Δημήτρης Καραντζάς στο ΚΛΙΚ: «Με παγώνει το ότι νιώθω ορφανός πολιτικά»
© Γκέλυ Καλαμπάκα

Δημήτρης Καραντζάς στο ΚΛΙΚ: «Με παγώνει το ότι νιώθω ορφανός πολιτικά»

Συναντήσαμε τον Δημήτρη Καραντζά εν μέσω προβών για την «Άλκηστη» του Ευρυπίδη που σκηνοθετεί για το Εθνικό Θέατρο και θα κάνει πρεμιέρα στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 17 και 18 Ιουλίου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.

«Ο Άδμητος θα σωθεί από τον θάνατο μόνο εάν κάποιος άλλος δεχτεί να πεθάνει στη θέση του. Η Άλκηστις, η σύζυγός του, προσφέρει τον εαυτό της ως αντάλλαγμα. Η θυσία της εκτυλίσσεται δημόσια, μπροστά στα μάτια των πολιτών, ως μια προδιαγεγραμμένη δολοφονία – μια πράξη που σήμερα διαβάζεται αναπόφευκτα ως γυναικοκτονία, νομιμοποιημένη από την κοινωνική και πολιτική τάξη». Δεν είναι καθόλου αυτονόητο να διαβάσουμε τη λέξη «γυναικοκτονία» σε ένα επίσημο δελτίο Τύπου, όπως αυτό της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου που θα παρουσιαστεί στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 17 και 18 Ιουλίου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Βέβαια, σκηνοθέτης της τραγωδίας του Ευριπίδη είναι ο Δημήτρης Καραντζάς, ένας καλλιτέχνης, που εκτός του ότι έχει κατακτήσει να θεωρείται πολιτιστικό γεγονός κάθε νέα του παράσταση, είναι τολμηρός όχι μόνο στο σκηνοθετικό του όραμα αλλά και στην κοινωνική του στάση. Λέει πάντοτε τα πράγματα με το όνομα τους, δεν στρογγυλεύει, δεν κρύβεται πίσω από την επιτυχία του, δεν επαναπαύεται στη σκηνοθετική καρέκλα του. Είναι και πολύ ταλαντούχος συνομιλητής όμως, ο Δημήτρης Καραντζάς. Είναι στιγμές που νιώθεις ότι όσα λέει εκκινούν από μια υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη που υπαγορεύει ανεπτυγμένη κοινωνική συνείδηση, ενσυναίσθηση, αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ηθική της αισθητικής.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Βρεθήκαμε μόλις δυό μέρες μετά την γυναικτοκτονία στην Καλαμάτα. Είναι από τα πρώτα πράγματα που συζητήσαμε, με αυτή την αίσθηση που είναι κάτι μεταξύ θυμού και αμηχανίας. Κι είπαμε κι άλλα πολλά, και για τα γύρω μας αλλά και τα εντός μας, μέχρι να ξεκινήσουμε επισήμως, με αυτό το officially να έρχεται πάντα με το πάτημα του record. Όταν μετά από αρκετή ώρα, δυο κρύους καφέδες σε έναν πεζόδρομο των Εξαρχείων και μπόλικα τσιγάρα, βάλαμε τελεία, χαρακτήρισε γελώντας τη συνέντευξη μας ως μια «κουβέντα με ελευθερία συνειρμών…». Σίγουρα δεν κινηθήκαμε με αυστηρότητα στις καλλιτεχνικές αφορμές αυτής της συνέντευξης, που ξεκινά βεβαίως από την «Άλκηστη» και περιλαμβάνει και τρία προσεχώς, παραστάσεις που θα ανέβουν την επόμενη σεζόν. Όλες πάντως, είναι επιλογές που δε γίνονται στα τυφλά, απλά επειδή ένα θεατρικό κείμενο είναι σημαντικό, ούτε εν βρασμώ. Το νήμα σύνδεσης υπάρχει, έστω και υπόγειο, ίσως (ή και όχι) «διακριτικό», κι αν βρεις την άκρη του, η μία επιλογή οδηγεί στην άλλη με τον πιο φυσικό τρόπο, πώς ανοίγεις μια μπάμπουσκα για να ξεπεταχτούν κι άλλες, κι άλλες.

Να ας πάρουμε παράδειγμα τον τετραπλό «κορμό» της κουβέντας μας που είναι: Η «Άλκηστις» του Ευριπίδη που σκηνοθετεί με ένα λαμπρό καστ το οποίο περιλαμβάνει τους Γιάννη Νιάρρο, Ηρώ Μπέζου, Θεοδώρα Τζήμου, Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη, Κώστα Νικούλι, Αινεία Τσαμάτη, Δήμητρα Βλαγκοπούλου, κ.α. Ο δεύτερος κύκλος ζωής του «Cleansed», από τις πιο πολυσυζητημένες και φυσικά sold out παραστάσεις της χρονιάς που θα παρουσιαστεί ξανά στο Ίδρυμα Κακογιάννη από τις 28 Σεπτεμβρίου έως τις 20 Οκτωβρίου. Τα δύο καινούργια έργα που έρχονται τον χειμώνα, και είναι ο «Ρομπέρτο Τσούκκο» του Μπερνάρ Μαρί Κολτές με τον Δημήτρη Καπουράνη στον ομώνυμο ρόλο στο Θέατρο Προσκήνιο από τις 23 Οκτωβρίου έως τις 29 Νοεμβρίου και ο «Άμλετ» με την Στεφανία Γουλιώτη στο Θέατρο Βεάκη, τέλη Δεκεμβρίου. Η έννοια της ελευθερίας είναι η συγκολλητική τους ουσία, ένα κοινό πεδίο αναστοχασμού, ένα υψηλό διακύβευμα που παραμένει επίκαιρο ζητούμενο.

