Μπομπ Μάκι: Έφυγε ο άνθρωπος που έντυσε τη Σερ, τη Μέριλιν Μονρόε και την Ντόλι Πάρτον
Από τη Μέριλιν Μονρόε και τη Σερ μέχρι την Τίνα Τέρνερ, την Νταϊάνα Ρος και την Κάρολ Μπερνέτ, ο Μπομπ Μάκι δεν σχεδίαζε απλώς φορέματα. Δημιουργούσε εκείνη τη στιγμή κατά την οποία μια γυναίκα εμφανίζεται και, πριν ακόμη μιλήσει, όλοι έχουν ήδη γυρίσει να την κοιτάξουν. Ο θρυλικός σχεδιαστής έφυγε στις 14 Σεπτεμβρίου 2026, σε ηλικία 87 ετών, αφήνοντας πίσω του κάτι πολύ μεγαλύτερο από παγιέτες, κρύσταλλα και φτερά: έναν ολόκληρο τρόπο να αντιλαμβανόμαστε το glamour
Περιεχόμενα
- Δεν σχεδίαζε για γυναίκες που ήθελαν να περάσουν απαρατήρητες
- Πριν από τη Σερ, υπήρξε η Μέριλιν
- Και μετά ήρθε η Σερ
- Το «naked dress» υπήρχε πολύ πριν από το Instagram
- Το φόρεμα των Όσκαρ που στην πραγματικότητα ήταν μια απάντηση
- Η Κάρολ Μπερνέτ και η στιγμή που ένα φόρεμα είπε το αστείο
- Η Τίνα Τέρνερ δεν χρειαζόταν φόρεμα. Χρειαζόταν κίνηση
- Από την Νταϊάνα Ρος μέχρι τον Έλτον Τζον
- Δεν ήταν μόδα. Και αυτό ήταν το μυστικό του
- Εννέα Emmy, ένα Tony και μια καριέρα που δεν χωρούσε στα βραβεία
- Η μεγαλύτερη κληρονομιά του δεν είναι οι παγιέτες
- Και τώρα τα φώτα χαμηλώνουν
Υπάρχουν σχεδιαστές που δημιουργούν όμορφα ρούχα. Υπάρχουν άλλοι που καταφέρνουν να αλλάξουν τη μόδα. Και υπάρχουν, πολύ πιο σπάνια, εκείνοι που αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο θυμόμαστε τους ανθρώπους.
Ο Μπομπ Μάκι ανήκε στην τρίτη κατηγορία.
Γιατί είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς τη Σερ χωρίς τα κρύσταλλα, τα φτερά, τις θεαματικές διαφάνειες και εκείνα τα σχεδόν αδύνατα φορέματα που έμοιαζαν περισσότερο ζωγραφισμένα πάνω στο σώμα της παρά φορεμένα. Είναι δύσκολο να θυμηθεί κανείς την Τίνα Τέρνερ πάνω στη σκηνή χωρίς τα λαμπερά κοστούμια που ακολουθούσαν κάθε κίνησή της. Και είναι σχεδόν αδύνατο να αφηγηθεί κανείς την ιστορία της αμερικανικής τηλεόρασης των δεκαετιών του ’60 και του ’70 χωρίς εκείνη την υπερβολή που έκανε κάθε εμφάνιση να μοιάζει με μικρό γεγονός.
Πολύ συχνά, πίσω από αυτές τις εικόνες βρισκόταν ο ίδιος άνθρωπος.
Ο Μπομπ Μάκι έφυγε στις 14 Σεπτεμβρίου 2026 σε ηλικία 87 ετών. Η είδηση ανακοινώθηκε μέσα από τους επίσημους λογαριασμούς του, με την επισήμανση ότι έζησε τα 87 χρόνια του στο έπακρο, πραγματοποιώντας το παιδικό του όνειρο να γίνει σχεδιαστής μόδας και κοστουμιών. Μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν έχει ανακοινωθεί η αιτία του θανάτου του.
