The Emotional Hangover: Γιατί κάποιοι άνθρωποι μάς εξαντλούν ακόμη κι όταν έχουν φύγει
Υπάρχουν συναντήσεις που τελειώνουν όταν κλείνει η πόρτα. Κι άλλες που τις παίρνουμε μαζί μας. Στο αυτοκίνητο, στο σπίτι, στο κρεβάτι, ακόμη και στον ύπνο μας. Δεν έχει συμβεί απαραίτητα κάτι κακό. Κι όμως, ώρες αργότερα, μια φράση επιστρέφει, ένα βλέμμα αποκτά δεύτερη σημασία και μια ανεξήγητη κούραση μάς κάνει να αναρωτιόμαστε γιατί ορισμένοι άνθρωποι καταλαμβάνουν τόσο χώρο μέσα μας ακόμη κι όταν δεν είναι πια εκεί.
Υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν να φεύγουν.
Σηκώνονται από το τραπέζι, σε αγκαλιάζουν, λένε «θα τα πούμε» και, όταν η πόρτα κλείσει πίσω τους, η βραδιά τελειώνει μαζί τους. Μένουν ίσως μια ωραία ανάμνηση, μια αστεία ιστορία, ένα άρωμα πάνω στο κασκόλ σου. Τίποτε που να απαιτεί από εσένα να συνεχίσεις τη συζήτηση μόνος σου.
Υπάρχουν όμως και οι άλλοι.
Εκείνοι που έχουν φύγει εδώ και μία ώρα κι εσύ εξακολουθείς να κάθεσαι απέναντί τους.
Μόνο που τώρα το τραπέζι είναι άδειο.
Οδηγείς και ξανακούς μια φράση τους. Μπαίνεις στο σπίτι και θυμάσαι τον τρόπο που σε κοίταξαν όταν είπες κάτι. Βγάζεις τα παπούτσια σου και αναρωτιέσαι αν έπρεπε να είχες απαντήσει διαφορετικά. Κάνεις μπάνιο και ξαφνικά βρίσκεις την τέλεια απάντηση που έπρεπε να είχες δώσει πριν από τρεις ώρες.
Κι αν κάποιος σε ρωτήσει τι συνέβη, πιθανόν να μην ξέρεις τι να του πεις.
Γιατί μπορεί να μη συνέβη τίποτα.
Δεν υπήρξε καβγάς. Δεν ακούστηκε κάποια μεγάλη προσβολή. Δεν έσπασε ένα ποτήρι, δεν έκλεισε κάποιος το τηλέφωνο, δεν ειπώθηκε εκείνη η μία φράση που χωρίζει ξεκάθαρα το «πριν» από το «μετά».
Κι όμως, κάτι μέσα σου είναι κουρασμένο.
Αυτό είναι ίσως το πιο παράξενο είδος emotional hangover. Όχι ένας επιστημονικός ή διαγνωστικός όρος για μια συγκεκριμένη κατάσταση, αλλά μια σχεδόν τέλεια περιγραφή εκείνης της συναισθηματικής επίγευσης που αφήνουν πίσω τους ορισμένες συναντήσεις.
Το ποτό τελείωσε.
Ο άνθρωπος έφυγε.
Αλλά εσύ εξακολουθείς να τον μεταβολίζεις.
Όταν μια συζήτηση αρνείται να τελειώσει Το μυαλό έχει μια περίεργη σχέση με όσα δεν καταλαβαίνει.
Τα ολοκληρωμένα πράγματα μπορεί να πονάνε, αλλά έχουν άκρες. Ξέρεις πού αρχίζουν και πού τελειώνουν. Η αβεβαιότητα, αντίθετα, δεν έχει πού να ακουμπήσει.
Γι’ αυτό μια καθαρή σύγκρουση μπορεί μερικές φορές να μας απασχολήσει λιγότερο από μια αμφίσημη κουβέντα.
«Τι εννοούσε όταν το είπε;»
«Γιατί άλλαξε ξαφνικά ύφος;»
«Μήπως τον πείραξε αυτό;»
«Μήπως έπρεπε να το είχα καταλάβει;»
Κάπου εκεί αρχίζει αυτό που στην ψυχολογία ονομάζεται rumination: η επαναλαμβανόμενη επιστροφή στις ίδιες σκέψεις και στα ίδια συναισθήματα, χωρίς όμως αυτή η σκέψη να μας οδηγεί απαραίτητα κάπου.