Αυτή την εποχή είσαι αισιόδοξος; Με μπερδεύει αυτή η ερώτηση γιατί είμαι πιο καλά σε επίπεδο διαχείρισης, πίστης και αισιοδοξίας στη δουλειά αλλά είμαι πιο απαισιόδοξος από ποτέ για την ανθρωπότητα και για τον κόσμο. Αυτό από μόνο του είναι μια τεράστια αντίφαση. Απο τη μία αισιοδοξείς και πας θετικά προς μια κατεύθυνση, και μετά βλέπεις κάτι που σε παγώνει, για παράδειγμα ένα καινούργιο νέο, τι έγινε στην Παλαιστίνη, τι έγινε στην Καλαμάτα. Υπάρχει και κάτι άλλο που με απελπίζει τρομερά. Έχω σιχαθεί να βλέπω τις πολιτικές αντιπαραθέσεις στη χώρα μας. Νομίζω ότι το επίπεδο πια έχει φτάσει στο παλιό, επί 90s, «επίπεδο μεσημεριανή ζώνη». Μου παραλύει το νευρικό σύστημα ο τρόπος διατύπωσης των διαφωνιών ή διαχείρισης, δεν μπορώ να πω πολιτικής, διότι κατά τη γνώμη μου δεν ασκείται πολιτική, υπάρχει μια κόντρα μάνατζερ που μιλάνε με όρους αγοράς, μαφίας και μετράνε το ποιός έχει τα πιο πολλά φράγκα ή το πιο πολύ νταηλίκι για να πείσει. Αυτό με κάνει να νοσταλγώ εποχές του παλιού δικομματισμού ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, που τότε μας φρίκαρε αλλά μπορείς να πεις ότι ο τρόπος που διατυπώνονταν οι πολιτικές διαφωνίες είχε και έναν ειρμό λόγου σε πρώτη φάση. Διαφωνούσες ή απεχθανόσουν θέσεις και απόψεις αλλά τουλάχιστον δεν διατυπώνονταν άναρθα, από προγλωσσικά υποκείμενα της κυβέρνησης. Επίσης, φρικάρω με το ότι αυτή τη στιγμή υπαγόμαστε στα γούστα ενός ψυχοπαθούς δολοφόνου, του Τραμπ μαζί με τον φίλο του Νετανιάχου. Το ότι η ανθρωπότητα χορεύει σε αυτό το ρυθμό και δεν κάνει και τίποτα για αυτό, παρακολουθεί αυτούς τους δύο….

Μου φέρνεις στο μυαλό αυτό που είπε πρόσφατα ο Κεν Λόουτς στο Φεστιβάλ των Καννών, φράση που ανήκει στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ: «Το χειρότερο δεν είναι η βία των κακών, είναι η σιωπή των καλών». Αυτό λέω και αυτό με κάνει να νοιώθω ένοχος γιατί δε γίνεται και να μην νοιώθεις ένοχος. Θεωρώ πολύ πειραματική περίοδο στην καραντίνα όπου δοκιμάστηκε πολύ η υπακουή και η καταστολή και πέτυχε, και από κει και πέρα νομίζω ότι τα αντακλαστικά των ανθρώπων έχουν πάει στον πάτο.

Είμαστε λες σε ένα γενικό μούδιασμα, με μια συσσωρευμένη αμηχανία και ακόμη κι όσοι διαφωνούν δεν μπορούν να αντιδράσουν; Αυτό τώρα μου θυμίζει αυτό που ακούγεται καμιά φορά ότι ο κόσμος δεν ξεσηκώνεται, δε βγαίνει στο δρόμο. Δεν έχουν άδικο αυτοί που το λένε. Στο δρόμο βγήκαμε μόνο για τα Τέμπη που ήταν έγκλημα και με πολλούς νεκρούς και σαν να έβαλε ο κόσμος εκεί ένα όριο. Αλλά δεν έχουν μπει όρια και για χειρότερα. Πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε μια άλλη καραντίνα όπου απαγορεύεται να επισκεπτόμαστε τη σκέψη μας. Σαν να έχουμε εξοριστεί από τη σκέψη και από την αντίδραση. Αυτό βλέπω και στη γενιά μου και στη νεότερη γενιά.

Γιάννης Νιάρρος & Ηρώ Μπέζου, υποδύονται τον Άδμητο και την Άλκηστη © Γκέλυ Καλαμπάκα

Εάν γίνονταν εκλογές αύριο θα ήξερες τι θα ψηφίσεις; Όχι δεν ξέρω κι αυτό με πληγώνει πολύ. Με παγώνει το ότι αυτή τη στιγμή νοιώθω ορφανός πολιτικά. Θα καθόμουν λοιπόν να μελετήσω λέξη προς λέξη τα προγράμματα, τις ομιλίες, να βρω έναν λόγο να με παρηγορήσει, που να πω οτι αυτός που μιλάει έχει σκεφτεί κάτι που μπορεί να περιλαμβάνει τη λέξη «άνθρωπος» περισσότερο από τις λέξεις «επένδυση», «τράπεζα», «πόλεμος», κάτι που να μου θυμίσει ότι αυτό το πράγμα που λέγεται γη κατοικείται από ανθρώπους και προσπαθεί να προστατεύσει και να εξασφαλίσει και κάποια δικαιώματα πέρα από υποχρεώσεις. Τις οικονομικές υποχρεώσεις και τις υποχρεώσεις σιωπής που έχουν επιβληθεί, προκειμένου να κερδίζουν τα συμφέροντα συγκεκριμένων πηγών, όλα αυτά τα έχουμε καταλάβει. Νοιώθεις όμως, ενοχή να μιλήσεις για δικαιώματα, γιατί θα σε πούνε παλιοκομμουνιστή. Αυτό δεν είναι εφιαλτικό;

Μέσα σε όλο αυτό το κλίμα που εισπράτεις και νοιώθεις, το θέατρο τι ρόλο παίζει; Σίγουρα επηρεάζεσαι στο τι επιλέγεις. Εάν κάνω μια πρώτη σκέψη, και η «Άλκηστις» τώρα και ο «Ρομπέρτο Τσούκκο» και ο «Άμλετ» του χρόνου, είναι και τα τρία έργα που έχουν να κάνουν με την κοινωνική ευθύνη και την κοινωνική κατολίσθηση. Μιλάνε για κόσμους που βρίσκονται σε παρακμή και πτώση. Αυτό σίγουρα κινείται από τον τρόπο που «διαβάζω» την εποχή. Αλλά δε ξέρω εάν φτάνει να επισκέπτεσαι μόνο παλιές δραματουργίες για να συσχετιστείς με την εποχή σου.

Θα ήθελες δηλαδή περισσότερα νεοελληνικά έργα, σύγχρονους συγγραφείς που να μιλάνε για το εδώ και τώρα μας; Εκεί μπαίνει το άλλο πρόβλημα. Νομίζω ότι ποτέ δε γράφτηκε ένας σημαντικός στοχασμός την ώρα του βρασμού. Μπορείς να καταγγείλλεις την ώρα του βρασμού-που βέβαια, δε φτάνει- αλλά ένας ψύχραιμος στοχασμός για την εποχή δεν μπορεί να γίνει τώρα.

