Ο Παντελής Βούλγαρης άλλαξε το ελληνικό σινεμά από την πρώτη ταινία του
Θυμόμαστε πώς το «Προξενιό της Άννας» ανήμερα των γενεθλίων του Παντελή Βούλγαρη που ξεκίνησε το ρεύμα του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου.
Περιεχόμενα
Οι αρχές της δεκαετίας του ’70 παρουσιάζουν μια ενδιαφέρουσα αντίφαση όσον αφορά το ελληνικό σινεμά. Την ίδια στιγμή που η δικτατορία των συνταγματαρχών παρέμενε αμείλικτη και απόλυτη ως προς τον έλεγχο των πολιτιστικών αγαθών που υλοποιούνταν υπό την επίβλεψή της, είχε προκύψει μια νέα γενιά σκηνοθετών η οποία δεν ήταν διατεθειμένη να συμμορφωθεί με την κατάσταση.
Οι πρώτες ενδείξεις είχαν εκδηλωθεί λίγο πριν το πραξικόπημα, όταν κυριολεκτικά μερικές μέρες πριν ο Νίκος Παπατάκης ολοκλήρωνε τα γυρίσματα των διορατικών «Βοσκών» (1967). Έπειτα, στο απόγειο της χούντας, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος παρουσιάζει την «Αναπαράσταση» (1970), ένα ντεμπούτο – σταθμός το οποίο απεικόνισε μια Ελλάδα που έως τότε βρισκόταν στο περιθώριο της μεγάλης οθόνης. Τη σκυτάλη, αμέσως μετά, πήρε ο Αλέξης Δαμιανός με την ανατρεπτική «Ευδοκία» (1971), όπου σε πρώτο πλάνο βρίσκεται ο απαγορευμένος έρωτας ανάμεσα σε ένα στρατιώτη και μια εργάτρια του σεξ. Είναι εμφανές, άρα, πως κάτι άλλαζε τόσο κοινωνικά όσο και κινηματογραφικά, με το καλλιτεχνικό σινεμά να τολμά να αναδείξει τις θεματικές που το εμπορικό αν δεν απέφευγε ακριβώς, έθιγε μάλλον επιφανειακά. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Παντελής Βούλγαρης που συμπληρώνει 86 χρόνια ζωής, παρουσιάζει το «Προξενιό της Άννας» (1972).

Μια βίαιη ενηλικίωση
Σε μια ερμηνεία αφοπλιστικής ειλικρίνειας, η Άννα Βαγενά υποδύεται μια συνονόματη νεαρή οικονόμο που συμπληρώνει δέκα χρόνια εργασίας σε εύπορο σπίτι μικροαστών. Μετά από όλο αυτό το διάστημα, η οικογένεια νιώθει υπόχρεη απέναντί της, έτσι αποφασίζει να τη συστήσει σε έναν άντρα με σκοπό να παντρευτούν. Η άμεση και απέριττη πλοκή, το σενάριο συν-υπογράφουν ο Βούλγαρης με τον Μένη Κουμανταρέα, σε συνδυασμό με την αιχμηρά λιτή σκηνοθεσία, επιτρέπουν την εμβάθυνση στις αδιόρατες ανισότητες που φορτίζουν τη σχέση της κεντρικής ηρωίδας με τους εργοδότες της. Και πιο συγκεκριμένα, στις κανονικοποιημένες διαστροφές που διέπουν τη συμπεριφορά των προυχόντων απέναντι στην υπάλληλό τους.