Δεν επεξεργαζόμαστε πια αυτό που συνέβη.
Το ανακυκλώνουμε.
Και υπάρχει μια λεπτή αλλά ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στα δύο.
Όταν επεξεργάζεσαι κάτι, κάποια στιγμή καταλαβαίνεις. Ή αποδέχεσαι ότι δεν θα καταλάβεις.
Όταν κάνεις rumination, κάθε απάντηση γεννά μια καινούργια ερώτηση.
Έρευνες έχουν συνδέσει αυτή την επαναλαμβανόμενη αρνητική σκέψη ακόμη και με πιο αργή φυσιολογική ανάκαμψη έπειτα από ένα στρεσογόνο κοινωνικό γεγονός. Με άλλα λόγια, η στιγμή μπορεί να έχει περάσει, αλλά η νοητική επιστροφή σε αυτήν μπορεί να παρατείνει την ένταση που άφησε πίσω της.
Και ίσως γι’ αυτό υπάρχουν βράδια που λες στον εαυτό σου «σταμάτα να το σκέφτεσαι» και ανακαλύπτεις ότι αυτή είναι περίπου η πιο άχρηστη εντολή που μπορείς να δώσεις σε έναν εγκέφαλο.
Γιατί αν μπορούσε να σταματήσει επειδή του το ζήτησες, θα το είχε ήδη κάνει.
Μερικές φορές αισθανόμαστε τον άλλον πριν καν τον καταλάβουμε Δεν χρειάζεται κάποιος να σου πει «είμαι αγχωμένος» για να αισθανθείς το άγχος του.
Ούτε να σου πει «είμαι θυμωμένος» για να αρχίσεις να μιλάς λίγο πιο προσεκτικά.
Υπάρχουν στιγμές που μπαίνουμε σε ένα δωμάτιο και αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι έχει συμβεί πριν μάθουμε τι είναι. Οι φωνές μπορεί να είναι χαμηλές, τα πρόσωπα ήρεμα, κανείς να μη λέει τίποτα. Κι όμως, το σώμα καταλαβαίνει.
Αυτό που η ψυχολογία περιγράφει ως emotional contagion έχει να κάνει ακριβώς με την ικανότητά μας να επηρεαζόμαστε από τις συναισθηματικές καταστάσεις των ανθρώπων γύρω μας. Διαβάζουμε ασυναίσθητα τον τόνο της φωνής, τις παύσεις, τις εκφράσεις, τη στάση του σώματος. Συγχρονιζόμαστε πολύ περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε.
Και ίσως εδώ βρίσκεται ένα κομμάτι της εξάντλησης που δεν μπορούμε εύκολα να εξηγήσουμε.
Δεν μας είπε τίποτα βαρύ.
Αλλά για δύο ώρες καθόμασταν απέναντι από έναν άνθρωπο σε ένταση και, χωρίς να το καταλάβουμε, ήμασταν κι εμείς λίγο σε ένταση μαζί του.
Τα συναισθήματα δεν χρειάζονται πάντα λέξεις για να μεταδοθούν.
Μερικές φορές αρκεί ένα δωμάτιο.
Η αόρατη δουλειά που κάνουμε για κάποιους ανθρώπους Υπάρχουν συναντήσεις στις οποίες μιλάμε.
Και υπάρχουν συναντήσεις στις οποίες, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, δουλεύουμε.
Παρακολουθούμε.
Προσαρμοζόμαστε.
Σκεφτόμαστε λίγο περισσότερο πριν απαντήσουμε. Καταπίνουμε μια φράση. Αλλάζουμε θέμα όταν βλέπουμε ότι το προηγούμενο δεν πήγε καλά. Κάνουμε ένα αστείο για να ελαφρύνουμε την ατμόσφαιρα. Δείχνουμε λιγότερο στενοχωρημένοι απ’ όσο είμαστε, επειδή δεν θέλουμε να χαλάσουμε τη βραδιά.