Δημήτρης Καραντζάς
«Έχω περάσει πάρα πολλές κρίσεις πανικού, έχω βρεθεί σε καταστάσεις που με ξεπέρασαν και σε επίπεδο πρόβας και στη συνάντηση με ανθρώπους οι οποίοι ήταν πολύ τοξικοί.Φαντάσου ότι κάποια στιγμή απέκτησα δερματικά, τα οποία με φρικάρανε, δεν το περίμενα ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο. Είχα πάθει κνίδωση που έβραζε μέσα μου, ξυπνούσα με φουσκάλες που ακινητοποιοούσαν τα δάχτυλα μου», λέει ο Δημήτρης Καραντζάς © Γκέλυ Καλαμπάκα

Κρατάει χρόνια αυτή η κουβέντα του κατά πόσον έχουμε μεγάλη ή τελοσπάντων επαρκή παραγωγή σύγχρονων έργων που καταγράφουν όσα συμβαίνουν τώρα. Οπότε δίνεις ένα άλλοθι, ότι χρειάζεται χρόνος προκειμένου να αφομοιωθεί μια κατάσταση; Δε ξέρω εάν δίνω άλλοθι, αλλά το βλέπω σε εμένα, κάπως επειδή είμαστε σε αυτή την εποχή των παγωμένων αντανακαστικών, μέχρι να συλλάβεις τι έχει συμβεί και να βρεις τι θέλεις να αρθρώσεις στοχευμένα κι όχι να πεις ένα γενικά «σκατά» που δε φτάνει, χρειάζεται μια αφομοίωση. Στο σινεμά το βρίσκω λίγο πιο απλό να φτιάξεις μια πρωτογενή ιστορία στην οποία θα μιλήσεις για κάποια πράγματα ή θα τα δείξεις. Το θέατρο, επειδή έχει να κάνει αρκετά με τον λόγο, την ανταλλαγή επιχειρημάτων, τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις που πρέπει να λεκτικοποιηθούν και να αποκτήσουν υπόσταση, νοιώθω ότι θέλει παραπάνω χρόνο. Την ίδια στιγμή βέβαια, που το λέω αυτό αμφιβάλλω. Εγώ αποπειράθηκα με το «Σπίτι» που είχα κάνει στη Στέγη να μιλήσω για κάτι το οποίο με έκαιγε τότε και ακόμα με καίει, αυτή τη μηχανιστική ανάγκη επιβίωσης που σε κάνει να στριφογυρίζεις στο διαμέρισμα σου και να είσαι λειτουργικός και πρακτικός τη στιγμή που απ’ το παράθυρο σου έχει εισβάλει όλη η βία του κόσμου, όπου παράθυρο μπορεί να είναι το παράθυρο σου αντικειμενικά ή η οθόνη σου που είναι, έτσι κι αλλιώς, το καινούργιο παράθυρο και δείχνει τι γίνεται στον κόσμο. Αυτό νοιώθω ότι άρθρωσε κάτι που είχα ανάγκη να πω αλλά έχω ερωτηματικό για το εάν ήταν ολοκληρωμένο καλλιτεχνικά. Ακριβώς επειδή έγινε πάνω στον βρασμό μου. Μπορεί αν το ξαναέπιανα να είχε άλλου είδους επεξεργασίες και να είχε οξυνθεί κάτι πιο συγκεκριμένο και να άνοιγε καλλιτεχνικά και σε πιο ποικίλες σκέψεις-ίσως ήταν λίγο πιο μονοσήμαντο απ’ ότι ήθελα.

Μιας και το πήγες εκεί, σκεφτόμουν ότι οι σκηνοθέτες του κινηματογράφου μπορούν να επανεκτιμήσουν το έργο τους αφού οι ταινίες μένουν. Η διαδικασία της επανεκτίμησης στο θέατρο, που είναι η τέχνη του εφήμερου, πώς γίνεται; Μιλάς σε πολύ προβληματικό εγκέφαλο που διορθώνει στο μυαλό του παραστάσεις που έγιναν ακόμα και πριν από δέκα χρόνια. Μου έρχονται φράσεις από ένα έργο και αναρωτιέμαι γιατί για παράδειγμα δεν έβαλα μια παύση ή σκέφτομαι ότι κάτι ήταν λάθος. Αλλά δεν είναι ότι κάθομαι να στοχαστώ, έρχονται μόνες τους τέτοιες σκέψεις. Μπορεί να διορθώνω στο μυαλό μου σκηνές από τα «Κύματα» που έκανα το ’15. Όταν είμαι σε διάλογο με ένα έργο, όπως π.χ. τώρα με την «Άλκηστη» μπορεί να βρεθώ σε ένα σταυροδρόμι όπου πρέπει να κάνω μια επιλογή ως προς την πορεία του έργου και να θυμηθώς ένα ανάλογο σημείο σε παλιότερη δουλειά και αυτό να δημιουργήσει τέτοιες σκέψεις.

Είσαι ψυχαναγκαστικός; Δε ξέρω ακριβώς τι σημαίνει η λέξη, αλλά μάλλον. Εννοώ δεν είμαι ο τύπος που δεν αντέχει π.χ. να μην είναι ευθεία τα πράγματα ή που θέλει το πιρούνι να είναι σε συγκεκριμένη θέση στο τραπέζι, κτλ κτλ αλλά …

Έχεις εμμονή με τη δουλειά σου να υποθέσω. Ναι. Έχω εμμονή με τη δουλειά μου γιατί είναι το μόνο πράγμα που με συντονίζει.

Γενικά δηλαδή είσαι …ασυντόνιστος; Τι σημαίνει αυτό; Είμαι πολύ αναβλητικός, δε ξέρω τι να με κάνω στην υπόλοιπη ζωή μου. Θα στο πω απλά και με παραδείγματα. Μπορεί να μην πληρώσω το ρεύμα για τρεις μήνες όχι επειδή δεν είχα χρήματα αλλά επειδή όταν μου έρχονται ειδοποιήσεις σκέφτομαι ότι έχω καιρό. Άρχισα τώρα μαθήματα οδήγησης και με ρωτάνε όλοι «γιατί άργησες; φοβόσουν;». Ποτέ δεν φοβόμουν. Σκεφτόμουν ότι πρέπει να κάνω μαθήματα και το ανέβαλα. Ενώ ας πούμε στη δουλειά θα κάνω όλα τα βήματα που χρειάζονται και μπορεί να αναρωτηθείς μα καλά πώς πρόλαβες να τα κάνεις όλα, να τα συντονίσεις, κτλ.