Θα ήταν όμως μάλλον άδικο να αποχαιρετήσει κανείς τον Μάκι με μια απλή απαρίθμηση βραβείων, διάσημων πελατών και φορεμάτων.
Γιατί η πραγματική ιστορία του βρίσκεται αλλού.
Βρίσκεται σε ένα φτερό λίγο μεγαλύτερο από όσο επέτρεπε η καλή γεύση της εποχής. Σε έναν κρύσταλλο που τοποθετήθηκε ακριβώς εκεί όπου θα έπιανε το φως. Σε ένα φόρεμα που άφηνε ακάλυπτο περισσότερο σώμα απ’ όσο θεωρούνταν «σωστό». Και, κυρίως, σε μια γυναίκα που έμπαινε στη σκηνή χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί επειδή ήθελε να είναι θεαματική.
Δεν σχεδίαζε για γυναίκες που ήθελαν να περάσουν απαρατήρητες
«Μια γυναίκα που φορά τα ρούχα μου δεν φοβάται να την προσέξουν.» Μπομπ Μάκι
Ίσως αυτή η φράση να εξηγεί καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη ολόκληρη την αισθητική του.
Ο Μάκι δεν πίστεψε ποτέ στη διακριτικότητα ως αυταξία. Δεν τον ενδιέφερε να δημιουργήσει το φόρεμα που θα ψιθύριζε. Ήθελε το φόρεμα που θα έμπαινε πρώτο στο δωμάτιο.
Γεννήθηκε το 1939 στην Καλιφόρνια και μεγάλωσε γοητευμένος από τον κόσμο του παλιού Χόλιγουντ. Ξεκίνησε την καριέρα του ως σχεδιαστής σκίτσων και βρέθηκε πολύ νέος δίπλα σε ανθρώπους που γνώριζαν ότι το costume design δεν είναι διακόσμηση αλλά αφήγηση.
Και αυτή ακριβώς η αντίληψη θα καθόριζε ολόκληρη την πορεία του.
Ο Μάκι δεν κοιτούσε μια γυναίκα και αναρωτιόταν απλώς τι θα της πήγαινε. Αναρωτιόταν ποια θα μπορούσε να γίνει.
Αυτό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.
Πριν από τη Σερ, υπήρξε η Μέριλιν
«Σχεδιάστηκε για εκείνη.» Μπομπ Μάκι
Πολύ πριν το όνομά του συνδεθεί για πάντα με τη Σερ, ο νεαρός Μπομπ Μάκι είχε ήδη βάλει, χωρίς ίσως να το γνωρίζει τότε, την υπογραφή του σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες εικόνες του 20ού αιώνα.
Ως νεαρός sketch artist για τον Ζαν Λουί, σχεδίασε το σκίτσο για το περίφημο φόρεμα της Μέριλιν Μονρόε στο «Happy Birthday, Mr. President» το 1962.
Το φόρεμα που έμοιαζε σχεδόν ανύπαρκτο. Εφαρμοστό, διάφανο, γεμάτο κρυστάλλους, δημιουργημένο έτσι ώστε από μακριά η Μέριλιν να δίνει την εντύπωση ότι ήταν γυμνή και καλυμμένη μόνο με φως.
Εξήντα χρόνια αργότερα, όταν η Κιμ Καρντάσιαν φόρεσε το ιστορικό κομμάτι στο Met Gala του 2022, ο Μάκι δεν έκρυψε τη δυσαρέσκειά του. Θεωρούσε ότι το φόρεμα είχε δημιουργηθεί αποκλειστικά για τη Μέριλιν και ότι αποτελούσε μέρος της δικής της ιστορίας.
Και ίσως αυτή η αντίδρασή του να αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για τη φιλοσοφία του.
Για τον Μάκι, ένα σπουδαίο costume δεν ήταν απλώς ένα πολύτιμο αντικείμενο.
Ανήκε στον άνθρωπο για τον οποίο είχε δημιουργηθεί.
Ανήκε στη στιγμή.
Στην κίνηση.
Στην ιστορία.
Στη μνήμη.
