Μάνος Χατζιδάκις: Ο τελευταίος ρομαντικός που δεν πίστεψε ποτέ στα παραμύθια

Μάνος Χατζιδάκις: Ο τελευταίος ρομαντικός που δεν πίστεψε ποτέ στα παραμύθια

Σαν σήμερα, στις 23 Οκτωβρίου 1925, γεννήθηκε στην Ξάνθη ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς του ελληνικού πολιτισμού. Εκατόν ένα χρόνια αργότερα, ο Μάνος Χατζιδάκις εξακολουθεί να μας συγκινεί με τις μελωδίες του και να μας προκαλεί με τις σκέψεις του

Ένας άνθρωπος που ύμνησε την ομορφιά, αλλά δεν έκλεισε ποτέ τα μάτια μπροστά στην ασχήμια του κόσμου.

Υπάρχει μια παράξενη αντίφαση στους ανθρώπους που γνωρίζουν πραγματικά την ομορφιά. Όσο περισσότερο την αναζητούν, τόσο λιγότερο ανέχονται την ασχήμια. Όσο βαθύτερα πιστεύουν στην ανθρώπινη ευαισθησία, τόσο πιο αυστηροί γίνονται απέναντι στην υποκρισία, τη μετριότητα και την πνευματική ευκολία. Και όσο περισσότερο αγαπούν τη ζωή, τόσο δυσκολότερα συμβιβάζονται με όσα την κάνουν μικρότερη από αυτό που θα μπορούσε να είναι.

Ο Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε ίσως μία από τις πιο χαρακτηριστικές ενσαρκώσεις αυτής της αντίφασης.

Έγραψε μουσικές που έμοιαζαν να γεννιούνται από τις πιο ευάλωτες περιοχές της ανθρώπινης ψυχής, αλλά όταν μιλούσε για την κοινωνία μπορούσε να γίνει αιχμηρός, σχεδόν ανελέητος. Υπερασπίστηκε τον ρομαντισμό χωρίς να παραδοθεί στην αφέλεια, αγάπησε την Ελλάδα χωρίς να εξιδανικεύσει τις αδυναμίες της και πίστεψε στη δύναμη της τέχνης χωρίς να την αντιμετωπίσει ποτέ ως ένα ευχάριστο καταφύγιο από την πραγματικότητα.

Γιατί ο Μάνος Χατζιδάκις δεν υπήρξε ρομαντικός με τη συνηθισμένη έννοια της λέξης. Δεν αναζητούσε έναν κόσμο απαλλαγμένο από αντιφάσεις, ούτε πίστευε ότι η ομορφιά μπορούσε να ακυρώσει τη σκληρότητα της ζωής. Αντιθέτως, έμοιαζε να γνωρίζει πολύ καλά πόσο δύσκολο είναι να παραμείνει κανείς ευαίσθητος μέσα σε έναν κόσμο που συχνά επιβραβεύει το αντίθετο.

Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο μυστικό της διαχρονικότητάς του.

Ότι δεν μας προσέφερε ποτέ την παρηγοριά ενός παραμυθιού, αλλά την πολύ πιο απαιτητική δυνατότητα να ανακαλύπτουμε την ποίηση μέσα στην πραγματικότητα.

Το παιδί που γεννήθηκε στην Ξάνθη και δεν έπαψε να αναζητά τον χαμένο χρόνο

Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 23 Οκτωβρίου 1925, στην Ξάνθη, σε μια πόλη όπου διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις συνυπήρχαν και όπου οι εικόνες, οι ήχοι και οι αντιθέσεις της καθημερινότητας επρόκειτο να αποτελέσουν μέρος των πρώτων του βιωμάτων.

Η παιδική του ηλικία δεν ήταν ένα ανέφελο παραμύθι. Ο χωρισμός των γονιών του, η εγκατάσταση στην Αθήνα το 1932 και αργότερα ο θάνατος του πατέρα του διαμόρφωσαν μια πραγματικότητα στην οποία η απώλεια εμφανίστηκε νωρίς, προτού ακόμη προλάβει να ολοκληρωθεί η αθωότητα της παιδικής ηλικίας.

Στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής εργάστηκε σε διαφορετικές δουλειές, ενώ παράλληλα συνέχισε τη μουσική του εκπαίδευση και ήρθε σε επαφή με ανθρώπους που θα επηρέαζαν βαθιά την πνευματική του συγκρότηση.

Ανάμεσά τους ο Νίκος Γκάτσος, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Γιάννης Τσαρούχης, προσωπικότητες που δεν αντιμετώπιζαν την τέχνη ως μια απομονωμένη δραστηριότητα, αλλά ως τρόπο ερμηνείας της ανθρώπινης εμπειρίας.

Η σχέση του με τον Νίκο Γκάτσο επρόκειτο να εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες δημιουργικές συναντήσεις του ελληνικού πολιτισμού, καθώς η ποίηση και η μουσική τους κατάφεραν να συναντηθούν σε έναν κοινό κόσμο γεμάτο συμβολισμούς, υπόγεια μελαγχολία και εκείνη την ιδιότυπη ελληνικότητα που δεν χρειαζόταν ποτέ να υψώσει τη φωνή της για να γίνει αισθητή.

Στο αυτοβιογραφικό του σημείωμα, ο ίδιος επέλεξε να περιγράψει τη γέννησή του με μια φράση γεμάτη ειρωνική τρυφερότητα:

«Σαν άνοιξα τα μάτια μου είδα με απορία πολύ κόσμο να περιμένει την εμφάνισή μου».

Ήταν μια χαρακτηριστική έκφραση του χιούμορ του, αυτής της ικανότητάς του να παρατηρεί ακόμη και την προσωπική του ιστορία από μια απόσταση που του επέτρεπε να αποφεύγει τη σοβαροφάνεια.

Ο άνθρωπος που έγραφε για τον έρωτα χωρίς να εξιδανικεύει τη ζωή

Αν επιχειρούσε κανείς να περιγράψει τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι με μία μόνο λέξη, ίσως η καταλληλότερη να ήταν η τρυφερότητα. Όχι όμως η εύκολη, η γλυκιά και καθησυχαστική τρυφερότητα, αλλά εκείνη που γεννιέται από τη συνείδηση ότι τίποτε όμορφο δεν είναι αυτονόητο και τίποτε αγαπημένο δεν παραμένει αναγκαστικά για πάντα δικό μας.

Στα τραγούδια του ο έρωτας δεν εμφανίζεται πάντοτε ως υπόσχεση ευτυχίας. Συχνά είναι μια απουσία, μια αναμονή, μια ανάμνηση που επιστρέφει απροσδόκητα ή μια επιθυμία που δεν βρίσκει ποτέ την οριστική της δικαίωση.

Ακόμη και στις πιο φωτεινές μελωδίες του υπάρχει κάτι που μοιάζει να υπενθυμίζει ότι η ανθρώπινη ευτυχία είναι εύθραυστη.

Ο «Μεγάλος Ερωτικός», έργο του 1972, αποτελεί ίσως μία από τις πιο ολοκληρωμένες εκφράσεις αυτής της αντίληψης. Μέσα από την ελληνική ποίηση διαφορετικών εποχών, ο Χατζιδάκις δημιούργησε έναν μουσικό κόσμο στον οποίο ο έρωτας δεν περιορίζεται στη συναισθηματική σχέση δύο ανθρώπων, αλλά αποκτά διαστάσεις υπαρξιακές, σχεδόν μεταφυσικές.

Δεν είναι τυχαίο ότι η μουσική του μπορεί να συγκινεί ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, ακόμη και όταν εκείνοι δεν γνωρίζουν τίποτε για την εποχή στην οποία γράφτηκε.

Γιατί οι πραγματικά σπουδαίες μελωδίες δεν χρειάζονται ιστορικές υποσημειώσεις για να αγγίξουν τον ακροατή. Χρειάζονται μόνο έναν άνθρωπο πρόθυμο να αισθανθεί.

Ο ίδιος, πάντως, δεν αντιμετώπιζε το τραγούδι ως μια απλή μορφή ψυχαγωγίας.