Δημήτρης Καραντζάς
© Γκέλυ Καλαμπάκα

Αφήνεις χώρο στους ηθοποιούς σου; Μαθαίνεις από αυτούς; Πάρα πολύ. Υπήρξαν δύο περίοδοι. Η μία ήταν της φοβισμένης σκηνοθεσίας που ήθελα να το ελέγξω όλο και έφτανα να είμαι μέχρι και πνιγηρός. Έως το ’16-’17 θα πω, σχεδόν την πρώτη δεκαετία μου στο θέατρο δηλαδή, σκεφτόμουν ότι για να πετύχει κάτι δεν έπρεπε να κουνηθεί πόντος από αυτό που είχα φτιάξει στο κεφάλι μου. Άρχισα όμως να βλέπω ότι πρώτα απ’ όλα μπορεί να στενεύονται οι ηθοποιοί και να μην φτάνουν σε αυτό που μπορούν γιατί λογοδοτούν στα μοιρογνωμόνια που έχω βάλει. Το δεύτερο σκέλος που με έκανε να αλλάξω είναι ότι άρχισα να βαριέμαι. Δηλαδή σκεφτόμουν ωραία με υπάκουσαν και έκαναν αυτό που είπα, και τι έγινε; Πού είναι το παιχνίδι; Πού είναι η δημιουργία; Πού είναι η συνάντηση; Γιατί όλα γυρνούν στο αρχικό σου ερώτημα. Εγώ άρχισα να κάνω θέατρο γιατί ένοιωθα ότι είναι ο μόνος τρόπος για να συναντήσω βαθιά ανθρώπους και να κάνουμε κάτι μαζί. Αν είναι να επιβεβαιώνω μόνος μου ότι αυτό που ήθελα να κάνω το έκανα, δηλαδή σας το έδειξα, κι όχι ότι κάναμε μια διαδρομή μαζί για να συναντηθούμε με κάτι κι ας αποτύχει, όλο αυτό άρχισε να μου φαίνεται μη δημιουργικό, άρχισα να νοιώθω ασφυξία με τον εαυτό μου.

Οπότε πέρασες στη φάση του να δίνεις περισσότερο χώρο ώστε να μοιράζεται και η χαρά του παιχνιδιού. Ναι, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι ξεκινάμε από το πουθενά. Μοιράζομαι με τους ηθοποιούς μου την κατεύθυνηση δραματουργίας που έχω σκεφτεί και μετά τους λέω, «φτιάξτε» το παιχνίδι.

Μιλήσαμε προηγουμένως για το πώς και γιατί επιλέγεις ένα έργο. Με το «Cleansed» είχες στις προθέσεις σου να εξερευνήσεις λίγο και το πεδίο του θεατή, την αντοχή, τα όρια του; Δεν το σκέφτηκα αυτό. Ένοιωσα μόνο ότι η Σάρα Κέιν, η οποία κάπως με είχε στοιχειώσσει από την εφηβεία μου χωρίς να την καταλαβαίνω, μίλησε σχεδόν προφητικά για αυτό που τώρα έχει γίνει καθημερινότητα. Για τη φίμωση του ανθρώπου και την εμπόλεμη κατάσταση της ανθρωπότητας όπου η μόνη πιθανότητα σωτηρίας είναι να ακουμπήσεις κάπου για να πας πιο πέρα κι ότι ακόμα κι αν σου κόβουν τα χέρια και τα πόδια, πρέπει να μπορέσεις να βρεις τη δύναμη να μην προδώσεις τον άλλον άνθρωπο, να κρατηθείς από αυτόν και να προσπαθήσετε να αντέξετε για να βγείτε κάπου καλύτερα κάποτε.

© Γκέλυ Καλαμπάκα

Τελείως κόντρα στους καιρούς αυτές οι σκέψεις, ίσως ακούγονται υπερβολικά ρομαντικές. Καλύτερα. Η ζωή μας μας έχει πείσει ότι δεν έχουμε χρόνο, ότι πρέπει να ανταποκρινόμαστε στις υποχρεώσεις μας και να είμαστε εντάξει με τον εαυτό μας, να είναι όλα καλά γύρω από το σπίτι και τα τετραγωνικά γύρω από εμάς και να κάνει ο καθένας το καλύτερο για τον εαυτό του. Αυτό λοιπόν εμένα με φρικάρει τόσο πολύ και δεν μπορώ να το δεχτώ, οπότε θα πάω σε ό,τι πιο ρομαντικό υπάρχει. Θα εθελοτυφλήσω; Δεν ξέρω. Θα το προτείνω και μακάρι να έρθουν μαζί μου κι άλλοι πέντε.

Είσαι ρομαντικός; Δεν ξέρω να το πω, αλλά μάλλον. Πιστεύω στην ελπίδα που μπορεί να αποκτήσουν οι άνθρωποι μαζί αν πιστεύουν σε κάτι.

Και καταλήξαμε να θεωρείται αυτό ρομαντικό. Για αυτό λέω ότι δεν μπορώ να δεχτώ με τίποτα την εποχή.

Μου έμεινε κάτι που είχες πει όταν είχαμε συζητήσει την παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή («Καθαροί πια»), ότι δεν σε είχαν αφήσει οι γονείς σου να την δεις. Πώς ένα παιδί στην εφηβεία ανακάλυψε την Σάρα Κέιν; Ήταν περίπου στην τρίτη γυμνασίου, εκεί γύρω στα δεκατέσσερα. Από τους γονείς μου ξεκίνησα να πηγαίνω στο θεάτρο αλλά μετά άρχισα να ανακαλύπτω μόνος μου και τα πιο πειραματικά, εναλλακτικά θέατρα. Κι όταν είχα πάει να δω το «Bella Venezia» του Βογιατζή είχε διάφορα προγράμματα και είχα πάρει και αυτό του «Καθαροί πια»-ήταν αριστουργήματα αυτές οι εκδόσεις και ευτυχώς έχω κρατήσει τις περισσότερες. Έτσι το διάβασα. Θυμάμαι ότι το είχε βρει η μάνα μου, το είχε διαβάσει και μου είχε πει «τι είναι αυτά που διαβάζεις; Το ξέρεις ότι αν διαβάζεις καταθλιπτικούς, θα γίνεις καταθλιπτικός;».

Όμως οι γονείς σου σε πήγαιναν στο θέατρο. Έκαναν πολλές προσπάθειες. Με πήγαιναν στο παιδικό θέατρο, το οποίο σιχαινόμουν- τους έλεγα ότι βαριέμαι. Γύρω όμως, στα έντεκα-δώδεκα ήταν που είδα μια παράσταση και ενθουσιάστηκα. Η ιστορία είναι η εξής: όταν ήμουν στο δημοτικό έβλεπα τη σειρά «Οι δύο ξένοι» και είχα ερωτευτεί την Εβελίνα Παπούλια. Μια μέρα μου είπε η γιαγιά μου ότι την είχε δει το προηγούμενο βράδυ στο θέατρο. Και σκέφτηκα ότι μπορώ κι εγώ να την δω από κοντά και έγινε ένα κλικ μέσα μου και πήγα να δω το «Βίρα τις άγκυρες»-πρέπει να ήταν ’97-98. Είχα πάει απλά για να συναντήσω την Εβελίνα Παπούλια και συναρπάστηκα και εντυπωσιάστηκα από αυτό που έβλεπα να γίνεται μπροστά μου. Οι αλλαγές των φώτων, ο τρόπος που άλλαζαν οι κόσμοι, ένοιωσα ότι βρίσκομαι μπροστά σε μια αποκάλυψη, σε μια κοσμογονία.