Δεν μπορούσες απλώς να το μεταφέρεις σε ένα άλλο σώμα και να περιμένεις ότι θα αφηγηθεί την ίδια ιστορία.
Και μετά ήρθε η Σερ
«Είχε πολύ φυσικό στιλ. Και της άρεσε να κάνει κάτι διαφορετικό και απροσδόκητο.» Μπομπ Μάκι
Υπάρχουν δημιουργικές συνεργασίες που, όταν τις κοιτάζουμε εκ των υστέρων, μοιάζουν σχεδόν μοιραίες.
Η Σερ και ο Μπομπ Μάκι ήταν μία από αυτές.
Συναντήθηκαν όταν εκείνη ήταν ακόμη μια πολύ νέα γυναίκα με μακριά μαύρα μαλλιά, λεπτή σιλουέτα και μια ομορφιά που δεν έμοιαζε με το κλασικό πρότυπο του Χόλιγουντ.
Ο Μάκι το αντιλήφθηκε αμέσως. Σε παλαιότερη συνέντευξή του είχε θυμηθεί ότι η Σερ εμφανίστηκε σε μια εποχή κατά την οποία κυριαρχούσε ένα πολύ συγκεκριμένο πρότυπο γυναικείας ομορφιάς. Εκείνη δεν έμοιαζε με κανέναν.
Και αυτό ακριβώς ήταν το πλεονέκτημά της. Ο Μάκι δεν προσπάθησε ποτέ να την κάνει να μοιάσει με κάποια άλλη.
Έκανε το αντίθετο. Την έκανε ακόμη περισσότερο Σερ.
Σταδιακά, η συνεργασία τους εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες σχέσεις ανάμεσα σε designer και performer στην ιστορία της pop κουλτούρας.
Διαφάνειες, κρύσταλλα, φτερά, τεράστια headpieces, γυμνές πλάτες και ακάλυπτες κοιλιές, παντελόνια καμπάνα, χρώμα, λάμψη και υπερβολή συνέθεταν ένα σύμπαν όπου το «too much» δεν ήταν ποτέ αρκετά.
Και ένα σώμα που δεν έπρεπε να κρυφτεί για να θεωρηθεί κομψό.
Ο Μάκι είχε καταλάβει κάτι που σήμερα θεωρούμε αυτονόητο: ότι ένας performer δεν χρειάζεται απλώς ρούχα.
Χρειάζεται οπτική ταυτότητα.
Το «naked dress» υπήρχε πολύ πριν από το Instagram
«Βλέπεις ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα και δεν υπάρχουν εκπλήξεις.» Μπομπ Μάκι
Σήμερα το αποκαλούμε «naked dress». Το βλέπουμε στα κόκκινα χαλιά, στο Met Gala, στα Grammys, στα Oscars. Το φορούν celebrities και γίνεται μέσα σε λίγα λεπτά viral. Ο Μπομπ Μάκι όμως το έκανε όταν το Instagram δεν υπήρχε ούτε ως ιδέα.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, τα διάφανα φορέματα που δημιουργούσε για τη Σερ έμοιαζαν ακραία. Η τεχνική τους, όμως, ήταν πολύ πιο περίπλοκη από όσο φαινόταν.
Υφάσματα που σχεδόν εξαφανίζονταν πάνω στο δέρμα. Κρύσταλλοι τοποθετημένοι με τέτοιο τρόπο ώστε να μοιάζουν σαν να αιωρούνται επάνω στο σώμα. Στρατηγικά κεντήματα. Κατασκευές που δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση της γύμνιας χωρίς να είναι πραγματικά γυμνές.
Ο ίδιος, πολλά χρόνια αργότερα, παρατηρούσε με κάποια απογοήτευση ότι το στοιχείο της έκπληξης είχε χαθεί από τη σύγχρονη μόδα.
Ίσως γιατί για εκείνον η πρόκληση δεν ήταν ποτέ αυτοσκοπός. Το ενδιαφέρον βρισκόταν στην έκπληξη.
Στο να ανοίξει η αυλαία και να δεις κάτι που δεν είχες ξαναδεί.