Σε παλαιότερη συνέντευξή του είχε εξηγήσει:

«Η προσπάθειά μου ήταν πάντα το τραγούδι να ακούγεται — κι’ όχι να διασκεδάζη».

Σε αυτή τη φαινομενικά απλή διάκριση κρύβεται μια ολόκληρη φιλοσοφία.

Ο Χατζιδάκις δεν επιθυμούσε απλώς να προσφέρει στον ακροατή μια ευχάριστη εμπειρία. Ήθελε να τον μετακινήσει εσωτερικά, να τον φέρει αντιμέτωπο με κάτι που ίσως αγνοούσε για τον ίδιο του τον εαυτό, να δημιουργήσει μια σχέση ουσιαστικότερη από την πρόσκαιρη συγκίνηση.

Η αυστηρότητα ενός ανθρώπου που δεν ανεχόταν τη μετριότητα

Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η άλλη πλευρά του Μάνου Χατζιδάκι, εκείνη που συχνά απουσιάζει από τα επετειακά αφιερώματα.

Ο δημιουργός των πιο τρυφερών ελληνικών μελωδιών μπορούσε να είναι ένας ιδιαίτερα απαιτητικός συνομιλητής, ένας άνθρωπος που δεν δίσταζε να αμφισβητεί όσα η κοινωνία θεωρούσε δεδομένα και που αντιμετώπιζε με δυσπιστία την ευκολία με την οποία η δημοσιότητα μετατρέπει την τέχνη σε προϊόν.

Δεν επεδίωκε να κερδίζει διαρκώς τη συμπάθεια του κοινού. Αντιθέτως, θεωρούσε ότι η ουσιαστική σχέση του δημιουργού με τους ανθρώπους προϋποθέτει ειλικρίνεια, ακόμη και όταν αυτή γίνεται δυσάρεστη.

Η εμπορική επιτυχία δεν αποτελούσε για εκείνον επαρκές κριτήριο καλλιτεχνικής αξίας, ούτε η αναγνωρισιμότητα μπορούσε να υποκαταστήσει την ανάγκη της δημιουργικής αναζήτησης.

Σε συνέντευξή του στον Χρήστο Μαυρή, όταν ρωτήθηκε για τα παλαιότερα τραγούδια του, εξήγησε ότι δεν τα απέρριπτε, αλλά αρνιόταν να εγκλωβιστεί στην επανάληψη του παρελθόντος του.

Η τοποθέτησή του ήταν αποκαλυπτική:

«Δεν μπορώ εγώ να γίνω μία βιομηχανική μονάδα που να επαναλαμβάνει ό,τι διασκεδάζει τον κόσμο».

Πόσο διαφορετική ακούγεται αυτή η φράση σήμερα, σε μια εποχή όπου η επιτυχία μετριέται συχνά με αριθμούς προβολών, αναπαραγωγών και ψηφιακής απήχησης;

Ο Χατζιδάκις είχε κατανοήσει κάτι που η σύγχρονη πολιτιστική βιομηχανία δυσκολεύεται να αποδεχθεί: ότι η διαρκής επανάληψη μιας επιτυχημένης συνταγής μπορεί να εξασφαλίζει αναγνώριση, αλλά ενδέχεται να στερεί από τον δημιουργό το σημαντικότερο δικαίωμά του, το δικαίωμα να αλλάζει.

Και εκείνος δεν ήθελε να παραμείνει αιχμάλωτος ούτε της ίδιας του της επιτυχίας.

Ένα Όσκαρ δεν ήταν αρκετό για να τον ορίσει

Το 1961, το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά», από την ταινία «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασέν, τιμήθηκε με το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού.

Ήταν μια διεθνής διάκριση που θα μπορούσε να καθορίσει ολόκληρη την καλλιτεχνική ταυτότητα ενός δημιουργού.

Όχι όμως του Μάνου Χατζιδάκι.

Η διεθνής αναγνώριση δεν τον οδήγησε να περιοριστεί σε ένα ύφος που είχε ήδη αποδειχθεί επιτυχημένο. Συνέχισε να αναζητά νέες μορφές έκφρασης, να συνομιλεί με την ποίηση, το θέατρο και τη λόγια μουσική, να ανακαλύπτει διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους το ελληνικό τραγούδι μπορούσε να αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος.