Η Εβελίνα Παπούλια σχολίασε ποτέ αυτό το crash; Ναι διότι το είπα σε μια συνέντευξη στην ΕΡΤ και το έμαθε και μου έστειλε μήνυμα στο Instagram το οποίο έλεγε περίπου τι συγκινητικό που ήταν αυτό που άκουσα σήμερα, δεν είχα τέτοια εικόνα, είναι πολύ γλυκό και τιμητικό και τέτοια. Το οποίο επίσης, ήταν πολύ γλυκό εκ μέρους της. Πέρυσι έγινε αυτό.

Πάντως, άλλαξες νωρίς «πίστα», δηλαδή από τους «Δύο ξένους» πέρασες πολύ σύντομα στο σύμπαν της Σάρα Κέιν. Ναι, έγινε γρήγορα γιατί ακολούθησε ένα άλλο σοκ, ο «Γλάρος» του Νίκου Μαστοράκη στο «Κεφαλληνίας». Θυμάμαι σκεφτόμουν ότι στο «Βίρα τις άγκυρες» που ήταν στο «ΡΕΞ» καθόμουν κάπως μακριά και γινόντουσαν πράγματα στη σκηνή ενώ στο «Κεφαλληνίας» κάποιος που παίζει σε απόσταση μισού μέτρου μπορεί να με κάνει να ταξιδέψω. Αναρωτιόμουν πώς γίνεται αυτό. Και εκεί είπα «εδώ είμαι». Και μετά άρχισα να λέω ψέμματα ότι βγαίνω με τους φίλους μου ενώ πήγαινα μόνος μου σε διάφορα θέατρα, στο «Άττις», το «Θησείον», το «Αμόρε» και μετά έπαθα «Αμορολαγνεία» και μαζί με τον Βογιατζή και τον Μαρμαρινό, ήταν το τριπλό μου πάνθεον της εφηβείας. Ο Τερζόπουλος πάντα ήταν κάποιος που εκτιμώ τρομερά, μου αρέσει πάρα πολύ η δουλειά του και τη σέβομαι απεριόριστα, αλλά ο τρόπος που συνδέομαι είναι πιο κοντά στα άλλα τρία που ανέφερα.

Κατά τα άλλα τι παιδί ήσουν ως χαρακτήρας; Ήσουν μοναχοπαίδι; Η αδερφή μου είναι πέντε χρόνια μεγαλύτερη και έχω έναν ανηψιό που τον έχω σαν γιο μου. Ήμουν ντροπαλός, αρκετά σιωπηλός αλλά με πολλή επεξεργασία, «έπαιζε» πολύ παρατήρηση, ας πούμε έλεγε η μάνα μου καμιά φορά «δεν περίμενα ότι θα σκεφτόσουν αυτό» επειδή στο σχολείο δεν ήμουν καλός μαθητής. Τελείωσα την τρίτη λυκείου με άριστα γιατί μπορεί να μην διάβαζα για τα τεστ αλλά παρακολουθούσα. Αντίστοιχα σε μια κουβέντα δε θα πολυμιλούσα αλλά θα άκουγα και έτσι γινόταν η ζύμωση. Έχω ακούσει τη φοβερή φράση «νόμιζα ότι δεν πολυκαταλάβαινες», λες και ήμουν βλάκας που λέει ο λόγος. Δεν ήταν τόσο άγριο όσο ακούγεται, αλλά καταλαβαίνεις τι εννοώ. Ήμουν αρκετά εσωστρεφής. Θεωρώ ότι το σχολείο είναι ένα ούτως ή άλλως άγριο πράγμα. Δηλαδή μπορεί να μας σοκάρει ο τρόπος που ασκείται σήμερα η βία αλλά γενικά δε σοκάρομαι με τα περιστατικά βίας ως γεγονότα. Πάντοτε υπήρχε βία στο σχολείο. Είναι μια πρώτη κοινωνία όπου πας να δεις αν θα επικρατήσεις ή θα σε πετάξει έξω, κι αναλόγως της σταθερότητας σου, της φτιαξιάς σου, αντέχεις ή δεν αντέχεις, σε παρασέρνει ή σε αφομοιώνει. Οπότε γενικά δεν περνούσα ωραία στο σχολείο-το έχω ξαναπεί, και μάλλον θα με πούνε πάλι αντιαρσακειακό-γιατί ήταν τα 90s με την κουλτούρα του νεοπλουτισμού, όπου οι συμμαθητές μου ασχολούνταν με το τι μάρκα θα φορέσουν.

Δημήτρης Καραντζάς
«Νιώθω ότι είναι σαν η Άλκηστις να απελευθερώνεται από μία κοινωνία η οποία υπαγορεύει ότι η γυναίκα πρέπει να πεθάνει και ότι ο άντρας μπορεί ανά πάσα στιγμή να την προδώσει», εξηγεί ο Δημήτρης Καραντζάς ©Γκέλυ Καλαμπάκα

Είσαι από εύπορη οικογένεια; Είμαι από μεσαία οικογένεια, η οποία όμως, ήθελε να πάνε σε καλό σχολείο τα παιδιά διότι και η μητέρα μου ήταν σε καλό σχολείο και είχε αυτό το όνειρο για μένα. Στο Αρσάκειο ήταν πιο εύκολο να μπούνε παιδιά αποφοίτων. Αλλά δε γούσταρα καθόλου. Ζούσαμε στη Φυλής σε παλιά ωραία σπίτια του κέντρου της Αθήνας και πήγαινα σχολείο στην Εκάλη. Άσε που έκανα κάθε μέρα πενήντα λεπτά ταξίδι πήγαινε και άλλα τόσα έλα- ίσως για αυτό σιχαίνομαι το πρωί. Θυμάμαι να ξυπνάω στις 6.20 κάθε μέρα. Και έβλεπα όλη αυτή τη φάση με τους συμμαθητές μου που κοιτούσαν τι μάρκα φοράμε, που αν φοράς αυτή τη μάρκα σου μιλάω, αν δεν τη φοράς δε σου μιλάω, που είχαν μια ψευδαίσθηση για τον κόσμο. Αυτό νομίζω ότι μου δημιούργησε εξαρχής μια απέχθεια για την πλάνη του πλουσίου. Μην παρεξηγηθώ, δεν δαιμονοποιώ τους πλούσιους γιατί κι αυτό εξίσου επιπόλαιη σκέψη είναι αλλά έχω μια φυσική απέχθεια προς τον νεόπλουτο που νομίζει ότι μπήκε κι έκανε τη φάση του. Μου φαίνεται καταρχάς ανόητος.