Το «Προξενιό» αποτελεί μια συρραφή από βλέμματα. Απέναντι στην κρυστάλλινη αθωότητα που φέρουν τα μάτια της Άννας, υπάρχουν τα απρεπή, ηδονοβλεπτικά και παραβιαστικά των «προϊσταμένων» της, τα οποία προκαλούν αφανή βία. Στην ταινία δεν απεικονίζονται σκηνές ωμής κακοποίησης αλλά, για παράδειγμα, η άνεση με την οποία οι άντρες της οικογένειας μπαινοβγαίνουν από το δωμάτιο της πρωταγωνίστριας αδιαφορώντας για εκείνη, είναι ικανές να σφίξουν το στομάχι. Όπως επίσης, επιδεικνύουν τη χειρότερη μορφή της σκληρότητάς τους όταν η Άννα, παρότι κάνει όλα όσα της ζήτησαν, βρίσκεται σε θέση πιο δεινή από αυτή που είχε εξαρχής.
Το «έγκλημά» της; Πως αβίαστα απέδειξε την υποκρισία τους. Η ενότητα της γνωριμίας με τον Κοσμά (Σταύρος Καλάρογλου) εκπέμπει διαπεραστική γλύκα και πικρία λόγω της αμφισημίας της. Παρότι δεν ξέρουν τίποτα ο ένας για τον άλλο, θα ήταν πιθανό να ερωτεύτηκαν κιόλας; Το προσπαθούν λόγω της συγκυρίας; Ή συμβιβάζονται συμφωνώντας σιωπηρά πως μόνο έτσι δεν θα ξοδευτούν σε αδιέξοδες ζωές; Ισοπεδωτικά ερωτήματα που δεξιοτεχνικά ο Βούλγαρης αφήνει να υπονοούνται συγκινητικά.

Η Ελλάδα είναι πολλές
Αν και ντεμπούτο, το «Προξενιό» χαρακτηρίζεται από μια στιβαρότητα που θυμίζει ένα δημιουργό μεστωμένο. Δεν είναι τυχαίο πως το φιλμ απέσπασε τρία βραβεία στο Φεστιβάλ Βερολίνου και πέντε στη Θεσσαλονίκη. Ωστόσο, οι διακρίσεις είναι δευτερεύουσες της παρακαταθήκης του. Διότι στον πυρήνα της αφήγησης δεν βρίσκεται μόνο η απαρχαιωμένη αντίληψη που θέλει μια οικονόμο να μη διαφέρει πολύ από ένα ακόμα απόκτημα της εν λόγω οικογένειας, αλλά και πως της πέφτει λόγος στο μέλλον της, αφού πρέπει να την αποκαταστήσει κοινωνικά. Ενδεικτικά, θυμίζουμε πως χρειάστηκε να περάσουν έντεκα χρόνια από την κυκλοφορία της ταινίας για να καταργηθεί ο οπισθοδρομικός θεσμός της προίκας. Στο φόντο, επίσης, βρίσκεται το ζήτημα της εσωτερικής και μη μετανάστευσης. Η σχέση της Άννας με τον Κοσμά και τη μητέρα της αντανακλά διαγενεακά αδιέξοδα και τα εμπόδια που μπαίνουν διαρκώς στη διεκδίκηση μιας φευγαλέας χειραφέτησης.
Η Ελλάδα του «Προξενιού» ήταν η Ελλάδα του ’70 που όλοι ήξεραν, αλλά λίγοι είχαν δει πραγματικά. Το βλέμμα προς τα μέσα με έναν τρόπο κριτικό αλλά και ενδοσκοπικό, έστρεψαν οι σκηνοθέτες που συντονίστηκαν με το ρεύμα του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Μια τάση που έγινε κύμα χάρη σε σπουδαίες ταινίες που ακολούθησαν, όπως o αριστουργηματικός «Ιωάννης ο Βίαιος» (Τώνια Μαρκετάκη, 1973), τα μαχητικά «Μέγαρα» (Σάκης Μανιάτης & Γιώργος Τσεμπερόπουλος, 1974), το γεμάτο φρεσκάδα «Μια Ζωή σε Θυμάμαι να Φεύγεις» (Φρίντα Λιάππα, 1977) και πάρα πολλά ακόμα. Όλα ξεκίνησαν, περίπου, με έναν μάταιο έρωτα πριν από πενήντα τέσσερα χρόνια.
Διαβάστε επίσης