Ο Γιάννης Νιάρρος στο ΚΛΙΚ: «Ο κόσμος γουστάρει να σε δει να πονάς στο θέατρο»
Μια κουβέντα με τον υπερταλαντούχο ηθοποιό για το θέατρο, τους οικογενειακούς μύθους και τις εκλεκτικές συγγένειες, για όσα γουστάρει και όσα του τη σπάνε, ένα πρωΐνό κάπου στην Κυψέλη.
Μάλλον είναι μια φανταστική χρονιά, επαγγελματικά μιλώντας, αυτή που διανύουμε για τον Γιάννη Νιάρρο. Έχουμε και λέμε: έπαιξε σε μια από τις καλύτερες ταινίες του ελληνικού σινεμά που είδαμε τα (πολλά) τελευταία χρόνια, την «Σπασμένη φλέβα» του Γιάννη Οικονομίδη και ετοιμάζεται να στρωθεί στη δουλειά για την «Άλκηστις» του Ευρυπίδη που θα σκηνοθετήσει ο Δημήτρης Καραντζάς στην Επίδαυρο. Το λες και τζακ ποτ αφού συνεργάζεται με δύο από τους κορυφαίους μας δημιουργούς με εντελώς προσωπικό ύφος και στυλ αμφότεροι, και, καθένας από το δικό του μετερίζι, κινηματογραφικό ή θεατρικό, κάνει ενδιαφέρουσα την τέχνη στην Ελλάδα. Ενδιαμέσως, παίζει, πράγμα σπάνιο για εκείνον, στην τηλεόραση στην σειρά μυθοπλασίας οι «Αθώοι» που προβάλλεται στο «MEGA», ενώ για να μιλήσουμε και για τα τρέχονται πριν από λίγες ημέρες, ανέβηκε η παράσταση «Μια αχόρταγη σκιά» σε κείμενο και σκηνοθεσία του Αργεντίνου Μαριάνο Πενσότι στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση (έως τις 24 Απριλίου), όπου συμπρωταγωνιστεί με τον Κώστα Νικούλι.
Το στόρι με λίγες γραμμές είναι το εξής: ένας ορειβάτης (Νικούλι) και ένας ηθοποιός (Νιάρρος) που πρόκειται να τον υποδυθεί σε μια ταινία για την ζωή του, μιλάνε για τις ζωές τους, τη σχέση με τον πατέρα, τα παιδιά τους και τις σκιές που τους ακολουθούν, πατρικές, επαγγελματικές-καριέρας. Η παράσταση είναι απολαυστική γιατί έχει πολύ έξυπνο χιούμορ- εμπνευσμένο και από τα δικά μας, τα ελληνικά, πρόσωπα και πράγματα-κι ας βάζει όλα αυτά τα ψυχαναλυτικά θέματα για πατέρες και γιους. Κι επειδή αυτή ήταν και η αφορμή της κουβέντας μας, πιάσαμε κι εμείς, ένα πρωινό στην Κυψέλη, τα «βαριά», τα της οικογένειας αλλά και της τέχνης. Χωρίς πόζα, με χιούμορ και αφοπλιστική ειλικρίνεια. Όση ώρα πίναμε καφέ και τα λέγαμε, σκεφτόμουν για αυτόν ότι μάλλον είναι ο τύπος που γίνεται το επίκεντρο, ο περιζήτητος της παρέας. Είναι άνετος, φιλικός, πολύ cool, γειωμένος και προσγειωμένος. Δεν θα ήθελε να ζει σε ένα καλλιτεχνικό «υπερπέραν», ούτε έγινε ηθοποιός, όπως ομολογεί ακομπλεξάριστα, για να παίζει Άμλετ ή Βασιλιά Ληρ ενώ σε είκοσι χρόνια φαντάζεται ή μάλλον θέλει να φαντάζεται τον εαυτό του χαλαρό στο χωριό του… Πατάω «record» στο κασετοφωνάκι και πάμε.