Το φόρεμα των Όσκαρ που στην πραγματικότητα ήταν μια απάντηση
«Τώρα όλοι κάνουν αυτά τα μεγάλα looks.» Μπομπ Μάκι
Το 1986 η Σερ εμφανίστηκε στα Όσκαρ με ένα από τα πιο διάσημα looks στην ιστορία του κόκκινου χαλιού.
Μαύρο σύνολο. Κρύσταλλοι. Ακάλυπτη κοιλιά. Και ένα τεράστιο φτερωτό headpiece που έκανε οποιαδήποτε προσπάθεια διακριτικότητας να μοιάζει σχεδόν αστεία.
Εκείνη την εποχή, πολλοί θεώρησαν ότι το look δεν ήταν «κατάλληλο» για τα Όσκαρ.
Χρόνια αργότερα, ο Μάκι θα σχολίαζε ότι το συγκεκριμένο σύνολο εξακολουθούσε να εμφανίζεται κάθε χρόνο στις συζητήσεις για τα red carpets — και ότι αυτό που κάποτε θεωρούνταν ακατάλληλο, σήμερα αποτελεί σχεδόν τον κανόνα για τις μεγάλες εμφανίσεις.
Αυτό είναι ίσως το παράξενο με εκείνους που προηγούνται της εποχής τους.
Στην αρχή μοιάζουν υπερβολικοί, μετά μοιάζουν φυσιολογικοί.
Και στο τέλος όλοι ξεχνούν ότι κάποτε ήταν εκείνοι που έκαναν πρώτοι αυτό που σήμερα κάνουν όλοι.
Η Κάρολ Μπερνέτ και η στιγμή που ένα φόρεμα είπε το αστείο
«Τους αντιμετώπιζα λίγο σαν χαρακτήρες κόμικ.» Μπομπ Μάκι
https://www.youtube.com/watch?v=fkWCo0zvxvI&list=RDfkWCo0zvxvI&start_radio=1
Θα ήταν λάθος, ωστόσο, να περιορίσουμε τον Μάκι στις παγιέτες και στα γυμνά φορέματα.
Η ιδιοφυΐα του φάνηκε ίσως ακόμη περισσότερο στην κωμωδία.
Για έντεκα σεζόν σχεδίαζε για το «The Carol Burnett Show», δημιουργώντας εκατοντάδες χαρακτήρες και κοστούμια. Ο ίδιος είχε εξηγήσει ότι αντιμετώπιζε ορισμένους από αυτούς σχεδόν σαν χαρακτήρες κόμικ, με μια σταθερή οπτική ταυτότητα που επέστρεφε ξανά και ξανά.
Και ύστερα υπάρχει εκείνο το φόρεμα. Η παρωδία του «Όσα Παίρνει ο Άνεμος».
Η Κάρολ Μπερνέτ εμφανίζεται με μια πράσινη κουρτίνα μεταμορφωμένη σε φόρεμα — αλλά ο Μάκι αφήνει επάνω της και το κουρτινόξυλο.
Δεν χρειαζόταν σχεδόν καν διάλογος. Το costume είχε ήδη πει το αστείο.
Αυτό ήταν το χάρισμά του.
Καταλάβαινε ότι το ρούχο μπορεί να γίνει punchline, χαρακτήρας, ψυχολογία και αφήγηση ταυτόχρονα.
Το περίφημο κοστούμι κατέληξε αργότερα στο Smithsonian.
Μια κουρτίνα που σχεδιάστηκε για να προκαλέσει γέλιο είχε γίνει κομμάτι της αμερικανικής πολιτιστικής ιστορίας.