Τραύματα αφήνει ένα τέτοιο περιβάλλον στο οποίο νοιώθεις ότι δε χωράς; Εμένα μου έκανε το αντίθετο. Κατάλαβα νωρίς πρώτα απ’ όλα την ανισότητα, το τι σημαίνει μένω στη Φυλής και βλέπω πώς ζούνε οι άνθρωποι στη Νέα Ερυθραία, την Κηφισιά, την Εκάλη και τον Διόνυσο- λίγοι ήταν από το κέντρο. Σκεφτόμουν ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν ιδέα πώς είναι η ζωή αλλού. Οπότε μου φαίνονταν μυωπικοί. Νομίζω ότι αυτό μου δημιούργησε και μια κοινωνική συνείδηση σε αρκετά πρώιμο στάδιο.

Σωματοποιείς αυτά που νοιώθεις; Τα άγχη, τις φοβίες, τις αγωνίες. Σου δημιουργούν σωματικά συμπτώματα; Ή οι άμυνες σου είναι τόσο καλές που δε φτάνουν στο σώμα; Επειδή δεν αντιδρώ, δηλαδή δεν είμαι συγκρουσιακός ή εκρηκτικός και δεν τσακώνομαι, με φρικάρει τρομερά ο καυγάς. Αν πρέπει να συγκρουστώ επειδή κάτι μου φαίνεται άδικο θα γίνω «σκυλί του πολέμου», αλλά σε προσωπικό επίπεδο το να τσακωθούμε με ανησυχεί τρομερά, νοιώθω απόλυτο τρόμο εγκατάλειψης, με φρικάρει η ιδέα να μην ξαναμιλήσουμε ποτέ. Σε επίπεδο δουλειάς για να διεκδικήσω αυτά που πρέπει να διεκδικήσω για εμένα ή συνεργάτες μου ή γιατί έχει γίνει αδικία και πρέπει να το πω, εκεί δε με νοιάζει γιατί έχω κάπως την παρηγοριά του δίκιου. Έχω περάσει πάρα πολλές κρίσεις πανικού, έχω βρεθεί σε καταστάσεις που με ξεπέρασαν και σε επίπεδο πρόβας και στη συνάντηση με ανθρώπους οι οποίοι ήταν πολύ τοξικοί. Φαντάσου ότι κάποια στιγμή απέκτησα δερματικά, τα οποία με φρικάρανε, δεν το περίμενα ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο. Είχα πάθει κνίδωση που έβραζε μέσα μου, ξυπνούσα με φουσκάλες που ακινητοποιοούσαν τα δάχτυλα μου.

Από κακή συνεργασία; Ναι. Από τοξικό περιβάλλον που δε μπορείς να μαζέψεις με τίποτα, όσο και να προσπαθήσεις. Ταράχτηκα και που το θυμήθηκα. Επίσης, είμαι ένας άνθρωπος που έχει υπάρξει ένα σωματικό «ακορντεόν», παχαίνω και αδυνατίζω συνέχεια. Δεν ξέρω πότε θα με χτυπήσει το στρες και όταν έχω άγχος τρώω και πίνω πολύ. Οπότε, ναι τα σωματοποιώ απόλυτα.