Από τον «Μεγάλο Ερωτικό» μέχρι το «Χαμόγελο της Τζοκόντας» και από τον «Ματωμένο Γάμο» μέχρι τον «Σκληρό Απρίλη του ’45», το έργο του αποκαλύπτει έναν καλλιτέχνη που δεν ενδιαφερόταν να αποδείξει διαρκώς ότι ήταν επιτυχημένος, αλλά να παραμείνει δημιουργικά ανήσυχος.

Σε συνέντευξή του το 1983, όταν ρωτήθηκε για τις μεγαλύτερες επιτυχίες και αποτυχίες του, η απάντησή του ήταν σχεδόν προκλητική:

«Δεν με ενδιαφέρουν οι επιτυχίες ή οι αποτυχίες».

Δεν επρόκειτο απλώς για μια δήλωση καλλιτεχνικής ανεξαρτησίας.

Ήταν η άρνηση ενός ανθρώπου να αποδεχθεί ότι η προσωπική του αξία μπορούσε να μετρηθεί αποκλειστικά μέσα από τις διακρίσεις του.

Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της προσωπικότητάς του: ότι ενώ γνώρισε την επιτυχία σε διεθνές επίπεδο, δεν έπαψε να αντιμετωπίζει τη δημιουργία ως μια ανοιχτή διαδικασία, χωρίς οριστικό προορισμό.

Η Ελλάδα που αγαπούσε και η Ελλάδα που τον εξόργιζε

Η σχέση του Μάνου Χατζιδάκι με την Ελλάδα ήταν βαθιά, σύνθετη και συχνά αντιφατική.

Δεν υπήρξε ένας δημιουργός που αναζητούσε την ελληνικότητα μέσα από εύκολα στερεότυπα, ούτε ένας διανοούμενος που θεωρούσε την παράδοση ένα ακίνητο μνημείο, προορισμένο να αναπαράγεται χωρίς αμφισβήτηση.

Αντιθέτως, αντιμετώπισε τη λαϊκή μουσική ως ζωντανό πολιτιστικό υλικό και συνέβαλε αποφασιστικά στην αναγνώριση της καλλιτεχνικής αξίας του ρεμπέτικου, σε μια εποχή που μεγάλο μέρος της επίσημης πολιτιστικής ζωής εξακολουθούσε να το αντιμετωπίζει με προκατάληψη.

Η περίφημη διάλεξή του για το ρεμπέτικο, το 1949, δεν υπήρξε απλώς μια μουσικολογική παρέμβαση. Ήταν μια διαφορετική πρόταση για τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία μπορούσε να αντιληφθεί τον ίδιο της τον πολιτισμό.

Ο Χατζιδάκις αναζητούσε την ουσία πίσω από τις συμβάσεις και την αυθεντικότητα πίσω από τις κοινωνικές διακρίσεις.

Αργότερα, μέσα από τη διεύθυνση του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, από το 1975 έως το 1981, επιχείρησε να δημιουργήσει έναν δημόσιο χώρο πολιτισμού όπου η μουσική, η λογοτεχνία, η σκέψη και η καλλιτεχνική αναζήτηση θα μπορούσαν να συνυπάρχουν χωρίς να υποτάσσονται στη λογική της εύκολης κατανάλωσης.

Δεν πίστευε ότι η ποιότητα έπρεπε να απευθύνεται αποκλειστικά σε μια μικρή ελίτ. Πίστευε, όμως, ότι η επαφή με την τέχνη απαιτούσε ενεργό συμμετοχή και προσωπική διάθεση αναζήτησης.

Η αγάπη του για την Ελλάδα δεν τον εμπόδισε να ασκεί κριτική στις κοινωνικές της αντιφάσεις.

Και αυτό ίσως αποτελεί μια από τις ουσιαστικότερες μορφές αγάπης για έναν τόπο: να μπορείς να αναγνωρίζεις την ομορφιά του χωρίς να αρνείσαι τις αδυναμίες του.

