Γιώργος Σεϊταρίδης: Η αγριότητα προς το ίδιο μας το είδος είναι η πιο ωμή αλήθεια

Γιώργος Σεϊταρίδης: Η αγριότητα προς το ίδιο μας το είδος είναι η πιο ωμή αλήθεια

Με αφορμή την παράσταση «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν» στο θέατρο Εν Αθήναις, ο Γιώργος Σεϊταρίδης μιλά για τα όρια της ανθρώπινης αντοχής, την εξαθλίωση ως θέαμα και τη διαχρονική σκληρότητα μιας κοινωνίας που εξακολουθεί να ψυχαγωγείται με την πτώση των άλλων

Υπάρχουν έργα που αφηγούνται μια ιστορία και έργα που λειτουργούν σαν καθρέφτης. Το «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν» ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Η συγκλονιστική νουβέλα του Horace McCoy, βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα της Αμερικής της Μεγάλης Ύφεσης, μεταφέρεται στη σκηνή του θεάτρου Εν Αθήναις και φέρνει στο προσκήνιο έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη ανάγκη γίνεται δημόσιο θέαμα και η αντοχή μετατρέπεται σε εμπόρευμα.

Σε έναν εξαντλητικό μαραθώνιο χορού, άνθρωποι χωρίς χρήματα, χωρίς σπίτι και χωρίς επιλογές, χορεύουν μέχρι την κατάρρευση, διεκδικώντας ένα έπαθλο που υπόσχεται σωτηρία, αλλά συχνά οδηγεί στην πλήρη απογύμνωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Η σκηνοθεσία των Δημήτρη Καρατζιά και Μάνου Αντωνιάδη δεν αναβιώνει απλώς μια σκοτεινή σελίδα της ιστορίας. Δημιουργεί μια βαθιά υπαρξιακή εμπειρία, όπου το κοινό δεν παρακολουθεί μόνο, αλλά αναγκάζεται να αναγνωρίσει τη δική του θέση μέσα σε αυτόν τον σκληρό μηχανισμό. Οι χαρακτήρες επί σκηνής δεν είναι απλώς ρόλοι. Είναι άνθρωποι που παλεύουν να κρατηθούν όρθιοι – κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Ο Γιώργος Σεϊταρίδης, ένας από τους πρωταγωνιστές της παράστασης, ενσαρκώνει έναν από αυτούς τους ανθρώπους. Με την ερμηνεία του, δίνει σώμα και φωνή σε έναν χαρακτήρα που ακροβατεί ανάμεσα στην ελπίδα και την κατάρρευση, αποκαλύπτοντας τη λεπτή γραμμή που χωρίζει την επιβίωση από την απώλεια του εαυτού. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλά για τη σωματική και ψυχική δοκιμασία του ρόλου, για τη βία που υποβόσκει κάτω από την επιφάνεια της ψυχαγωγίας και για την αλήθεια που, τελικά, το θέατρο δεν φοβάται να δείξει: ότι ο μεγαλύτερος αγώνας δεν είναι να νικήσεις, αλλά να παραμείνεις άνθρωπος.

Το έργο διαδραματίζεται στην Αμερική της Μεγάλης Ύφεσης, όμως η αίσθηση της κοινωνικής εξάντλησης μοιάζει τρομακτικά σύγχρονη. Ποιο σημείο του έργου νιώσατε ότι «μιλά» πιο έντονα στο σήμερα;

Εν συνόλω, ολόκληρο το έργο αν και διαδραματίζεται στη δεκαετία το ’30,αφορά εξ’ ολοκλήρου το σήμερα και την κοινωνική αγριότητα του σήμερα, η οποία όταν βρίσκει χώρο να εκφραστεί γίνεται ανθρωποφάγα και ανελέητη.