Ο Γιάννης Νιάρρος στις πρόβες © Γκέλυ Καλαμπάκα

Δεν θα σε ρωτήσω γιατί επέλεξες το έργο, νομίζω είναι σαφές από την κουβέντα μας- αλλά θα σε ρωτήσω πώς το προσεγγίζεις. Τι φωτίζεις; Ποια είναι η ματιά σου; Θα απαντήσω με πρόλογο. Έχει ενδιαφέρον ότι μελετώντας διαβάζεις πραγματείες, αναλύσεις, μελέτες στις οποίες βλέπεις την ηθική και τον συντηρητισμό των εποχών. Υπάρχουν πάρα πολλοί μελετητές, μάλιστα και έγκριτοι, όχι τίποτα νεοσυντηρητικοί, που λένε ότι αν δεν το προσεγγίσεις ως ένα έργο για την απόλυτη θυσία αυτού που αγαπάει, δε μπορείς να το ανεβάσεις. Γιατί υπάρχουν κι απόλυτες θέσεις, τύπου μη τυχόν και πείτε τίποτε πολιτικό, κάνετε λάθος. Κι αυτό είναι πολύ αστείο διότι βλέπεις ότι ακόμα και σε μια θεατρολογική ανάλυση μπορείς να διαβάσεις πολλή βαθιά συντήρηση, με πολύ βαθύ τρόμο άρθρωσης επιχειρήματος. Ενώ νοιώθω ότι ο Ευριπίδης τον οποίο θεωρώ συγκλονιστικά δαιμόνιο, αναρχικό και πρωτοπόρο στον τρόπο με τον οποίο στα έργα του αποδομεί τους θεούς, άρα την αρχή και την εξουσία, πηγαίνει πάρα πολύ στο να ενεργοποιήσει τη δύναμη και την πρωτοβουλία του ανθρώπου έναντι του θεού. Οπότε νοιώθω ότι εκατό τοίς εκατό ο Ευριπίδης γράφει ένα ενοχικό πρόσωπο, τον Άδμητο, ο οποίος έχει την ανάγκη να θρηνήσει μπροστά στους συμπολίτες του τον θάνατο αλλά δεν ξέρεις εάν πραγματικά θρηνεί ή όχι. Γιατί την επόμενη στιγμή φιλοξενεί τον Ηρακλή στο σπίτι του και δίνει εντολή στους υπηρέτες του να τον πάνε σε μέρη όπου δε θα ακούγεται ο θρήνος και να μην κλαίνε μπροστά του. Άρα ο ίδιος έχει κηρύξει πένθος αιώνιο, όπως έχει δεσμευτεί στην Άλκηστη, και την ίδια στιγμή λέει αν είναι να κάνει πάρτυ ο Ηρακλής να κάνει και βεβαίως να τον υποστηρίξετε και να μην κλαίτε. Μετά ο Ευριπίδης τον βάζει να θρηνεί και σκέφτεσαι ότι κατάλαβε, μετάνοιωσε. Την επόμενη όμως επόμενη στιγμή που γίνεται το πιο αμήχανο πράγμα του έργου, η ανάσταση της Άλκηστης που αισθάνομαι ότι καταργεί την πράξη της γιατί την υποχρεώνει να είναι μονίμως με τον άνθρωπο που τη σκότωσε, τη βάζει να μην απαντάει τίποτα με το πρόσχημα ότι επειδή κατέβηκε κάτω δεν μπορεί ακόμη να μιλήσει μέχρι να εξαγνιστεί από το θάνατο. Μία εκκωφαντική σιωπή που είναι σαν να αποδομεί απόλυτα τον Άδμητο ο οποίος-πάνω που έχεις αρχίσει να σκέφτεσαι ότι κατάλαβε ότι είναι φρικτός και αλλάζει- προστάζει με συνοπτικές διαδικασίες να στηθεί γλέντι γιατί είναι ευτυχισμένος. Άρα σου αποσύρει οποιαδήποτε ελπίδα ότι αυτός ο άνθρωπος θα καταλάβει. Βεβαίως σκιαγραφεί τον Άδμητο με τόσο ουσιαστικό τρόπο που σε κάνει να ακολουθείς την πορεία του, να τον ακούς, να τον συμπονάς και παραδόξως να βρίσκεις και τα δίκια του. Και την επόμενη στιγμή σου τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια και βλέπεις την αδυναμία του, που εν προκειμένω στο έργο μπορεί να γίνει φονική. Να συνυπολογίσουμε και το δεδομένο της εποχής ότι η γυναίκα είναι είτε κόρη, είτε αδελφή, είτε σύζυγος. Επομένως, από την ώρα που ο Άδμητος φτάνει να την ρωτήσει αν θα πεθάνει αυτή στη θέση του, η γυναίκα δεν έχει να πει και πάρα πολλά πράγματα γιατί αν πεθάνει αυτός, η Άλκηστις θα έχει σκοτώσει έναν βασιλιά, μια πολιτική αρχή. Αλλά πέρα από το χρέος που έχει να πεθάνει, στην παράσταση μας θέλω να φωτιστεί ότι η αποκοπή είναι τόσο τεράστια από την ώρα που τίθεται αυτή η ερώτηση, δηλαδή από την ώρα που αυτός που σε αγαπάει σου ζητάει να πεθάνεις, ώστε τελικά ο θάνατος είναι μια έξοδος, μια επιλογή. Εννοώ ότι αν φύγουμε απ’ το στενό πλαίσιο και πάμε λίγο στην παραβολή, νοιώθω ότι είναι σαν η Άλκηστις να απελευθερώνεται από μία κοινωνία η οποία υπαγορεύει ότι η γυναίκα πρέπει να πεθάνει και ότι ο άντρας μπορεί ανά πάσα στιγμή να την προδώσει και ενώ βρίσκει στον θάνατο μια ελευθερία τελικά της την παίρνουν πίσω με το να την αναστήσουν και να την υποχρεώσουν να γυρίσει πίσω εκεί όπου θέλησαν να την σκοτώσουν.

Η έννοια της ελευθερίας είναι το νήμα που συνδέει την «Άλκηστη» με τον «Ρομπέρτο Τσούκκο» που θα ανεβάσεις του χρόνου γιατί κι αυτός θέλει να επανεφεύρει μια ελευθερία σε μια κοινωνία που τον «ξερνάει»; Ο Τσούκκο λέει ότι δεν πρέπει να προσπαθείτε να διασχίσετε τους τοίχους γιατί πίσω από τους τοίχους υπάρχουν κι άλλοι τοίχοι, υπάρχει πάντα η φυλακή, πρέπει να δραπετεύετε προς τα πάνω. Έχει δοκιμάσει τόσα πράγματα για να διαρρήξει και να σπάσει τον περιορισμό και την ανελευθερία που καταλήγει ότι η μόνη λύση για τον άνθρωπο που προσπαθεί να βρει την ελευθερία του είναι η εξαύλωση, είναι ο ήλιος, είναι να μην είσαι. Ο θάνατος στο έργο του Κολτές έχει οντολογική και ιδεολογική έννοια, οπότε ταιριάζει με το πνεύμα της «Άλκηστης», η οποία σκέφτεται ότι αν αυτή είναι η κοινωνία, εγώ θα προτιμήσω τον θάνατο. Είναι και μια επιλογή που έχει μέσα επίγνωση. Με σκοτώνεις, αλλά με τον θάνατο θα ελευθερωθώ και από εσένα. Η σκέψη της ελευθερίας με οδηγεί και στον «Άμλετ» σε σχέση με το να είσαι η να μην είσαι σε μία πτώση και σε μία κοινωνία που γέρνει ώστε να αναρωτιέσαι γιατί έπρεπε να γεννηθείς εσύ για να τη στερεώσεις. Κάνει έναν κύκλο όλο αυτό.

Το να στρέφεσαι κάθε λίγα χρόνια στην τραγωδία σημαίνει κάτι ιδιαίτερο για σένα; Νομίζω ότι με έχει ορίσει η τραγωδία στο ότι νοιώθω ότι είναι ένα μη ψυχολογικό θέατρο, φιλοσοφικοοντολογικού περιεχομένου όπου βλέπεις ανταλλαγές θέσεων και φιλοσοφικά επιχειρήματα να αρθρώνονται ως κινήσεις προς μια κατεύθυνση. Αυτό με συναρπάζει. Έχω μεγάλη αγάπη στην τραγωδία και με κινεί πάρα πολύ η δομή της και στα άλλα έργα.

Δηλαδή; Με ποιό τρόπο; Το πώς αποψυχολογικοποιείς και προχωράς. Εάν θέλαμε να συνοψίσουμε την «Άλκηστη» πιάνει έναν τόπο ευμάρειας, ένα ευτυχισμένο παλάτι και θέτει το ζήτημα ότι κάποιος πρέπει να θυσιαστεί. Ποιος θυσιάζεται; Αυτός που είναι κοινωνικά πιο αδύναμος. Κι εκεί που πάει να καλυφθεί αυτό με θρήνο και αγιοποίηση, ότι είναι ήρωας αυτός που θυσιάστηκε, ο Ευρυπίδης βάζει ένα ηθικό δίλημμα για να κατακρεουργήσει την ανθρωπότητα. Να δείξει την υποκρισία μιας κοινωνίας. Μάλιστα επειδή το έγραφε και σε εποχή τρομερής ευμάρειας της Αθήνας είναι σαν να λέει ότι εύκολα μπορούν να φανούν η υποκρισία και η σαπίλα που κρύβονται πίσω από αυτή την ευμάρεια. Πρέπει να συλλάβεις το θέμα για να αναδείξεις τον πυρήνα του. Στην τραγωδία είναι πολύ απτό και θεμελιωμένο. Και σε άλλα έργα μπορείς να ψάξεις με παρόμοια εργαλεία ποιό είναι το βασικό επιχείρημα, ποιά είναι η ψίχα. Αυτό εννοώ ότι με έχει βοηθήσει η δομή της τραγωδίας. Όχι ότι βλέπω τα έργα σαν τραγωδίες.