Ο ρομαντικός που γνώριζε ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει επικίνδυνος

Υπάρχει μια τάση να ταυτίζουμε τον ρομαντισμό με την αφέλεια, σαν να είναι απαραίτητο να αγνοεί κανείς τη σκληρότητα της πραγματικότητας προκειμένου να πιστεύει στην ομορφιά.

Ο Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε το ακριβώς αντίθετο.

Η ευαισθησία του δεν τον έκανε λιγότερο διορατικό απέναντι στις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αντιθέτως, φαίνεται πως του επέτρεπε να αντιλαμβάνεται με ιδιαίτερη ένταση τις συνέπειες της αδιαφορίας, του φόβου και της πνευματικής αδράνειας.

Τον Φεβρουάριο του 1993, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη βρισκόταν αντιμέτωπη με την αναζωπύρωση εθνικιστικών και ακροδεξιών κινημάτων, ο Χατζιδάκις έγραψε ένα κείμενο για τον νεοναζισμό και τον ρατσισμό, το οποίο συνδέθηκε με την αντιναζιστική συναυλία της Ορχήστρας των Χρωμάτων.

Δεν αντιμετώπισε το φαινόμενο ως κάτι ξένο προς την κοινωνία, αλλά ως μια απειλή που μπορούσε να αναπτυχθεί μέσα από τις ανθρώπινες αδυναμίες και τις συλλογικές ανοχές.

Η σκέψη του συμπυκνώθηκε σε μια φράση που εξακολουθεί να προκαλεί προβληματισμό:

«Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία».

Για τον Χατζιδάκι, η παιδεία δεν περιοριζόταν στη συσσώρευση γνώσεων ή στην απόκτηση τίτλων σπουδών. Ήταν μια διαρκής διαδικασία αμφισβήτησης, ένας τρόπος να καλλιεργείται η προσωπική κρίση και να αντιστέκεται ο άνθρωπος στην ευκολία της χειραγώγησης.

Αυτή η αντίληψη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον σήμερα, όταν η πληροφορία είναι διαθέσιμη σε πρωτοφανή αφθονία, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αναγκαστικά μεγαλύτερη κατανόηση του κόσμου.

Ο Χατζιδάκις δεν φοβόταν την άγνοια όσο την αυτάρκεια εκείνου που πιστεύει ότι δεν έχει τίποτε άλλο να μάθει.

Και ίσως γι’ αυτό η σκέψη του παραμένει τόσο απαιτητική.

Η μοναξιά της ανεξαρτησίας

Ο Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε ένας άνθρωπος που δύσκολα μπορούσε να περιοριστεί σε οποιαδήποτε κατηγορία.

Η δημόσια παρουσία του χαρακτηριζόταν από μια έντονη ανάγκη ανεξαρτησίας, η οποία δεν του επέτρεπε να ταυτίζεται άκριτα με συλλογικές βεβαιότητες ή να προσαρμόζει τις απόψεις του στις προσδοκίες του ακροατηρίου του.

Δεν δίσταζε να εκφράζει αντιρρήσεις, να διαφωνεί δημόσια και να διατυπώνει σκέψεις που μπορούσαν να ενοχλήσουν ακόμη και ανθρώπους οι οποίοι θαύμαζαν βαθιά το καλλιτεχνικό του έργο.

Αυτή η ανεξαρτησία, ωστόσο, δεν πρέπει να εξιδανικεύεται σαν να ήταν μια εύκολη επιλογή.

Η άρνηση της συμμόρφωσης συχνά συνεπάγεται παρεξηγήσεις, αποστάσεις και την αίσθηση ότι ο άνθρωπος βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα σε κόσμους στους οποίους δεν επιθυμεί να ανήκει ολοκληρωτικά.

Ο Χατζιδάκις φαίνεται πως είχε συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι η δημιουργική ελευθερία δεν μπορεί να εξαρτάται από τη διαρκή αποδοχή.

Σε συνέντευξή του, όταν μιλούσε για την επικοινωνία με το κοινό, εξηγούσε:

«Με ενδιαφέρει η αποκάλυψή του, η επικοινωνία του μαζί μου».

Πηγή: Συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι το 1983, αναδημοσιευμένη στο Together Magazine.