Η Τίνα Τέρνερ δεν χρειαζόταν φόρεμα. Χρειαζόταν κίνηση
«Πάντα πρόκειται για τον performer.» Μπομπ Μάκι
Ο Μάκι ήξερε ότι δεν μπορείς να ντύσεις με τον ίδιο τρόπο δύο διαφορετικές γυναίκες μόνο και μόνο επειδή είναι διάσημες. Η Τίνα Τέρνερ δεν ήταν η Σερ και, κυρίως, το σώμα της λειτουργούσε εντελώς διαφορετικά πάνω στη σκηνή. Η δύναμή της βρισκόταν στην κίνηση, στα πόδια, στην αστείρευτη ενέργεια, στον ιδρώτα, σε εκείνη την αίσθηση ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσε να εκραγεί ολόκληρη η σκηνή. Γι’ αυτό και τα κοστούμια της έπρεπε να κινούνται μαζί της: κοντά μήκη, κρόσσια, λάμψη, εφαρμογές που αντανακλούσαν τα φώτα και υλικά που μετέτρεπαν κάθε βήμα, κάθε στροφή και κάθε κίνηση σε μέρος της παράστασης.
Ο Μάκι δεν έντυνε απλώς το σώμα της Τίνα Τέρνερ· έντυνε την ενέργειά της. Και ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα σε έναν καλό σχεδιαστή και έναν σπουδαίο costume designer: ο πρώτος κοιτάζει το σώμα όταν είναι ακίνητο, ενώ ο δεύτερος, πριν ακόμη σχεδιάσει το ρούχο, έχει ήδη φανταστεί τι θα συμβεί όταν ανάψουν τα φώτα και αρχίσ
Από την Νταϊάνα Ρος μέχρι τον Έλτον Τζον
«Έκανα τόσα τρελά πράγματα γι’ αυτόν. Του άρεσε να μεταμφιέζεται.» Μπομπ Μάκι για τον Έλτον Τζον
Η λίστα των ανθρώπων που έντυσε μοιάζει με μικρή ιστορία της show business.
Νταϊάνα Ρος. Μπέτι Μίντλερ. Λάιζα Μινέλι. Ρακέλ Γουέλς. Μπάρμπρα Στρέιζαντ. Τζούντι Γκάρλαντ. Μάρλεν Ντίτριχ. Λουσίλ Μπολ. Αν-Μάργκρετ. Και φυσικά ο Έλτον Τζον.
Για τον τελευταίο, ο Μάκι είχε θυμηθεί ότι πολλές φορές του ζητούσε απλώς «φτιάξε μου ένα costume». Εκείνος παρουσίαζε δέκα σχέδια και ο Έλτον τα ήθελε όλα.
Κάποτε τον έντυσε ακόμη και Ντόναλντ Ντακ με ουρά και τεράστια πόδια. Το γεγονός ότι ο Έλτον Τζον έπρεπε στη συνέχεια να παίξει πιάνο ήταν, προφανώς, μια μικρή πρακτική λεπτομέρεια.
Γιατί ο κόσμος του Μάκι δεν ήταν ποτέ ο κόσμος του «αρκετά». Ήταν ο κόσμος του «κι άλλο».
Δεν ήταν μόδα. Και αυτό ήταν το μυστικό του
«Δεν ήταν ποτέ, μα ποτέ μόδα. Ήταν πάντα κοστούμια.» Μπομπ Μάκι
Αυτή ίσως είναι η σημαντικότερη φράση που είπε ποτέ για τη δουλειά του. Όταν οι δημιουργίες του έμπαιναν στις λίστες με τις χειρότερες εμφανίσεις, ο ίδιος γελούσε. Δεν τον ενοχλούσε, γιατί, όπως είχε εξηγήσει, δεν προσπαθούσε να δημιουργήσει fashion. Δημιουργούσε costumes.
Και η διαφορά ανάμεσα στα δύο είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο μοιάζει. Η μόδα συνήθως θέλει να φορεθεί· το costume θέλει να θυμάσαι τη στιγμή κατά την οποία φορέθηκε. Η μόδα συχνά οφείλει να είναι εμπορική, ενώ το costume έχει την ελευθερία να είναι παράλογο, θεατρικό, υπερβολικό, ακόμη και εξωφρενικό. Εκεί όπου η μόδα ρωτά «θα το φορούσε κάποιος;», ο Μάκι έμοιαζε να ρωτά «θα το θυμάται κάποιος;». Και σχεδόν πάντα η απάντηση ήταν ναι.