Οι μαραθώνιοι χορού δεν είναι απλώς ένα θέαμα αλλά ένας μηχανισμός εκμετάλλευσης της ανθρώπινης ανάγκης. Ως ηθοποιός, πώς προσεγγίσατε αυτό το όριο ανάμεσα στη διασκέδαση και την απανθρωπιά;

Για μένα η προσέγγιση του ηθοποιού ως προς τον ρόλο είναι η προσπάθεια του να προσεγγίσει έναν άλλο χαρακτήρα ,μία άλλη νόηση και έναν άλλο ψυχισμό μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες που δίνονται από το έργο και να ενσωματωθεί στον ηθοποιό ,ο οποίος κάνει χώρο για να ζήσει ο άνθρωπος αυτός μέσα από τον άνθρωπο ηθοποιό.

Οπότε ως ηθοποιός προσεγγίζω το ρόλο, ο οποίος είναι ένα μέρος του συνόλου ,δηλαδή της θεατρικής πράξης .Είναι μια μοναδική περίπτωση μέσα σε μία κατάσταση.

Για 52 ημέρες επί σκηνής, οι χαρακτήρες ωθούνται στα σωματικά και ψυχικά τους άκρα. Πώς μεταφράζεται αυτή η διαρκής φθορά στη σκηνική σας παρουσία και στο σώμα σας;

Προσπαθώντας να ζήσω όλη αυτή την εξάντληση αυτού του ανθρώπου μέσα σε αυτή την κατάσταση όσο το δυνατόν πιο αληθινά μπορώ. Τα αισθήματα που γεννιούνται είναι άπειρα αλλά τα βασικά αισθήματα που γεννάνε όλα αυτά είναι η ανάγκη και η εξαθλίωση ,αν μπορούμε να τα ονομάσουμε αισθήματα. Γιατί είναι πολύ δύσκολο να περιγραφεί το αίσθημα με λέξεις σε οποιαδήποτε κατάσταση.

Το κοινό στο έργο δεν είναι αθώο· είναι συμμέτοχο. Πώς βιώνετε τη σχέση με τους θεατές, γνωρίζοντας ότι παρακολουθούν την «κατάρρευση» των χαρακτήρων;

Ως μία τεράστια απορία του πώς οι άνθρωποι ψυχαγωγούνται και διασκεδάζουν με την εξαθλίωση μου/του ρόλου.

Το έργο μιλά ανοιχτά για την εξαθλίωση ως ψυχαγωγία. Σας φόβισε καθόλου το ενδεχόμενο ο θεατής να ταυτιστεί περισσότερο με τον θεατή-θύτη παρά με τον διαγωνιζόμενο;

Αισθάνομαι ότι οι θεατές σε αυτή την παράσταση και μέσα από σχόλια που μας έχουν κάνει ,μπαίνοντας στην αρχή ταυτίζονται ,όμως καθώς προχωράει το έργο και συνειδητοποιώντας με τι έχουν ταυτιστεί, εν μέσο παράστασης  και εν συνειδήσει προσπαθούν να αποταυτιστούν από αυτή τη θέση του θεατή που παρακολουθεί το χορό και να μείνουν απλά θεατές της παράστασης κατανοώντας με το τι ταυτίστηκαν.

Ποια συναισθηματική διαδρομή σάς δυσκόλεψε περισσότερο να υπηρετήσετε σκηνικά: η ελπίδα της αρχής ή η απελπισία της κατάρρευσης;

Και οι δυο.

Το «Αμερικανικό Όνειρο» παρουσιάζεται εδώ ως μια ψευδαίσθηση που τρέφεται από την ανάγκη των αδύναμων. Πώς συνομιλεί αυτό με τη σημερινή κοινωνία της επιτυχίας και της συνεχούς έκθεσης;

Η βάση αυτής της ανάγκης επί της ουσίας είναι η ανάγκη της εξουσίας ,του εγωισμού και της υπερηφάνειας. Ο τρόπος αλλάζει ,όχι η ανάγκη.