Κλασικό το θέμα της οικογένειας στην τέχνη εννοείται. Στα του οίκου μας, ειδικά στο σινεμά, οι Έλληνες την έχουν περιλάβει μια χαρά την αγία ελληνική οικογένεια τα τελευταία χρόνια. Στο κείμενο του Πενσότι πάντως, το κέντρο βάρους πέφτει σε συγκεκριμένη οπτική, στους μύθους που χτίζουμε για έναν γονιό και τις προσδοκίες που αυτό μας δημιουργεί.
Στην ελληνική οικογένεια βασιλεύει πιο πολύ η ένταση και κάπως η πατριαρχία. Αυτά τα μοντέλα μεταχειρίζονται κυρίως όσοι χρησιμοποιούν την οικογένεια στην τέχνη. Ο Μαριάνο το έχει κάνει με έναν πολύ γλυκόπικρο τρόπο χωρίς να καταγγέλει, καταφέρνει δηλαδή να απομυθοπoιήσει, να σκοτώσει τον πατέρα ή τελοσπάντων τους γoνείς με έναν πολύ πιο τρυφερό τρόπο. Και νομίζω ότι είναι στοιχείο του χαρακτήρα του, ίσως και στοιχείο του δικού τους (αργεντίνικου) θεάτρου. Τώρα που είδα τις παραστάσεις του με άλλους θιάσους- ανέβασε την «Αχόρταγη σκιά» στην Γαλλία και στην Αργεντινή, με τις απαραίτητες προσαρμογές στο κείμενο- συνειδητοποιώ ότι το θέατρο μας, ίσως και οι θεματολογίες μας είναι πιο rough, πιο βρώμικες, πιο in your face- κατάμουτρα θα μπορούσες να πεις. Σαν ύφος και σαν επιλογή απεικόνισης, τεχνικής. Για παράδειγμα μοντέλα όπως του Γιάννη Οικονομίδη που μιλά για μια οικογένεια ή του Γιώργου Παλούμπη, σε επίπεδο γραφής μιλάμε τώρα. Ενώ στον Πενσότι έχουμε ένα έργο που είναι πολύ πιο μαλακό, όχι τόσο βρώμικο, όχι τόσο στα μούτρα σου. Εμένα με ενδιέφερε αυτή η επιλογή, είδα ότι μπορεί να γίνει κι έτσι κάτι γιατί είμαι πιο κοντά σε αυτό, στο φως που βγάζει αυτή η παράσταση επειδή νομίζω ότι έχουμε φάει στη μούρη το σκοτάδι, τη βρώμα, την σκληρότητα. Ειναι μια ωραία αλλαγή να δεις ένα τέτοιο έργο που μιλάει για μια οικογένεια με αυτόν τον τρόπο ή ακόμα και το περσινό έργο του Τιάγκο Ροντρίγκεζ στη Στέγη («Ο χορός των εραστών»), ιστορίες που στα ελληνικά δεδομένα γραφής και σεναρίου θα θεωρούνταν πεζές και οριακά απλοΐκές. Αλλά για μένα αναδεικνύουν την τεράστια σημασία της οικογένειας-αυτό είναι άλλωστε ο άνθρωπος: η οικογένεια του, από πού προήλθε, πού θέλει να φτάσει. Θέλεις να το πεις με πιο ψυχολοφρουδικούς όρους ότι θέλεις να σκοτώσεις τον πατέρα σου και να κοιμηθείς με την μητέρα σου; Δεν ξέρω, είναι όλα αυτά. Τελοσπάντων, νομίζω ότι είναι πολύ ωραίο να το βλέπεις με τον πιο γυμνό τρόπο, όπως το έκανε ο Πενσότι ή ο Ροντρίγκεζ, δυο τύπους που λένε την ιστορία τους. Ούτε εντυπωσιασμοί, ούτε σκηνικά ή εξτραβαγκάν κοστούμια, ούτε βρισίδια ή ένταση. Το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον και γενναίο σαν εγχείρημα.