Το παράδοξο είναι ότι, ακριβώς επειδή δεν κυνηγούσε τη μόδα, κατέληξε να την επηρεάσει βαθιά. Όταν η Σερ άρχισε να εμφανίζεται στην τηλεόραση με halter φορέματα, άνθρωποι του χώρου έλεγαν στον Μάκι ότι τέτοια κομμάτια δεν μπορούσαν να πουληθούν. Δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι να βρίσκονται παντού. Η Σερ τα είχε κάνει επιθυμητά και ο Μάκι, χωρίς να προσπαθεί να προβλέψει την επόμενη τάση, είχε τελικά συμβάλει στη δημιουργία της.
Εννέα Emmy, ένα Tony και μια καριέρα που δεν χωρούσε στα βραβεία
«Όσο περισσότερα έχεις να κάνεις, τόσο περισσότερα μπορείς να κάνεις.» Μπομπ Μάκι
Η σταδιοδρομία του διήρκεσε περισσότερες από έξι δεκαετίες και συνοδεύτηκε από διακρίσεις που θα αρκούσαν από μόνες τους για να περιγράψουν μια σπουδαία καριέρα: εννέα βραβεία Emmy, 32 υποψηφιότητες, τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ καλύτερων κοστουμιών και ένα Tony για τα κοστούμια του «The Cher Show». Το 2002 εντάχθηκε στο Television Academy Hall of Fame. (Hollywood Reporter)
Κι όμως, οι αριθμοί δεν εξηγούν πραγματικά το μέγεθος της επιρροής του. Πολύ πιο ενδιαφέρον είναι ότι, δεκαετίες αργότερα, τα αρχεία του εξακολουθούν να ανοίγουν και οι δημιουργίες του να επιστρέφουν πάνω στα σώματα μιας νέας γενιάς σταρ. Η Ζεντάγια, η Μάιλι Σάιρους και άλλες νεότερες γυναίκες έχουν εμφανιστεί με κομμάτια του, αποδεικνύοντας κάτι που πιθανότατα θα διασκέδαζε και τον ίδιο: εκείνα τα ρούχα που κάποτε χαρακτηρίζονταν «too much» σήμερα μπορούν να μοιάζουν εντυπωσιακά σύγχρονα. (The Cut)
Ίσως επειδή η πραγματική υπερβολή, όταν έχει προσωπικότητα, δεν παλιώνει. Παλιώνει μόνο η υπερβολή που δημιουργήθηκε για να ακολουθήσει μια τάση. Ο Μάκι, αντίθετα, δεν ακολουθούσε την εποχή του. Δημιουργούσε εικόνες αρκετά δυνατές ώστε να επιβιώσουν από αυτήν.
Η μεγαλύτερη κληρονομιά του δεν είναι οι παγιέτες
«Τα κοστούμια της έγιναν συνώνυμα με αυτά τα τραγούδια.» Μπομπ Μάκι, για τη Σερ
Ίσως αυτή η φράση να κρύβει μέσα της ολόκληρη τη φιλοσοφία της δουλειάς του. Γιατί όταν ένα ρούχο γίνεται συνώνυμο με ένα τραγούδι, μια βραδιά, μια εμφάνιση ή μια γυναίκα, έχει πάψει να είναι απλώς ένα ρούχο. Έχει γίνει εικόνα και, τελικά, μνήμη.
Αυτό ακριβώς σχεδίαζε ο Μπομπ Μάκι: μνήμες.
Γι’ αυτό και η πραγματική κληρονομιά του δεν βρίσκεται μόνο στους κρυστάλλους, στα φτερά και στις παγιέτες, ούτε περιορίζεται στη μακρόχρονη δημιουργική σχέση του με τη Σερ. Βρίσκεται κυρίως στην ιδέα ότι η μόδα μπορεί να είναι χαρά χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί γι’ αυτό. Ότι μια γυναίκα μπορεί να θέλει να την κοιτάξουν χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι επιφανειακή και ότι το «too much» δεν αποτελεί πάντοτε κατηγορία· μερικές φορές είναι απλώς προσωπικότητα.