Μερικές φορές γινόμαστε πιο χαρούμενοι για να μην πέσει εκείνος.
Άλλες φορές γινόμαστε πιο ήρεμοι για να μην εκραγεί.
Και στο τέλος επιστρέφουμε σπίτι με εκείνη την παράξενη εξάντληση που δεν δικαιολογείται από τίποτε εμφανές.
Γιατί όλο το βράδυ καθόμασταν σε μια καρέκλα.
Μόνο που το μυαλό μας δεν κάθισε ούτε λεπτό.
Η σύγχρονη ψυχολογία έχει αρχίσει να κοιτάζει όλο και περισσότερο τη λεγόμενη interpersonal emotion regulation: το γεγονός ότι δεν διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας μόνοι μας, αλλά μέσα στις σχέσεις μας.
Το ξέρουμε ήδη, ακόμη κι αν δεν γνωρίζουμε τον όρο.
Υπάρχει εκείνος ο άνθρωπος που παίρνεις τηλέφωνο όταν κάτι έχει πάει στραβά και, πριν καν σου δώσει συμβουλή, αισθάνεσαι καλύτερα.
Κι υπάρχει και ο άλλος που σου λέει «μην αγχώνεσαι» και, μυστηριωδώς, σε κάνει να αγχώνεσαι περισσότερο.
Οι άνθρωποι ρυθμίζουμε ο ένας τον άλλον.
Και σε κάποιες σχέσεις αυτή η ρύθμιση είναι αμοιβαία.
Σε άλλες, ένας από τους δύο έχει αναλάβει σχεδόν μόνιμα να κρατά τη συναισθηματική θερμοκρασία του δωματίου στους σωστούς βαθμούς.
Κάποια στιγμή κουράζεται.
Ίσως δεν σε εξαντλεί ο άνθρωπος. Ίσως σε εξαντλεί ο εαυτός που γίνεσαι κοντά του Αυτό είναι πιο δύσκολο να το παραδεχτούμε.
Γιατί είναι εύκολο να πούμε «με κουράζει».
Πολύ δυσκολότερο να αναρωτηθούμε γιατί.
Υπάρχουν άνθρωποι δίπλα στους οποίους είμαστε ακριβώς όπως είμαστε. Δεν σκεφτόμαστε αν γελάσαμε πολύ δυνατά. Δεν μετράμε τις λέξεις. Δεν φοβόμαστε ότι μια απλή ερώτηση θα παρεξηγηθεί.
Και υπάρχουν άνθρωποι δίπλα στους οποίους κάνουμε αδιάκοπα μικρές διορθώσεις στον εαυτό μας.
Λίγο λιγότερο ευαίσθητοι.
Λίγο περισσότερο αδιάφοροι.
Λίγο πιο εύκολοι.
Λίγο λιγότερο απαιτητικοί.
Δεν λέμε «με πείραξε». Λέμε «δεν έγινε τίποτα».
Δεν ρωτάμε «τι συμβαίνει;». Περιμένουμε να καταλάβουμε.
Δεν λέμε αυτό που θέλουμε επειδή πρώτα υπολογίζουμε τι θα προκαλέσει.
Και μέχρι να τελειώσει η βραδιά, δεν έχουμε κουραστεί μόνο από τον άλλον.
Έχουμε κουραστεί από τη συνεχή προσπάθεια να είμαστε η σωστή εκδοχή του εαυτού μας για εκείνον.
Ίσως γι’ αυτό, όταν φύγουμε, χρειαζόμαστε λίγο χρόνο μόνοι.
Όχι για να συνέλθουμε από τη συνάντηση.
Για να επιστρέψουμε στον εαυτό μας.
Όταν παίρνεις σπίτι σου τα προβλήματα κάποιου άλλου Υπάρχει, βέβαια, και μια πολύ πιο τρυφερή εκδοχή αυτής της εξάντλησης.
Δεν συμβαίνει επειδή μια σχέση είναι δύσκολη.
Συμβαίνει επειδή αγαπάμε.