Μου κάνει εντύπωση που σε ακούω να το λες γιατί έχεις παίξει στο είδος του ωμού ρεαλισμού με τα βρισίδια, ας πούμε το οικονομιδικό σύμπαν είναι έτσι.
Ναι και το οποίο και μου αρέσει και με ενδιαφέρει. Αλλά εμένα νομίζω ότι η ροπή μου είναι σε αυτό που περιέγραψα παραπάνω γιατί είμαι πιο φλώρος, μου αρέσει να παραμυθιάζομαι, μου αρέσει αυτό που θα πω να μην είναι η πραγματικότητα ή κάτι ρεαλιστικό. Προπαθώ να μην είμαι σκοτεινός τύπος γιατί, κατά βάθος, είμαι.
Η τάση σου είναι η σκοτεινιά;
Νομίζω πως ναι αλλά μάλλον και όλων με αυτά που ζούμε. Αν σκεφτείς λογικά τα πράγματα δεν είμαστε σε καλή φάση, οπότε λες «τώρα γιατί να διαιωνίσω εγώ το εσωτερικό μου σκοτάδι;». Είναι σαν την τελευταία ταινία του Τζιμ Τζάρμους, «Father, mother, sister, brother» που μιλάει για την αποξένωση της οικογένειας. Θεωρώ ότι αυτό βιώνουμε στην καθημερινή μας ζωή με τους γονείς μας και γενικά με τους ανθρώπους γύρω μας. Μου αρέσει στην τέχνη να καταπιάνομαι με κάτι που στοχεύει στο να το υπερπηδήσει, να το ωραιοποιήσει. Για αυτό προτιμώ την κωμωδία, να κάνω κάτι που έχει χιούμορ. Δεν βρίσκω για ποιό λόγο να ψυχοπλακωθώ. Βασικά με όλα γουστάρω να καταπάνομαι αλλά νομίζω ότι η ροπή μου είναι πιο πολύ αυτή. Μου άρεσε λοιπόν η ιδέα της παράστασης που είναι η έκθεση της ιστορίας σε ευθεία σχέση με το κοινό του στυλ «άκου τι μου συνέβη». Οριακά σαν tedx.
Έχει σωματικές απαιτήσεις η παράσταση, περπατάτε αρκετά ενώ μιλάτε σε διάδρομο γυμναστικής, ανεβαίνετε σαν ορειβάτες σε έναν τοίχο και είστε αρκετή ώρα κρεμασμένοι.
Εντάξει, σε ελληνική παράσταση θα είχες ιδρώσει ήδη στο πέμπτο λεπτό, ο κόσμος γουστάρει να σε δει να πονάς στο θέατρο. Εγώ γουστάρω τρελά που σε αυτή την παράσταση είναι δύο τύποι που απλά τα λένε.
Θα με κάνεις να πιστέψω ότι με τον Οικονομίδη υποφέρεις.
Καθόλου δεν υποφέρω, ίσα ίσα που όταν έχεις απέναντι σου κάποιον που είναι καλύτερος και βρίσκεται μέσα σε μια κατάσταση στην οποία εσύ δεν είσαι και στην οποία δεν νοιώθεις απόλυτη άνεση και ασφάλεια, είναι απολαυστικό και δημιουργικό να μπορείς να έχεις έναν καθοδηγητή. Να μπαίνεις δηλαδή σε κάτι που δεν είναι η ροπή σου, να κολυμπήσεις, να το ευχαριστηθείς, να βρεις τι είναι. Υπάρχουν πολλά είδη «νατούρας» και ρεαλισμού που βλέπουμε τον τελευταίο καιρό, κάπως έχει στραφεί προς αυτή την κατεύθυνση το θέατρο στην Ελλάδα μετά το «Στέλλα κοιμήσου». Ο Οικονομίδης καταφέρνει να το ανυψώσει κι άλλο αυτό, να το κάνει μια φόρμα, έναν εξπρεσιονισμό, πάντα ήταν έτσι ο Γιάννης, δεν έβλεπες ποτέ στοιχεία απόλυτης αμερικάνικης ψυχολογογίας, βρίσκεις και στοιχεία ποίησης. Ενώ μου φαίνεται βαρετός ο άκρατος ρεαλισμός όπου βλέπω έναν τύπο να ανεβαίνει στη σκηνή και τεχνικά μιλώντας, να αφήνει τα κλειδιά του και να λέει «Γεια τι γίνεται; Τι έκανες χθες;». Θέλω την θεατρική σύμβαση, δεν μπορώ να πιστέψω ότι κάτι είναι αληθινό επί σκηνής. Ξεκινάμε με την παραδοχή ότι όλα είναι ψέμματα.
