Στην παύση ανάμεσα στο «κάτι» και το «τίποτα» — Ο Αντρέα Τζούροβιτς και η σιωπηλή ένταση της ύλης
Στο Empty Hums, ο καλλιτέχνης επιστρέφει στην Αθήνα με ένα σώμα έργων που μιλά για τη μνήμη, το σώμα και την αβεβαιότητα, χωρίς να ζητά εξηγήσεις — μόνο παρουσία
Υπάρχουν εκθέσεις που σε υποδέχονται με θόρυβο, με εντυπωσιασμούς, με βεβαιότητες. Και υπάρχουν κι εκείνες που σε καλούν να μπεις σχεδόν αθόρυβα — σαν να περνάς το κατώφλι ενός χώρου όπου κάτι έχει ήδη συμβεί, χωρίς όμως να μπορείς να το κατονομάσεις.
Το Empty Hums του Αντρέα Τζούροβιτς ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Είναι μια έκθεση που δεν διεκδικεί την προσοχή σου· τη ζητά χαμηλόφωνα. Δεν προσφέρει έτοιμες αναγνώσεις· σου αφήνει χώρο να σταθείς, να κινηθείς, να αμφιβάλλεις, να νιώσεις.
Στην πρώτη του ατομική παρουσίαση στη γκαλερί Bernier/Eliades, ο καλλιτέχνης επιστρέφει στην Αθήνα ύστερα από χρόνια ζωής και δημιουργίας στο Λονδίνο, παρουσιάζοντας ένα νέο σώμα δουλειάς που γεννήθηκε αργά, μέσα από χειρωνακτική εργασία, προσωπικές μνήμες και μια διαρκή διαπραγμάτευση ανάμεσα στη ζωγραφική και τη γλυπτική, το δισδιάστατο και το τρισδιάστατο, την επιφάνεια και το βάθος.
Τα έργα του Τζούροβιτς δεν λειτουργούν ως εικόνες προς κατανάλωση. Λειτουργούν ως αντικείμενα εμπειρίας. Κουβαλούν πάνω τους ίχνη σώματος, αφής, χρόνου. Κάτω από τις λείες επιφάνειες, πίσω από τη φαινομενική λιτότητα, κρύβεται μια έντονη, σχεδόν εμμονική διαδικασία. Μια προσπάθεια να παγιδευτεί η στιγμή, η χειρονομία, η μνήμη — όχι ως αφήγηση, αλλά ως αίσθηση.
Ο τίτλος Empty Hums μοιάζει να συμπυκνώνει όλη αυτή τη φιλοσοφία. Δεν παραπέμπει σε ήχο, αλλά σε μια ενδιάμεση κατάσταση, σε ένα διαρκές «σχεδόν», σε μια παύση γεμάτη πιθανότητες. Το «empty» δεν είναι κενό. Είναι ανοιχτό. Είναι ο χώρος όπου ο θεατής μπορεί να προβάλει τη δική του εμπειρία, τις δικές του σκέψεις, τις δικές του σιωπές. Ο Τζούροβιτς αρνείται συνειδητά να επιβάλει μια γραμμική αφήγηση. Προτιμά τα έργα του να λειτουργούν σαν ίχνη — όχι σαν ιστορίες με αρχή, μέση και τέλος.
Σε μια εποχή όπου η τέχνη συχνά καλείται να εξηγηθεί, να δικαιολογηθεί, να «μεταφραστεί», εκείνος επιλέγει την αμφισημία. Δεν ανήκει αποκλειστικά ούτε στη ζωγραφική ούτε στη γλυπτική. Δεν τον ενδιαφέρει η καθαρότητα των κατηγοριών. Τον ενδιαφέρει το σημείο όπου τα πράγματα παύουν να είναι εικόνες και αρχίζουν να συμπεριφέρονται σαν σώματα: να καταλαμβάνουν χώρο, να απαιτούν κίνηση, να προκαλούν φυσική και ψυχική αντίδραση.
Η μνήμη —σωματική, προσωπική, συλλογική— διαπερνά αθόρυβα όλο το έργο του. Από τις χειρωνακτικές εργασίες της νεότητάς του μέχρι την ενασχόλησή του με την παραδοσιακή οργανοποιία, από τη ζωή στο Λονδίνο μέχρι την επιστροφή στην Αθήνα, κάθε εμπειρία φαίνεται να έχει αποτυπωθεί όχι ως αφήγηση, αλλά ως υλικό. Ως βάρος, ως υφή, ως ίχνος.
