«Όσα Παίρνει ο Άνεμος» της Margaret Mitchell
Ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα όλων των εποχών, η ιστορία μίας γυναίκας και ενός μεγάλου έρωτα με φόντο μία χώρα που αναδύεται μέσα από τις στάχτες της.
Με φόντο τον Αμερικάνικο εμφύλιο – από την άνοιξη του 1861 μέχρι την εποχή της Ανασυγκρότησης – η Margaret Mitchell αποδίδει αριστοτεχνικά την πτώση ενός πολιτισμού, την ανάδυση μίας νέας τάξης πραγμάτων και την προσπάθεια των ανθρώπων του αμερικανικού Νότου να επιβιώσουν και να προσαρμοστούν σε μία χώρα που δεν θα είναι ποτέ πια η ίδια.
Στο προσκήνιο, η θρυλική ερωτική ιστορία της Σκάρλετ Ο’Χάρα και του Ρετ Μπάτλερ. Την αγαπάει παράφορα, αλλά δεν διστάζει να την εγκαταλείψει στη δυσκολότερη στιγμή της, γνωρίζοντας ότι εκείνη θα τα καταφέρει και εκείνος θα είναι πάντα εκεί μέχρι να ξαναβρεθούν.
« – Αγαπητή Σκάρλετ! Δεν είστε ανυπεράσπιστες. Όποιος έχει τον εγωισμό και την αποφασιστικότητά σας δεν έχει ανάγκη προστασίας. Ο Θεός να φυλάει τους Γιάνκηδες αν πέσουν στα χέρια σας.
Πήδηξε κάτω και έκανε το γύρο του αμαξιού για να περάσει προς το μέρος της Σκάρλετ, που τον παρακολουθούσε πετρωμένη από τον φόβο.
-Κατεβείτε, διέταξε ο Ρετ ξαφνικά.
Η Σκάρλετ δεν κουνήθηκε. Την σήκωσε βίαια και την κατέβασε κάτω. Ύστερα χωρίς να την αφήσει την τράβηξε παράμερα. Το σκοτάδι την τύλιξε, όπως μέσα σ’ ένα όνειρο.
–Δεν σας ζητώ να με καταλάβετε ή να με συγχωρήσετε. Δεν μ’ ενδιαφέρει τι θα γίνετε, γιατί ούτε εγώ μπορώ να καταλάβω την κουταμάρα μου ή να συγχωρήσω τον εαυτό μου. Είμαι απογοητευμένος να ανακαλύπτω τόσο δονκιχωτισμό να υπάρχει ακόμα μέσα μου. Μα ο ωραίος μας Νότος έχει ανάγκη και από τον τελευταίο άνδρα. Ο ηρωικός μας κυβερνήτης Μπράουν δεν το δήλωσε; Τέλος πάντων, πάω στον πόλεμο.
Ξαφνικά άρχισε να γελάει μ’ ένα γέλιο τρανταχτό που ξύπνησε την ηχώ του δάσους.
– Δεν θα σ’ αγαπούσα τόσο πολύ, αγαπημένη μου, αν δεν αγαπούσα την τιμή. Περίφημος στίχος για την περίσταση, έτσι; Πάντως είναι καλύτερο από ό,τι δικό μου κι αν έλεγα αυτή τη στιγμή. Ναι, σ’ αγαπώ, Σκάρλετ, παρ’ όλα αυτά που σου είπα τότε στην βεράντα.
Η αργόσυρτη φωνή του είχε γίνει χαϊδευτική και τα δυνατά του χέρια γλιστρούσαν πάνω στα μπράτσα της.
– Σ’ αγαπώ, Σκάρλετ, γιατί μοιάζουμε εμείς οι δύο. Είμαστε και οι δύο παλιάνθρωποι, αγάπη μου, είμαστε εγωιστές και παλιάνθρωποι. Καρφί δεν μας καίγεται να χαλάσει όλος ο κόσμος, φθάνει να ζήσουμε εμείς και να έχουμε τις ανέσεις μας. »
Αλλά κυρίως η ιστορία της κακομαθημένης, πεισματάρας Σκάρλετ που ενηλικιώνεται ακριβώς τη στιγμή που ο κόσμος για τον οποίο προοριζόταν καταρρέει. Η ιστορία μιας γυναικάς που καλείται να επιβιώσει και να στηρίζει την οικογένειά της με μοναδικό εφόδιο το απαράμιλλο πείσμα της, και να «κατακτήσει τον κόσμο μ’ ένα φόρεμα καμωμένο από τις παλιές κουρτίνες της μητέρας της και τα φτερά ενός κόκορα στο κεφάλι».
«Παιδί μου, είναι πολύ κακό για μια γυναίκα να γνωρίσει το χειρότερο που μπορεί να της συμβεί, γιατί, ύστερα απ’ αυτό δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να την φοβίσει. Και είναι πολύ κακό για μια γυναίκα να μην φοβάται τίποτα» θα την συμβουλέψει η γιαγιά Φοντάιν, λέγοντάς της τη δική της ιστορία, για να καταλήξει: «Ε, λοιπόν ποτέ μου δεν φοβήθηκα από τότε, ποτέ δεν φοβήθηκα κανέναν και τίποτα, γιατί το χειρότερο που μπορούσα να φοβηθώ το είχα ζήσει. Αυτή η αφοβία με έκανε να περάσω πολλές στενοχώριες και μου στοίχησε πολλές αποτυχίες. Ο Θεός έκανε τις γυναίκες πλάσματα δειλά και αδύνατα και μια γυναίκα τολμηρή έχει κάτι το αφύσικο…Σκάρλετ, προσπαθήστε να έχετε πάντα κάποιο φόβο, όπως προσπαθείτε να έχετε πάντα κάτι ν’ αγαπάτε…».
Με φόντο την φωτιά του πολέμου, την κατεστραμμένη γη, την «παλιά φρουρά» που προσπαθεί να επιβιώσει», τους «νεοφερμένους» από τον Βορρά, τις ερειπωμένες πόλεις του αμερικανικού Νότου, τον ξεπεσμό μίας αυτοκρατορίας, η Margaret Mitchell σκιαγράφησε κλασσικούς, αξέχαστους χαρακτήρες και συνέθεσε ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα όλων των εποχών.