Ένας φίλος χωρίζει και σου μιλά για δύο ώρες. Ένας άνθρωπος που αγαπάς φοβάται και θέλει να τον ακούσεις. Κάποιος περνά μια δύσκολη περίοδο και για λίγο σε χρειάζεται περισσότερο απ’ όσο συνήθως.
Τον ακούς.
Και καλά κάνεις.
Αλλά κάποιες φορές, όταν κλείσει το τηλέφωνο, ανακαλύπτεις ότι εκείνος άφησε ένα μέρος του βάρους του και εσύ το πήρες μαζί σου.
Η ψυχολογία έχει έναν ενδιαφέροντα όρο, co-rumination, για εκείνες τις συζητήσεις στις οποίες δύο άνθρωποι επιστρέφουν ξανά και ξανά στα ίδια προβλήματα, στις ίδιες λεπτομέρειες, στα ίδια αρνητικά συναισθήματα.
Το παράδοξο είναι ότι τέτοιες συζητήσεις μπορούν να μας φέρουν πολύ κοντά.
Το «σου λέω τα πάντα» είναι μορφή οικειότητας.
Αλλά η οικειότητα και η ανακούφιση δεν είναι πάντα το ίδιο πράγμα.
Υπάρχουν συζητήσεις μετά τις οποίες ένα πρόβλημα μοιάζει μικρότερο.
Και υπάρχουν συζητήσεις μετά τις οποίες απλώς το γνωρίζουν πλέον δύο άνθρωποι αντί για έναν.
Δεν είναι όλοι «τοξικοί» Εδώ χρειάζεται προσοχή.
Ζούμε σε μια εποχή που αγαπά τις ψυχολογικές ετικέτες.
Ένας άνθρωπος μάς δυσκόλεψε; Toxic.
Μας μπέρδεψε; Narcissist.
Μας κούρασε; Energy vampire.
Μια σχέση δεν είναι τέλεια; Red flag.
Μόνο που οι άνθρωποι δεν είναι captions στο Instagram.
Και η ψυχολογία δεν είναι λεξικό χαρακτηρισμών για όσους μας στενοχωρούν.
Κάποιος μπορεί να μας εξαντλήσει επειδή περνά μια δύσκολη εβδομάδα. Μπορεί να μας ταράξει επειδή άγγιξε ένα δικό μας ευαίσθητο σημείο. Μπορεί να φύγουμε αναστατωμένοι από μια συζήτηση επειδή μας είπε κάτι αληθινό που δεν ήμασταν έτοιμοι να ακούσουμε.
Το emotional hangover δεν είναι διάγνωση του άλλου.
Είναι πληροφορία για εμάς και για τη δυναμική ανάμεσά μας.
Και η πληροφορία αποκτά νόημα όταν επαναλαμβάνεται.
Μία δύσκολη βραδιά δεν λέει πολλά.
Δέκα δύσκολες βραδιές που τελειώνουν πάντα με τον ίδιο κόμπο ίσως λένε περισσότερα.
Υπάρχουν άνθρωποι μετά τους οποίους κοιμάσαι καλύτερα Κι εδώ βρίσκεται ίσως το πιο όμορφο μέρος της ιστορίας.
Γιατί υπάρχουν και οι άλλοι.
Οι άνθρωποι που δεν αφήνουν emotional hangover.
Μπορεί να έχεις περάσει μαζί τους τέσσερις ώρες. Να έχετε μιλήσει για δύσκολα πράγματα. Να έχεις κλάψει ακόμη.
Και παρ’ όλα αυτά, όταν επιστρέψεις σπίτι, αισθάνεσαι ήρεμος.
Δεν σου έλυσαν τη ζωή.
Δεν βρήκαν την τέλεια συμβουλή.
Ίσως να μην είπαν τίποτα ιδιαίτερα σοφό.
Απλώς δίπλα τους δεν χρειαζόταν να φυλάς τον εαυτό σου.
Και όσο μεγαλώνουμε, αρχίζουμε ίσως να καταλαβαίνουμε ότι αυτή είναι μία από τις πιο υποτιμημένες μορφές αγάπης.
Να μπορείς να χαμηλώσεις την άμυνα.
Να μην αναρωτιέσαι τι εννοούσε.
Να μη χρειάζεται να αποκωδικοποιείς.