Λες ότι το παρακάνανε οι δημιουργοί στο θέατρο με τον ωμό ρεαλισμό; Έγινε τάση; Μόδα;
Να σου πω την αλήθεια δεν έχω δει παραστάσεις γιατί παίζω πολύ. Έτσι ακούω, ότι γενικά ο κόσμος τείνει προς τέτοιου είδους παραστάσεις. Εντάξει, το καταλαβαίνω ότι είναι πιο εύπεμπτο και πιο προσβάσιμο γιατί είναι κοντά στις ταινίες που έχουμε δει. Ίσως επειδή έχει υπάρξει και το άλλο άκρο στην Ελλάδα, ο φορμαλισμός που δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται, το θέατρο για το θέατρο, η τέχνη για την τέχνη, που αφήνει τελείως αποστασιοποιημένο τον θεατή. Είναι καλό τα πράγματα να έρχονται σε ισορροπία, όπως επίσης είναι καλό που υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι στελεχώνουν και τη μία και την άλλη τάση.
Πάμε πίσω στα της οικογένειας. Πώς βλέπεις μεγαλώνοντας τη θέση σου σε αυτή, με τι συναισθήματα κοιτάς πίσω τα παιδικά σου χρόνια;
Αν κάνεις αυτή την αναδρομή, μπλέκεις τόσο πολύ που δεν ξέρω εάν τελικά αξίζει. Δεν μπορώ να τα βάλω σε λογικό πλαίσιο, μόνο να μείνω στο συναισθηματικό επίπεδο, στο συναισθηματικό αποτύπωμα.
Τι συναίσθημα λοιπόν μένει;
Μπλεγμένο, δηλαδή ένας κόμπος και δεν το λέω αναγκαστικά με την κακή έννοια. Ο καθένας παίρνει τον δικό του κόμπο και προχωράει. Δεν ξέρω. Έχω και καλές και κακές εμπιερίες. Ανθρώπιν
«Με έναν τρόπο ο χρόνος είναι η οικογένεια. Κι ο Πενσότι θέτει πολύ αυτό το θέμα. “Ο χρόνος λιώνει τους οικογενειακούς μύθους όπως η κλιματική αλλαγή τους πάγους”, αναφέρεται στο κείμενο. Ωραία ατάκα. Βλέπεις τον εαυτό σου και δεν τον αναγνωρίζεις με τα χρόνια».
Εσύ έχεις κάνει ψυχοθεραπεία;
Έχω κάνει, εντάξει. Αλλά νομίζω είναι τόσο τεράστιο το θέμα της οικογένειας και για αυτό είμαστε τόσο μικροί σαν πλάσματα. Θες δε θες, σε στοιχειώνει το πώς μεγάλωσες αλλά και το τι θέλεις να κάνεις όταν μεγαλώσεις. Και αργότερα, όταν μεγαλώσεις σε κυνηγά το τι κατάφερες και τι όχι. Σε όλα, ο χρόνος. Οι σχέσεις μας στο χρόνο, με τον εαυτό μας και τους γύρω. Για αυτό νομίζω ότι μπλέκει τόσο πολύ το θέμα με την οικογένεια. Γιατί το φιλτράρεις και μέσα από τον χρόνο, δηλαδή τι κατάφερα με τα χρόνια. Με έναν τρόπο ο χρόνος είναι η οικογένεια. Κι ο Πενσότι θέτει πολύ αυτό το θέμα. «Ο χρόνος λιώνει τους οικογενειακούς μύθους όπως η κλιματική αλλαγή τους πάγους», αναφέρεται στο κείμενο. Ωραία ατάκα. Βλέπεις τον εαυτό σου και δεν τον αναγνωρίζεις με τα χρόνια. Ο άνθρωπος είναι μικρός απέναντι σε όλα αυτά τα ζητήματα αλλά έχει ανάγκη να μιλήσει για αυτά και το κάνει και μέσα από την τέχνη.