Μιλώντας μαζί του, καταλαβαίνει κανείς πως η αβεβαιότητα δεν είναι για εκείνον αδυναμία. Είναι εργαλείο. Ένας χώρος δημιουργικός, αλλά και απαιτητικός, όπου η ανάγκη για έλεγχο συγκρούεται διαρκώς με την ανάγκη για ελευθερία. Εκεί, μέσα σε αυτή την ένταση, γεννιούνται τα έργα του: όχι ως απαντήσεις, αλλά ως ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά.
Το Empty Hums δεν ζητά από τον θεατή να «καταλάβει». Του ζητά να σταθεί. Να κινηθεί. Να παρατηρήσει τον εαυτό του μέσα στον χώρο. Να αφουγκραστεί τη σιωπή, την παύση, το ανεπαίσθητο βουητό ανάμεσα στο ορατό και το αόρατο. Και ίσως, φεύγοντας, να μην μπορεί να εξηγήσει ακριβώς τι είδε — αλλά να ξέρει πως κάτι μέσα του μετακινήθηκε.
Σε αυτή τη συνέντευξη, ο Αντρέας Τζούροβιτς μιλά για τη διαδικασία του, τη σχέση του με το σώμα και τη μνήμη, τη σημασία της αβεβαιότητας, την εμπειρία του Λονδίνου, την επιστροφή στην Αθήνα και το δικαίωμα του έργου να παραμένει ανοιχτό. Όχι ως δήλωση, αλλά ως πρόσκληση: να πλησιάσουμε την τέχνη όχι με βεβαιότητες, αλλά με προσοχή, ευαισθησία και χρόνο.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα της έκθεσης Empty Hums;
Δεν μπορώ να ορίσω πώς και πότε ακριβώς γεννήθηκε η ιδέα αυτής της έκθεσης. Ξεκίνησα κάνοντας κάποια έργα γύρω από ζητήματα που με απασχολούσαν εδώ και καιρό, χωρίς να υπάρχει η σκέψη ότι θα καταλήξουν σε ένα νέο σώμα δουλειάς ή ότι θα παρουσιαστούν σε μια συγκεκριμένη γκαλερί. Όταν τα πράγματα άρχισαν να ξεκαθαρίζουν στο μυαλό μου και ήρθαμε σε επικοινωνία με τη Bernier Eliades, τα έργα άρχισαν να συνδέονται μεταξύ τους. Σιγά σιγά προέκυψαν καινούργια έργα, ύστερα οι τίτλοι, και όλα μπήκαν σε μια σειρά.
Τι σημαίνει για εσάς προσωπικά ο τίτλος της;
Δεν θα ήθελα να μπω σε επεξήγηση, καθώς συνειδητά έχω επιλέξει να μην υπάρχει μια ευθεία και γραμμική αφήγηση. Στο μυαλό μου υπάρχει συγκεκριμένο νόημα, αλλά αν το μοιραστώ φοβάμαι ότι θα περιορίσει τον τρόπο με τον οποίο ο θεατής θα μπορούσε να δει την έκθεση και να δώσει τη δική του ερμηνεία. Ως φράση, πάντως, ο τίτλος έχει πολλαπλές αναγνώσεις και σίγουρα δεν είναι εντελώς αποφορτισμένος από νόημα.
Πώς θα περιγράφατε τη βασική κατεύθυνση της δουλειάς σας σήμερα;
Αυτή την περίοδο προσωπικά και εννοιολογικά ζητήματα συνυπάρχουν χωρίς σαφή όρια. Δεν είμαι σίγουρος πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο, και έχω την αίσθηση ότι αναμειγνύονται, έστω και υποσυνείδητα, μέσα στη διαδικασία παραγωγής των έργων.
Δεν με ενδιαφέρει να ανήκω καθαρά ούτε στη ζωγραφική ούτε στη γλυπτική ούτε πουθενά αλλού. Με ενδιαφέρει αυτή η αμφισημία, γιατί εκεί τα έργα αρχίζουν να συμπεριφέρονται σαν πράγματα και όχι σαν εικόνες.