 

Θεοδώρα Τζήμου, Κώστας Νικούλι © Γκέλυ Καλαμπάκα

Είσαι καλομαθημένος από τις κριτικές; Προηγουμένως έλεγες για το «Σπίτι», με την σχετική απόσταση ασφαλείας των τριών χρόνων, ότι θα μπορούσε να είναι πιο ολοκληρωμένο. Όταν όμως, βλέπεις να γράφεται κάτι τέτοιο από έναν τρίτο την περίοδο που παίζεται η παράσταση, πώς το εισπράττεις; Εξαρτάται πάρα πολύ από το λεξιλόγιο. Θα κάνω πάλι έναν πρόλογο. Θεωρώ ότι η κριτική έχει μια μεγάλη ευθύνη καθώς είναι το μόνο ντοκουμέντο που μένει από αυτή την εφήμερη τέχνη. Για να μάθω δηλαδή εγώ πώς ανέβηκε η «Άλκηστις» το ’87 μπορεί να βρω ένα αρχείο με αποκόμματα εφημερίδων. Έχει μεγάλη σημασία αυτός που γράφει να μπορεί με έναν τρόπο, πέρα από το να μας πει τι ένοιωσε και πως του φάνηκε, να αναμεταδώσει τι συνέβαινε στην παράσταση, να μπορεί να περιγράψει τι προθέσεις κατάλαβε, τι είδε, πώς θεώρησε ότι διάβασε ο τάδε σκηνοθέτης την ηρωίδα. Κι όχι να διαβάσω π.χ. τι δεν ήταν γιατί αυτό δε με βοηθάει ως ντοκουμέντο να καταλάβω. Πρέπει να εξηγήσεις τι είδες και μετά να πεις γιατί δε λειτούργησε. Οπότε πέρα από τα συν και πλην, το μου άρεσε- δεν μου άρεσε, αν κάτι μου λείπει στην κριτική είναι το ποιό ήταν το υλικό, ποιό ήταν το περιεχόμενο, ποιά ήταν η παραστατική φόρμα. Νοιώθω ότι είναι κάτι που χρειάζεται. Σε νευρωτικές κριτικές αυτοεκπλήρωσης και έπαρσης, αν όχι ναρκισσιστικής διαταραχής, στέκομαι πολύ επιφυλακτικά, δηλαδή λέω εντάξει ευχαριστώ που αποδόμησες ό,τι σκέφτηκα, μπράβο που είσαι σε άλλο νοητικο επίπεδο, αλλά πες και τι ήταν αυτή η παράσταση. Το λέω επειδή υπάρχουν άνθρωποι που αρέσκονται πολύ στο να αυτοεκπληρώνονται μέσα από έξυπνους cheesy μεσημεριανάδικου τύπου τίτλους που μπορεί να παίρνουν «κλικ». Αν αυτό ικανοποιεί τους ανθρώπους που το κάνουν και τα μέσα για τα οποία δουλεύουν, δικαίωμα τους αλλά εμένα δε με εκφράζει καλλιτεχνικά. Και μπορεί οι ίδιοι άνθρωποι να έχουν γράψει για εμένα ευνοΐκά και το εντελώς αντίθετο. Μιλάω για αυτήν την ηθική, ασχέτως εάν εμένα με ευνοεί ή όχι. Είναι μια ηθική στάση αυτή. Πρέπει με έναν τρόπο να σεβαστείς την υπόσταση και την εργασία κάποιου και μετά να την αποδομήσεις όσο θέλεις αλλά όχι προσβάλλοντας επί προσωπικού.

Μίλησες για ηθική. Πιστεύεις σε αυτό που είπε ο Νίτσε ότι η αισθητική είναι η ηθική του μέλλοντος; Εκατό τοίς εκατό. Η αισθητική δεν είναι το καλό γούστο αλλά μια συνολική στάση απέναντι στη σκέψη, στη συμπεριφορά, στην όψη και στα άπαντα. Η αισθητική είναι σχεδόν φιλοσοφική κατεύθυνση.

Το καλοκαίρι είναι η εποχή σου ή όχι; Μου αρέσει πολύ το καλοκαίρι, έχει μια ωραία προσμονή, μια ωραία ένταση, μου δημιουργεί μια ελπίδα. Είμαι πάντα πολύ πιο κεφάτος το καλοκαίρι, λιγότερο προς το «μέσα». Το καλοκαίρι είμαι πολύ πρώτο … επίπεδο και χαζοβιόλης. Έχει φως και είμαι καλά.

«Η Άλκηστις» του Ευρυπίδη σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά παρουσιάζεται από το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών στις 17 & 18 Ιουλίου.

Σύμβουλος δραματουργίας Γκέλυ Καλαμπάκα • Σκηνικά Κωνσταντίνος Σκουρλέτης • Κοστούμια Ιωάννα Τσάμη • Μουσική – Ηχητικές κατασκευές Παναγιώτης Μανουηλίδης • Κίνηση Τάσος Καραχάλιος • Φωτισμοί Ελίζα Αλεξανδροπούλου • Μουσική διδασκαλία Μελίνα Παιονίδου • Δραματολόγος παράστασης Έρι Κύργια • Φωτογραφίες Γκέλυ Καλαμπάκα • Βοηθός σκηνοθέτη Κωνσταντίνα Κάλτσιου • Βοηθός φωτίστριας Μαριέττα Παυλάκη • Βοηθός ενδυματολόγου Δήμητρα Σταυρίδου •  Παίζουν (αλφαβητικά) Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης Φέρης, Δήμητρα Βλαγκοπούλου Υπηρέτρια, Γιώργος Ζυγούρης Ηρακλής, Ηρώ Μπέζου Άλκηστις, Γιάννης Νιάρρος Άδμητος, Κώστας Νικούλι Απόλλων, Αινείας Τσαμάτης Υπηρέτης, Θεοδώρα Τζήμου Θάνατος • Χορός Αντώνης Αντωνόπουλος, Ελισσαίος Βλάχος, Δημήτρης Καυκάς, Γιώτα Κουϊτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννης Μπάστας, Μαρία Μοσχούρη, Άγγελος-Προκόπης Νεράντζης, Γιώργος Σκαρλάτος.

Σχετικά άρθρα