Στην παράσταση υποδύεσαι τον ηθοποιό που παίζει σε ταινία τη ζωή του ορειβάτη, προφανείς οι παραλληρισμοί ανάμεσα στα δύο επαγγέλματα. Ο καθένας το βουνό του και τις προκλήσεις του. Για να μιλήσουμε λοπόν με όρους του έργου, εσύ σε τι κορυφές θέλεις να πατήσεις;
Έχω φύγει από το τυπικό που με τροφοδούτε από τα είκοσι έως τα τριάντα, να δουλέψω και να είμαι ηθοποιός.
Το κατάφερες αυτό. Πάμε παρακάτω.
Σίγουρα η σκέψη έχει πάει στο να κάνω ένα παιδί, να βρω μια ισορροπία, να καταφέρω να είμαι ήρεμος μέχρι να πεθάνω. Είναι αρκετά μάταιο αυτό που λέω. Να καταφέρω να φέρω τις σχέσεις με ανθρώπους που αγαπάω σε ένα βαθμό που κάπως να νοιώθω γεμάτος.

Μου φαίνεσαι γενικά πολύ γειωμένος. Μας κατατρέχουν και στερεοτυπικές αντιλήψεις για τους ηθοποιούς. Πριν ας πούμε που λέγαμε για την ψυχοθεραπεία μου ήρθε στο μυαλό αυτό το κλισέ, που το έχουν πει συνάδελφοι σου, ότι είστε τυχεροί οι ηθοποιοί γιατί το να υποδύεσαι ρόλους είναι και μια μορφή ψυχοθεραπείας, ότι η δουλειά σας είναι ψυχοθεραπευτική.
Αυτό είναι λάθος. Απλώς ορισμένοι που έχουν κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα βρίσκουν δίοδο να το βγάλουν στη δουλειά τους, να το βγάλουνε και στο θέατρο όπου υπάρχει πολύ πρόσφορο έδαφος γιατί και καλά μεταχειρίζεσαι κάτι πιο θείο από μια απλή πραγματικότητα του τύπου έστειλες το μέιλ ή όχι. Μεταχειρίζεσαι το να είσαι ο εαυτός σου, να νιώθεις ή να μην νιώθεις. Αυτό ναι σε κάποιες κακές περιπτώσεις μπορεί να είναι ισότιμο με το ότι αυτό που νιώθω πρέπει να στο δείξω κιόλας στην πρόβα ή επί σκηνής. Αυτό είναι μια λάθος πεποίθηση των παλιών. Βασικά ήταν και μια δικαιολογία να είναι οι παλιότεροι μαλάκες, ότι και καλά εγώ αυτό νιώθω, πιέζομαι πολύ, ξέρεις. Δεν νομίζω ότι περνάει στη γενιά μου, να μου πει δηλαδή κάποιος «κάνω ψυχοθεραπεία μέσα στο θέατρο». Θα πω «κάνε κανονική, εδώ δουλεύουμε». Ισχύει ότι μπορεί μέσα από τις αναμνήσεις ενός άλλου, του ρόλου που θα παίξεις, ξαφνικά να κάνεις ένα βήμα μπροστά σε κάποια συνειδητοποίηση ή να αποκτήσεις ενσυναίσθηση σε κάτι που δεν είχες πριν, για ένα θέμα που δε σε αφορούσε αλλά τώρα πρέπει να σε αφορά για να παίξεις καλά. Οπότε ναι σε αυτό το επίπεδο γίνεται μια τριβή με συναισθήματα, με καταστάσεις που δεν έχεις βιώσει στα αλήθεια, αλλά αναγκάζεσαι τώρα να τις βιώσεις. Κι αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον στη δουλειά μας.