Γιατί αποφεύγετε τη σαφή αφήγηση στα έργα σας;
Δεν θα έλεγα ότι το αποφεύγω γενικά. Σε προηγούμενες δουλειές υπήρχαν πιο ευθείες αναφορές. Μου αρέσει να αντικατοπτρίζονται οι προσωπικές μου εμπειρίες χωρίς να γίνομαι διδακτικός, αφήνοντας χώρο ώστε ο καθένας να μπορεί να συνδεθεί με το έργο. Δεν με ενδιαφέρει η αφήγηση με την έννοια της ιστορίας. Σε αυτό το σώμα δουλειάς τα ζητήματα είναι πολύ προσωπικά και προτιμώ να τα μοιραστώ μέσω της ίδιας της δουλειάς, όχι με λέξεις. Προτιμώ τα έργα να λειτουργούν σαν ίχνη, όχι σαν πλοκή.

Πόσο σημαντική είναι η αβεβαιότητα στη δημιουργική σας διαδικασία;
Δεν είμαι άνθρωπος που του αρέσει η αβεβαιότητα γενικά, αλλά είναι αλήθεια ότι στην τέχνη τροφοδοτεί τη φαντασία και τη δημιουργικότητα. Παλεύω με την ανάγκη μου να ελέγχω τα πάντα και στη δουλειά μου να αφήνω τα πράγματα πιο ανοιχτά. Κάποιες φορές τα καταφέρνω, κάποιες όχι. Η αβεβαιότητα είναι ένας χώρος που επιτρέπει – και απαιτεί – είτε να δημιουργήσεις είτε να αφεθείς.
Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στη γλυπτική και τη ζωγραφική;
Δεν ξέρω αν ισορροπώ. Ξέρω ότι ταλαντεύομαι ανάμεσα στο αν μου αρέσει περισσότερο να ζωγραφίζω ή να κατασκευάζω. Η ζωγραφική με ηρεμεί, η γλυπτική μου δίνει νεύρο και παλμό. Αυτός ο προβληματισμός εμφανίζεται περισσότερο στα έργα με ακρυλικό πάνω σε τρισδιάστατες επιφάνειες, όπου με απασχολεί η σχέση ζωγραφικής και γλυπτικής, δισδιάστατου και τρισδιάστατου, επιφάνειας και υλικότητας, και των ορίων γενικότερα.
Τι ρόλο παίζει το σώμα στο έργο σας;
Το σώμα, όχι ως αναπαράσταση αλλά ως κλίμακα και λειτουργία, είναι αυτό που με απασχολεί περισσότερο. Όλα τα έργα παραμένουν σε ανθρώπινη κλίμακα, εν μέρει για πρακτικούς λόγους, καθώς δουλεύω μόνος μου και πρέπει να μπορώ να τα μετακινώ. Αυτό επηρεάζει το έργο και εμένα, καθώς όλα βρίσκονται σε συνεχή επαφή με το σώμα μου. Για μεγάλο διάστημα πίστευα ότι τα βερνίκια λειτουργούν ως τρόπος εξαφάνισης της χειρονομίας, αλλά συνειδητοποίησα πως λειτουργούν επίσης ως τρόπος παγίδευσης και διατήρησης αυτής της επαφής. Μεταφορικά και κυριολεκτικά, η αφή αφήνει το αποτύπωμά της. Κάτω από τη λεία επιφάνεια βρίσκεται μια έντονη διαδικασία και, κυριολεκτικά, το γενετικό μου υλικό. Το σώμα είναι ήδη μέσα στο έργο, ακόμα κι αν δεν απεικονίζεται. Είναι σε ό,τι έχει παγιδευτεί στην επιφάνεια και στον τρόπο που ο θεατής το προσεγγίζει σωματικά, καθώς αν θέλει να δει ένα έργο στην πλήρη διάστασή του, αναγκάζεται να θέσει το σώμα του σε κίνηση.
Πώς προσεγγίζετε την έννοια της υλικότητας;
Δεν προσεγγίζω την υλικότητα τόσο ως έννοια. Θα έλεγα το αντίθετο. Με ενδιαφέρει να προσεγγίσω διαφορετικές έννοιες μέσω κάποιας υλικότητας. Τις περισσότερες φορές η ίδια η ιδέα με οδηγεί στο υλικό που θα αποδώσει καλύτερα το νόημα αυτού που με απασχολεί.