Η παράσταση διαρκεί 150 λεπτά και απαιτεί απόλυτη σωματική εγρήγορση. Πώς διαχειρίζεστε την κούραση ώστε να μη «σπάσει» ο δραματικός ρυθμός;

Από τις πρόβες ,πρόβες ,πρόβες…

Υπάρχει κάποια στιγμή του έργου που, κάθε φορά, σας αιφνιδιάζει ξανά – ακόμα και μετά από τόσες παραστάσεις;

Όχι κάτι συγκεκριμένο ,γιατί πάντα μία παράσταση ξεκινάει από κάπου και καταλήγει καπου..

Το έργο θέτει το ερώτημα: ποιος είναι τελικά ο νικητής; Ως ηθοποιός, έχετε καταλήξει σε μια προσωπική απάντηση;

Αυτή τη διαδρομή καλούμαστε να τη γεννάμε οι ηθοποιοί κάθε φορά που καλούμαστε να υπηρετήσουμε μία παράσταση.

Σε μια εποχή όπου η σκληρότητα συχνά μετατρέπεται σε θέαμα (reality, social media), πιστεύετε ότι το θέατρο έχει ακόμα τη δύναμη να ενοχλεί ουσιαστικά;

Κανένας. Νίκη θα ήταν να ζούσαμε σε κοινωνίες που δε γεννάνε τέτοια θεάματα και τέτοιες καταστάσεις.

Η ύπαρξη του θεάτρου ανά τους αιώνες στηρίζεται σε αυτή τη δύναμη. Εφ’ όσον υπάρχει ακόμα ,την έχει.

Αν ο θεατής φύγει από την αίθουσα με ένα μόνο συναίσθημα ή σκέψη, ποια θα θέλατε να είναι αυτή;

Πώς θα μπορούσα να αλλάξω αυτή την κατάσταση.

Ο Αλμπέρ Καμύ έχει γράψει ότι «ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που αρνείται να είναι αυτό που είναι».Στο έργο, οι ήρωες μοιάζουν παγιδευμένοι σε ρόλους. Πιστεύετε ότι καταφέρνουν τελικά να επιλέξουν τη ζωή τους ή απλώς προσαρμόζονται για να επιβιώσουν;

Αληθινό ακούγεται.Όμως νομίζω ότι η άρνηση αυτή έγκειται στην αγνωσία του τι πραγματικά άνθρωπος εστί.Αισθάνομαι ότι οι επιλογές μας είναι η ζωή μας.

Η Τζέιν Φόντα έχει μιλήσει συχνά για τη σημασία των προσωπικών ορίων και της αποχώρησης από τοξικές καταστάσεις. Πόσο δύσκολο είναι, ως χαρακτήρας αλλά και ως άνθρωπος, να αναγνωρίσετε πότε πρέπει να σταματήσετε και να φύγετε;

Το να το αναγνωρίσεις αισθάνομαι ότι είναι εύκολο.Γιατί η καρδιά μας το λέει.Το να απορρίψεις τους λόγους που σε οδήγησαν να βρεθείς σε μία τέτοια κατάσταση,εκεί ίσως είναι η δυσκολία της απομάκρυνσης από αυτή.Η δυσκολία της αλλαγής.

Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι έγραφε συχνά για τη δημόσια έκθεση της ανθρώπινης αδυναμίας. Στην παράσταση, η κατάρρευση γίνεται σχεδόν θέαμα. Πώς σας επηρεάζει αυτό ως ηθοποιό πάνω στη σκηνή;

Με θλίβει.

Ο Σάμιουελ Μπέκετ έγραψε: «Προσπάθησες. Απέτυχες. Δεν πειράζει. Προσπάθησε ξανά. Απέτυχε καλύτερα». Οι ήρωες μοιάζουν εγκλωβισμένοι σε έναν κύκλο αποτυχίας. Υπάρχει, κατά τη γνώμη σας, κάποια μορφή λύτρωσης μέσα σε αυτόν;

Ναι υπάρχει. Αν μάθουνε από τα λάθη τους.