Νιώθεις ότι η δική σου η γενιά ηθοποιών είναι πιο τυχερή γιατί έχουν απομυθοποιηθεί κάποιες αντιλήψεις; Από την εικόνα του καλλιτέχνη που λέγαμε πριν, ότι πολύς κόσμος τον φαντάζεται ως έναν άνθρωπο που περπατάει, κοιτάει ψηλά και πέφτει στις λακούβες, μέχρι τα σοβαρά, και σε αυτά έπαιξε καθοριστικό ρόλο το metoo ότι πλέον δεν υπάρχουν δικαιολογίες για να είναι ένας σκηνοθέτης καταπιεστικός ή ότι τελοσπάντων δεν πρέπει να υποφέρεις όταν κάνεις τέχνη. Το νιώθετε αυτό στη γενιά σας ότι πλέον είστε πιο απελευθερωμένοι;
Ναι ρε συ. Ακούς ιστορίες από παλιά τι τραβούσαν οι άνθρωποι…Δεν μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς γιατί την αγαπούσαν τη δουλειά τους, έπρεπε να αντέξουν για να γίνει κάτι. Τώρα πια δεν υφίσταται αυτό. Να δω τώρα ότι ο άλλος είναι μαλάκας κι έχει θέμα στο κεφάλι; Δεν πα να είναι ο Ταραντίνο… εντάξει όχι, άμα είναι ο Ταραντίνο θα κάτσω να τα φάω λίγο (γελάει). Πλάκα κάνω. Αλλά κατάλαβες. Για εμένα ήταν πολύ ξεκάθαρο αυτό από όταν βγήκα από τη σχολή. Θα έβρισκα έναν τρόπο να το διαχειριστώ αν ο άλλος είναι μαλάκας. Δεν σκεφτόμουν ότι κάποιος είναι έτσι επειδή είναι καλός καλλιτέχνης αλλά επειδή είναι πολύ μαλάκας. Όχι ότι δεν μπορεί να ισχύουν και τα δύο.
Με ποιους συναδέλφους σου, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, νιώθεις ότι συγγενεύεις;
Με τους φίλους μου, τον Βασίλη τον Μαγουλώτη, τον Γιώργο Κουτλή, τον Ηλία Μουλά, τον Αλέξανδρο Χρυσανθόπουλο. Συγγενεύω γιατί ξεκινήσαμε για τον ίδιο λόγο, μας άρεσε η κωμωδία. Δεν συγγενεύω με αυτούς που μπήκαμε στη σχολή και ήταν τρελαμένοι με τον Σέξπιρ και με τον Τσέχοφ. Δεν επικοινωνούσα με αυτό ως παιδί. Έμαθα να το αγαπώ και να καταλαβαίνω τι γίνεται αλλά πολύ σιγά σιγά. Οπότε συγγενεύω με αυτούς που έχουμε κοινή αφετηρία, δηλαδή κάνουμε αυτή τη δουλειά για να περάσουμε καλά, για να γουστάρουμε, να νοιώσουμε κάτι, όχι για να αναδείξουμε το τάδε έργο ή την τάδε έννοια ή κάποια πολιτική τάση.

Τον εαυτό σου πώς τον φαντάζεσαι σε είκοσι χρόνια;
Τον φαντάζομαι στο χωριουδάκι μου να είναι ωραίος, να έχω ένα σπίτι, να κάνω δουλειές στον κήπο και τέτοια, σκυλιά, ζώα, γατιά, παιδιά, η γυναίκα μου…
Δηλαδή μου λες ότι δεν θα σε χάλαγε να αποσυρθείς στα 55 σου.