Ο Μάκι απέδειξε επίσης ότι το glamour δεν χρειάζεται να είναι ψυχρό, απόμακρο και άψογο για να είναι πολυτελές. Μπορεί να έχει χιούμορ, να είναι sexy, camp και απροκάλυπτα υπερβολικό. Μπορεί να φορά φτερά δύο μέτρων ή ακόμη και να κατεβαίνει μια σκάλα με ένα κουρτινόξυλο στους ώμους και, παρ’ όλα αυτά, να γράφει ιστορία. Γιατί εκείνος καταλάβαινε κάτι που συχνά ξεχνά η μόδα όταν παίρνει τον εαυτό της υπερβολικά σοβαρά: ορισμένες από τις εικόνες που μένουν περισσότερο στη μνήμη μας είναι εκείνες που τόλμησαν να διασκεδάσουν.
Και τώρα τα φώτα χαμηλώνουν
«Θέλαμε να θυμίσουμε στον κόσμο τέσσερις δεκαετίες τεράστιων επιτυχιών της.» Μπομπ Μάκι, για τη Σερ
Υπάρχει κάτι βαθιά συγκινητικό στο γεγονός ότι ένας άνθρωπος που πέρασε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του δημιουργώντας εικόνες για άλλους αφήνει τελικά πίσω του τόσες εικόνες, ώστε να είναι σχεδόν αδύνατον να μιλήσεις για εκείνους χωρίς να μιλήσεις και γι’ αυτόν.
Ο Μπομπ Μάκι δεν βρισκόταν πάνω στη σκηνή όταν η Σερ έκανε μία από τις περίφημες εισόδους της, ούτε τραγουδούσε δίπλα στην Τίνα Τέρνερ. Δεν στεκόταν δίπλα στη Μέριλιν Μονρόε όταν εκείνη τραγουδούσε στον Τζον Φ. Κένεντι και δεν ήταν στο κέντρο του κάδρου όταν η Κάρολ Μπερνέτ εμφανίστηκε με την περίφημη κουρτίνα της. Κι όμως, με έναν παράξενο τρόπο, ήταν πάντα εκεί: σε κάθε κρύσταλλο που έπιανε το φως, σε κάθε φτερό που κινούνταν μαζί με το σώμα, σε κάθε γραμμή του ρούχου και σε κάθε μικρή υπερβολή που έκανε το κοινό να γελάσει, να χειροκροτήσει ή απλώς να κοιτάξει για λίγα δευτερόλεπτα περισσότερο.
Ίσως αυτό να είναι τελικά το παράδοξο των μεγάλων costume designers. Δημιουργούν με έναν και μοναδικό σκοπό: να κοιτάζουμε κάποιον άλλον. Κι όμως, γίνονται αθάνατοι ακριβώς επειδή το κατάφεραν τόσο καλά.
Ο Μπομπ Μάκι έφυγε στα 87 του χρόνια, όμως τα φορέματά του είχαν προλάβει πολύ πριν από εκείνον να ξεφύγουν από τον χρόνο. Κάποια βρίσκονται πλέον σε μουσεία, άλλα φυλάσσονται σε αρχεία και αρκετά επιστρέφουν ξανά στο κόκκινο χαλί πάνω σε μια νέα γενιά γυναικών. Υπάρχουν όμως και εκείνα που δεν χρειάζεται πια να βρίσκονται πουθενά, γιατί έχουν εγκατασταθεί οριστικά στη συλλογική μας μνήμη: εκεί όπου η Σερ θα είναι για πάντα τυλιγμένη σε μαύρα φτερά, η Μέριλιν θα λάμπει μέσα στους κρυστάλλους και η Τίνα θα βρίσκεται αιώνια εκείνο το ένα δευτερόλεπτο πριν αρχίσει να χορεύει.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο όμορφο αντίο για έναν άνθρωπο που πέρασε τη ζωή του δημιουργώντας θέαμα. Τα φώτα μπορεί να χαμήλωσαν για τον Μπομπ Μάκι, αλλά όσα σχεδίασε εξακολουθούν να λάμπουν.