Η Μέριλ Στριπ έχει πει ότι η ουσία της υποκριτικής είναι η κατανόηση και όχι η κρίση. Υπήρξε κάποιος χαρακτήρας ή στάση στο έργο που σας δυσκόλεψε να προσεγγίσετε χωρίς να τον κρίνετε;

Από τη στιγμή που επιλέγω να προσπαθήσω να εκφράσω ένα ρόλο ,η κρίση του Γιώργου δεν έχει καμία θέση στην εργασία αυτή.

Ο Φρίντριχ Νίτσε έγραφε ότι «όποιος έχει ένα “γιατί” για να ζει, αντέχει σχεδόν κάθε “πώς”».Ποιο είναι το «γιατί» του δικού σας χαρακτήρα; Και πώς μεταβάλλεται όσο προχωρά ο μαραθώνιος;

Το γιατί του ρόλου είναι ότι πίστεψε πως μέσα εκεί θα μπορούσε να αποκτήσει συνθήκες για μία καλύτερη ζωή.Κατά τη διάρκεια όμως ζει μέσα σε έναν εφιάλτη που δε μπορεί να ξυπνήσει.

Ο Μάρλον Μπράντο  μιλούσε για την υποκριτική ως αναζήτηση της αλήθειας μέσα από τη φαντασία. Ποια αλήθεια για τη ζωή νιώθετε ότι αποκαλύπτεται πιο ωμά μέσα από αυτή την παράσταση;

Η αγριότητα προς το ίδιο μας το είδος.

Η Χάνα Άρεντ εισήγαγε την έννοια της «κοινοτοπίας του κακού». Στο έργο, η σκληρότητα μοιάζει καθημερινή και συνηθισμένη. Πώς την προσεγγίζετε χωρίς υπερβολή ή μελοδραματισμό;

Προσπαθώντας να αισθανθώ ,κατά το δυνατόν,αυτούσια τα συναισθήματα αυτού του ανθρώπου/ρόλου και να αφήσω τα δικά μου στην άκρη.

Ο  Ρόμπιν Γουίλιαμς είχε μιλήσει συχνά για τη μοναξιά μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις. Οι ήρωες βρίσκονται διαρκώς μαζί. Είναι όμως πραγματικά συνδεδεμένοι ή βαθιά μόνοι;

Κάποιοι είναι συνδεδεμένοι, κάποιοι είναι μόνοι.Από όλα έχει ο μπαξές.

Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ υποστήριζε ότι ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τις επιλογές του, ακόμη και μέσα σε δύσκολες συνθήκες.Στο σύμπαν του  έργου, υπάρχει χώρος για προσωπική ευθύνη ή όλα μοιάζουν προδιαγεγραμμένα;

Η προσωπική ευθύνη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την κάθε στιγμή ύπαρξης του κάθε ανθρώπου.

ΗΚέιτ Μπλάνσετ έχει μιλήσει για τη μοναδική ένταση της ζωντανής επαφής με το κοινό στο θέατρο.Πώς βιώνετε το βλέμμα του θεατή σε μια τόσο σκληρή και απαιτητική παράσταση;

Ως ρόλος κατά τη διάρκεια του μαραθωνίου έχει κλιμάκωση. Ως ηθοποιός την ,ώρα που υποδύομαι δεν ασχολούμαι με το βλέμμα του θεατή.

Ο Όσκαρ Ουάιλντ  έγραφε ότι «ζούμε σε μια εποχή που γνωρίζει την τιμή των πάντων και την αξία του τίποτα». Μέσα στον μαραθώνιο του έργου, ποια είναι τελικά η αξία της ανθρώπινης ζωής;

Όπως ακριβώς έχει οριστεί από τις κοινωνίες μας ακόμη και σήμερα, ο εξουσιαστής και ο εξουσιαζόμενος. Για να το αναπτύξουμε αυτό θα θέλαμε πολλές ώρες κουβέντα και κατά πάσα πιθανότητα να μη μας έφταναν. Και τα δύο μαζί. Ο καθρέφτης της κοινωνίας μας είναι ο πολιτισμός μας.