Ναι, θα γούσταρα τρελά αν μπορούσα. Δεν ξέρω αν θα μπορώ να το κάνω και δεν το εννοώ μόνο από οικονομικής πλευράς. Έχει να κάνει και με τη φιλοδοξία και την αρρώστεια της καριέρας. Αν θα έχω το σθένος να πω ότι όλο αυτό που κάνουμε δεν έχει και πολύ σημασία, ας ζήσω την μίζερη ζωή μου σε ένα πιο ωραίο και φυσικό περιβάλλον. Τώρα δεν θα μπορούσα να το κάνω. Θα πάθαινα fomo ότι κάτι γίνεται στην Αθήνα κι εγώ δεν είμαι εκεί. Σιγά σιγά με τα χρόνια μου φεύγει. Ελπίζω ότι τότε πια, σε εκείνη την ηλικία, θα έχω κατασταλλάξει στο ότι το σημαντικό δεν είναι να είμαι σε μια δουλειά ή να παίξω τον τάδε ρόλο.
Για την ώρα φαίνεται ότι είναι σημαντική η δουλειά στη ζωή σου. Να ας πάρουμε παράδειγμα τη φετινή χρονιά. Σινεμά, «Σπασμένη φλέβα», τηλεόραση που δεν κάνεις μάλιστα συχνά, πρωταγωνιστείς στη σειρά «Αθώοι» (MEGA), και θέατρο αυτόν τον καιρό στην «Αχόρταγη σκιά» και προσεχώς Επίδαυρο, στην παράσταση «Άλκηστις» του Δημήτρη Καραντζά.
Ναι, έκατσε.
«Θες να το πεις θεό, άστρο, ταλέντο, τύχη… όλα αυτά είναι μαζί, όχι ένα από όλα. Ήμουν πολύ τυχερός στους ανθρώπους που γνώρισα και με πήρανε να κάνω πράγματα που δεν το περίμενα κι εγώ ο ίδιος».
Γενικά μιλώντας, συνολικά στην πορεία σου, έκατσε ή τα κατάφερες; Άφηνες τα πράγματα στην τύχη ή τα κυνηγούσες κιόλας;
Πάλεψα τρελά, κυνήγησα τρελά αλλά ήμουν και τρελά κωλόφαρδος. Ένας συνδυασμός. Θες να το πεις θεό, άστρο, ταλέντο, τύχη… όλα αυτά είναι μαζί, όχι ένα από όλα. Ήμουν πολύ τυχερός στους ανθρώπους που γνώρισα και με πήρανε να κάνω πράγματα που δεν το περίμενα κι εγώ ο ίδιος.
Τι σε έχει καθορίσει πιο πολύ; Οι στόχοι που βάζεις, οι αναβάσεις ή οι πτώσεις; Το ζενίθ ή το ναδίρ σου;
Οι αναβάσεις γιατί τις πτώσεις δεν τις βιώνω ακριβώς, θέλω να πω ότι είμαι και θετικός σε αυτό. Μένω παραπάνω στις αναβάσεις γιατί είναι πολύ πιο ταξιδιάρικες, ό, τι και να κάνεις είναι μια ανάβαση ακόμα κι αν πέσεις στο τέλος, τουλάχιστον έχεις προσπαθήσει. Υπό μια έννοια όμως όλα στο θέατρο είναι και μια «πτώση» με την έννοια ότι δουλεύεις μήνες, έχεις άγχος για τα ρούχα, τα κοστούμια τα φώτα και έρχεται ο θεατής και κοιμάται. Συμβαίνει πολύ συχνά. Αν το βιώσεις σαν πτώση, την πάτησες.

Για να το λες προφανώς έχεις δει σε παράσταση σου θεατές να κοιμούνται. Σε επηρεάζει;
Μα δεν είναι σπάσιμο; Το έχω δει πολύ συχνά. Τα πρώτα χρόνια νευρίαζα, τώρα γελάω.