Να μη φοβάσαι τη σιωπή.
Να μη φεύγεις από μια συνάντηση και να την ξαναζείς για να βρεις πού ακριβώς άλλαξε το κλίμα.
Υπάρχουν άνθρωποι που μπαίνουν στη ζωή μας και ανεβάζουν τους παλμούς.
Και υπάρχουν άνθρωποι που τους κατεβάζουν.
Στα είκοσι ίσως μπερδεύουμε το πρώτο με το πάθος.
Αργότερα αρχίζουμε να εκτιμούμε περισσότερο το δεύτερο.
Η πιο σημαντική ερώτηση ίσως έρχεται μετά το «αντίο» Όταν προσπαθούμε να καταλάβουμε τι σημαίνει ένας άνθρωπος για εμάς, κάνουμε συνήθως τις ίδιες ερωτήσεις.
Περνάω καλά μαζί του;
Με κάνει να γελάω;
Με ελκύει;
Με αγαπάει;
Με καταλαβαίνει;
Μου λείπει;
Όλες έχουν σημασία.
Ίσως όμως υπάρχει ακόμη μία που κάνουμε πολύ σπάνια:
Πώς αισθάνομαι όταν φεύγω από κοντά του;
Όχι εκείνη τη στιγμή.
Λίγο αργότερα.
Όταν δεν υπάρχει πια απέναντί σου για να επηρεάζει την απάντηση.
Όταν οδηγείς μόνος.
Όταν μπαίνεις στο σπίτι.
Όταν πέφτει η σιωπή.
Αισθάνεσαι περισσότερο ο εαυτός σου ή λιγότερο;
Έχεις ηρεμήσει ή έχεις αρχίσει να ψάχνεις τι πήγε στραβά;
Θέλεις να συνεχίσεις τη μέρα σου ή χρειάζεσαι χρόνο για να συνέλθεις από τις προηγούμενες δύο ώρες;
Δεν χρειάζεται να βγάλεις συμπέρασμα από μία απάντηση.
Αρκεί να αρχίσεις να προσέχεις.
Γιατί οι σχέσεις έχουν κάτι σαν επίγευση.
Και πολλές φορές η επίγευση είναι πιο ειλικρινής από την ίδια τη στιγμή.
Οι άνθρωποι που μένουν όταν έχουν φύγει Ίσως τελικά δεν θυμόμαστε τους ανθρώπους μόνο από όσα μας είπαν ή μας έκαναν.
Τους θυμόμαστε και από την κατάσταση στην οποία μας άφηναν.
Υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν και το δωμάτιο μοιάζει ξαφνικά πιο ήσυχο.
Άλλοι φεύγουν και μαζί τους φεύγει μια ένταση που δεν είχαμε καν καταλάβει ότι κρατούσαμε στους ώμους.
Και υπάρχουν κι εκείνοι που φεύγουν και αφήνουν πίσω τους μια παράξενη γαλήνη. Σαν να έβαλαν, χωρίς να το ξέρουν, λίγο περισσότερο τα πράγματα στη θέση τους.
Δεν είναι πάντα εύκολο να ξεχωρίσεις ποιος σου κάνει καλό όσο βρίσκεται απέναντί σου.
Η έλξη μπερδεύει.
Η ανάγκη μπερδεύει.
Η συνήθεια μπερδεύει.
Ακόμη και η αγάπη, μερικές φορές, μπερδεύει.
Η σιωπή μετά, όμως, έχει έναν δικό της τρόπο να λέει την αλήθεια.
Γι’ αυτό ίσως δεν χρειάζεται να παρατηρούμε μόνο ποιον ανυπομονούμε να συναντήσουμε.
Αξίζει να παρατηρούμε και ποιοι γινόμαστε όταν επιστρέφουμε από τη συνάντηση.
Γιατί μερικοί άνθρωποι δεν μας εξαντλούν όσο είναι μαζί μας.
Μας εξαντλούν όταν φύγουν.
Και κάποιοι άλλοι κάνουν ακριβώς το αντίθετο.
Φεύγουν — και, για έναν ανεξήγητο λόγο, μας αφήνουν λίγο πιο ήρεμους απ’ ό,τι μας βρήκαν.