Ο Αντρέ Μαλρώ έλεγε ότι «ο πολιτισμός δεν κληρονομείται, κατακτιέται».Πιστεύετε ότι αυτή η παράσταση λειτουργεί ως πράξη πολιτισμού ή κυρίως ως καθρέφτης της κοινωνίας μας;

Αν έπρεπε να συνοψίσετε το έργο με μια φράση για τη ζωή, ποια θα ήταν;

Ντροπή.

Προπώληση More.com : https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/skotonoun-ta-aloga-otan-gerasoun/ 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Συγγραφέας: Horace McCoy

Μετάφραση, διασκευή: Δημήτρης Καρατζιάς – Μάνος Αντωνιάδης

Σκηνοθεσία, δραματουργική επεξεργασία: Δημήτρης Καρατζιάς

Πρωτότυπη μουσική / Ηχητικό τοπίο / Τραγούδια – Στίχοι: Μάνος Αντωνιάδης

Σκηνικά – Κοστούμια: Γιώργος Λυντζέρης

Σχεδιασμός φωτισμών: Βαγγέλης Μούντριχας – Σεμίνα Παπαλεξανδροπούλου

Χορογράφος: Ναταλία Βαγενά

Φωτογραφίες promotion: Νίκος Ζαχαρόπουλος

Βοηθός Φωτογράφου: Όλγα Ανδιάρη

Φωτογραφίες παράστασης: Χριστίνα Φυλακτοπούλου

Αφίσα: Γιάννης Κεντρωτάς

Trailer : ORKI Productions

Βοηθοί Σκηνοθέτη: Λάμπρος Τζώρας, Ελένη Μαζνώκη

Κατασκευή μάσκας: Ελένη Σουμή

Μοδίστρα: Trungel -Nagy Mònika

Εκτυπώσεις / Στάμπες: NtsPrints

Πρόγραμμα παράστασης / κείμενο: Εκδόσεις Αιγόκερως

Επικοινωνία / Προώθηση παράστασης: Νταίζη Λεμπέση

Οργάνωση παραγωγής: Δήμητρα Γεωργοπούλου

Παραγωγή: ΤΕΑΜ VAULT ΑΜΚΕ

Παίζουν: Νίκος Ιωαννίδης, Γιώργος Σεϊταρίδης, Τριανταφυλλιά Ταμπαλιάκη, Ορνέλα Λούτη, Δήμητρα Κολλά, Νικόλας Μπράβος, Στέφανος Κακαβούλης, Χριστίνα Σαμπανίκου, Σωτήρης Μεντζέλος, Αντώνης Αντωνίου, Θάνος Κρομμύδας, Αγάπη Παπαθανασιάδου, Ευάγγελος Ανδρέας Εμμανουήλ, Όλγα Θανασιά, Αλεξάνδρα Γαϊδατζή, Παρασκευή Αλίρη και η Γιάννα Σταυράκη.

Θερμές ευχαριστίες για την πολύτιμη βοήθεια τους στους: Βίκυ Σδούγκου (Βεστιάριο Gardaroba), Γιάννη Οικονομίδη (παντομίμα), Γιώργο Νικολαΐδη (κομμώσεις), Κατερίνα Καρατζιά (μακιγιάζ) και Κωνσταντίνο Θεοδωρακάκη (παρασκήνιο).

ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΘΕΑΜΑΤΩΝ

ΗΜΕΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ:

Κάθε Σάββατο και Κυριακή στις 20:30

ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 150′ (με 10΄ διάλειμμα)

Διαβάστε επίσης:

Κάρολιν Μπεσέτ-Κένεντι: Πώς καθόρισε μια κομψότητα που ξεπέρασε τον χρόνο

Oι 11 άνθρωποι που δεν ακολούθησαν τη μόδα- τη δημιούργησαν

Σαμπρίνα Κάρπεντερ: Από παιδί της Disney σε femme fatale της pop

Σχετικά άρθρα