Δεν σε ξενερώνει εκείνη τη στιγμή;
Πια όχι. Μικρός ναι, τσαντιζόμουν, έκανα δυνατούς ήχους για να τους ξυπνήσω, τώρα μου φαίνεται αστείο και λογικό.
Εδώ που τα λέμε είναι και πολύ ανθρώπινο, κάποιος μπορεί να έρχεται κατευθείαν από τη δουλειά, ψόφιος στην κούραση.
Ε ναι. Κι εγώ αν δεν ήμουν ηθοποιός στις 8 από τις 10 παραστάσεις που πηγαίνω για φίλους ίσως θα κοιμόμουνα. Αλλά δεν το κάνω γιατί θα με δούνε.
Θα ήθελες να μπορείς να κοιμηθείς δηλαδή;
Ε ναι. Σε πολλές. Γιατί ρε συ είναι ωραίο το θέατρο, σβήνουν τα φώτα, είναι ωραίες οι καρέκλες, γουστάρεις, μπορεί να ακούς μια καλή μουσικούλα, έχει ατμοσφαιρικά φώτα, μπορεί να ακούγεται καμιά ωραία φωνή να μιλάει. Έχω κάνει έναν από τους πιο ωραίους ύπνους στη ζωή μου στο «Φάντασμα της Όπερας» στη Νέα Υόρκη. Είχαμε περπατήσει από το πρωί όλη την Νέα Υόρκη και πήγαμε να δούμε το «Φάντασμα της Όπερας». Κοιμήθηκα από τη μέση μέχρι εκεί που σκάει το φάντασμα μέσα στις βάρκες. Θέλω να πω ότι μπορεί να συμβεί.
Μου έλεγες προηγουμένως όταν καθίσαμε ότι ανυπομονείς να δουλέψεις με τον Καραντζά. Τελείως διαφορετικός από Οικονομίδη και Πενσότι, σίγουρα πιο φορμαλιστής. Είχατε ξαναδουλέψει στην «Επιθεώρηση» για το 1821 όπου εκεί, κοίτα να δεις, είχατε και ένα σκετς όπου έκανες πλάκα με το «Σπιρτόκουτο»-by the way ήταν φανταστική σκηνή, ρίξαμε πολύ γέλιο.
Γουστάρω τρελά με τον Δημήτρη γιατί είναι ένας τύπος που αγαπάει πάρα πολύ το θέατρο και τον πάω πολύ σαν άνθρωπο. Οι παραστάσεις του είναι καταπληκτικές, σε άλλο level από την ελληνική πραγματικότητα, όταν τις βλέπεις συνειδητοποιείς ότι είναι ένα παιδί που πέρα του ότι το έχει τρελά, τεχνικά μιλώντας, κάνει θέατρο γιατί γουστάρει, υπάρχει λόγος που το κάνει. Και ταυτόχρονα καταφέρνει να είναι και στο παιχνίδι της παραγωγής. Αυτός ο συνδυασμός είναι πολύ ωραίος να καταφέρνεις και οι δουλειές σου να μιλάνε στον κόσμο και ταυτόχρονα να τις απολαμβάνεις κι όχι επειδή πρέπει να κάνεις κάτι. Αισθάνομαι πολύ ασφαλής που πηγαίνω με αυτόν στην Επίδαυρο, που θα κάνουμε πολύ πρόβα, θα συζητήσουμε. Νιώθω ότι έχω έναν συνοδοιπόρο, όχι απλά έναν σκηνοθέτη, όπως αισθάνομαι με τα παιδιά, τον Βασίλη, τον Κουτλή. Σαν να είμαι με έναν φίλο που θα κάτσουμε να σπάσουμε το κεφάλι μας παρέα για να το κάνουμε όσο πιο καλό μπορούμε.
• Η παράσταση «Μια αχόρταγη σκιά» του Μαριάνο Πενσότι στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση συνεχίζεται έως τις 24 Απριλίου.