Αυτή η φράση αποκαλύπτει μια λεπτή αλλά καθοριστική διαφορά.

Ο Χατζιδάκις δεν αναζητούσε απλώς ακροατές. Αναζητούσε ανθρώπους με τους οποίους θα μπορούσε να υπάρξει μια πραγματική συνάντηση.

Και οι πραγματικές συναντήσεις, είτε συμβαίνουν μέσα από τη μουσική είτε μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις, προϋποθέτουν κάτι πολύ πιο σπάνιο από την παρουσία: την ειλικρινή διάθεση να ακούσουμε.

Γιατί ο Μάνος Χατζιδάκις εξακολουθεί να μας αφορά

Στις 15 Ιουνίου 1994, ο Μάνος Χατζιδάκις έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που εξακολουθεί να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής πολιτιστικής μνήμης.

Όμως η σημασία του δεν περιορίζεται στην επιβίωση των τραγουδιών του.

Βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε την ίδια την έννοια της δημιουργίας, στην άρνησή του να ταυτίσει την επιτυχία με την αξία, στην επιμονή του να υπερασπίζεται την προσωπική κρίση και στην πεποίθησή του ότι η τέχνη μπορεί να αποτελεί μια βαθιά ανθρώπινη πράξη αντίστασης απέναντι στην πνευματική αδράνεια.

Εκατόν ένα χρόνια μετά τη γέννησή του, η εποχή μας μοιάζει από πολλές απόψεις διαφορετική από τη δική του. Οι τρόποι επικοινωνίας έχουν αλλάξει, η τεχνολογία έχει μεταμορφώσει την καθημερινότητα και η πολιτιστική παραγωγή κινείται πλέον με ταχύτητες που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί στα χρόνια της ακμής του.

Κι όμως, τα ερωτήματα που τον απασχολούσαν παραμένουν ανοιχτά.

Τι σημαίνει να είσαι πραγματικά ελεύθερος; Πόσο χώρο αφήνουμε στην ευαισθησία μέσα σε μια κοινωνία που συχνά συγχέει τη δύναμη με τη σκληρότητα; Πότε η επιτυχία μετατρέπεται σε παγίδα; Και πόση ανεξαρτησία είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε προκειμένου να γίνουμε αποδεκτοί;

Ίσως, τελικά, ο Μάνος Χατζιδάκις να υπήρξε ο τελευταίος ρομαντικός όχι επειδή πίστευε σε έναν ιδανικό κόσμο, αλλά επειδή αρνήθηκε να αποδεχθεί ότι ο πραγματικός κόσμος δεν μπορούσε να γίνει καλύτερος.

Δεν πίστευε στα εύκολα παραμύθια, γιατί γνώριζε ότι η ζωή δεν προσφέρει πάντοτε δικαίωση, ότι η ομορφιά δεν νικά αναγκαστικά την ασχήμια και ότι η ευαισθησία δεν προστατεύει τον άνθρωπο από τις απογοητεύσεις.

Παρ’ όλα αυτά, επέλεξε να γράφει μουσική.

Να αναζητά την ποίηση.

Να υπερασπίζεται την ελευθερία.

Και να επιμένει ότι ο άνθρωπος μπορεί να γίνει κάτι περισσότερο από αυτό που του επιβάλλουν οι φόβοι και οι συνήθειές του.

Ίσως αυτή να είναι και η πιο βαθιά αντίφαση της ζωής του. Ότι ένας άνθρωπος που έβλεπε τόσο καθαρά τις αδυναμίες του κόσμου δεν έπαψε ποτέ να αναζητά μέσα του την ομορφιά.

Και ίσως γι’ αυτό, κάθε φορά που ακούγεται μια μελωδία του, έχουμε την αίσθηση ότι ο Μάνος Χατζιδάκις δεν έφυγε πραγματικά.

Όχι επειδή η μουσική χαρίζει αθανασία, όπως συνηθίζουμε να λέμε.

Αλλά επειδή υπάρχουν άνθρωποι που, ακόμη και όταν απουσιάζουν, εξακολουθούν να μας μαθαίνουν πώς να ζούμε.

Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν ένας από αυτούς.

Σχετικά άρθρα