του μεγάλου άλτη του μεγάλου ηθικολόγου του αξιοπρεπούς και θλιβερού φαρσέρ το κεφάλι του μεγάλου ταραξία το κεφάλι του επιθετικού ειρηνοποιού το αστυνομικό κεφάλι του μεγάλου απελευθερωτή το κεφάλι του Αδόλφου Χίτλερ το κεφάλι του κυρίου Θιέρσου το κεφάλι του δικτάτορα το κεφάλι του δημίου όποιας και να ‘ναι χώρας όποιου και να ‘ναι χρώματος το απεχθές κεφάλι το δυστυχές κεφάλι το κεφάλι για χαστούκια το κεφάλι για σφαγή το επικεφαλής του φόβου.