Πόσο καθοριστική είναι η χειρωνακτική εργασία για εσάς;
Γενικά είμαι άνθρωπος που δουλεύω με τα χέρια μου από πολύ μικρή ηλικία. Παρόλο που έχω ασχοληθεί και με άλλες πρακτικές, όπως ηχητικές εγκαταστάσεις, ή χρησιμοποιώ ψηφιακές μορφές για ακρίβεια, η τριβή και η εμπειρική γνώση του κάθε τι που φτιάχνω με ενδιαφέρει πολύ. Όμως, αν μια ιδέα απαιτεί και θα αναδειχθεί καλύτερα χωρίς να την ακουμπήσω καθόλου με τα χέρια μου, είμαι ανοιχτός σε αυτό το ενδεχόμενο.
Πώς συνδέεται η μνήμη με τα έργα σας;
Η μνήμη συνδέεται με τα πάντα, όμως το ενδιαφέρον μου εστιάζει στους μηχανισμούς της ανθρώπινης μνήμης και στο πώς αυτοί επηρεάζουν την προσωπική και συλλογική μας μνήμη, καθώς και την αντίληψή μας για την πραγματικότητα. Στην πρακτική μου χρησιμοποιώ έντονα τη σωματική μνήμη, που προέρχεται από χειρονακτικές εργασίες που έκανα στο παρελθόν για βιοποριστικούς λόγους. Η ενασχόλησή μου με την παραδοσιακή οργανοποιία με έχει στρέψει και στη μνήμη της προφορικής παράδοσης.
Τα υλικά στις γλυπτικές εγκαταστάσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία. Πιστεύω ότι τόσο τα ζωντανά όντα όσο και τα άψυχα αντικείμενα, τα υλικά και συγκεκριμένοι χώροι φέρουν τις δικές τους μνήμες.
Πώς θέλετε να κινείται και να «διαβάζει» ο θεατής την έκθεση;
Δεν θέλω να κατευθύνω τον θεατή. Με ενδιαφέρει περισσότερο ο θεατής να έχει την αίσθηση ότι κάτι έχει συμβεί στον χώρο, ακόμα κι αν δεν μπορεί να το ονομάσει με ακρίβεια. Θα ήθελα ο κόσμος να κινείται ελεύθερα και να μπορεί να πάρει ό,τι θέλει ή να μην πάρει τίποτα. Θα είμαι ευγνώμων μόνο που κάποιοι θα κάνουν τον κόπο να επισκεφτούν την έκθεση. Αν με κάποιο τρόπο κάποιους τους αγγίξει ή τους συγκινήσει, θα είναι συγκινητικό και για μένα.
Τι σημαίνει για εσάς η έννοια της σιωπής στη δουλειά σας;
Δεν με απασχολεί η σιωπή ως απουσία ήχου αλλά ως παύση, όπως σε μια μουσική σύνθεση ή η αναπαράσταση της σε μια παρτιτούρα. Ίσως αυτό συνδέεται και με την αβεβαιότητα. Η παύση είναι μια αβέβαιη κατάσταση γεμάτη πιθανότητες και τροφοδοτεί τη φαντασία αφήνοντας όλα τα σενάρια ανοιχτά.
Πώς αποφασίζετε πότε ένα έργο είναι ολοκληρωμένο;
Δεν είναι πάντα το ίδιο. Άλλες φορές το έργο έχει ολοκληρωθεί στο μυαλό πριν αρχίσω την παραγωγή, άλλες φορές αλλάζει πολλές φορές στη διάρκεια της διαδικασίας.
Ως γενικό κανόνα θα έλεγα ότι ολοκληρώνεται όταν πιστεύω ότι λέει όσα χρειάζεται να πει χωρίς να του λείπει κάτι ή να υπέρ φλυαρεί. Δεν υπονοώ ότι το πετυχαίνω κιόλας, αυτό είναι πάντα στην κρίση του θεατή.
Πόσο σας επηρέασε η ζωή και η εργασία στο Λονδίνο;
Επειδή τα πράγματα συμβαίνουν σε συνεχή ροή, δεν ξέρω πού αρχίζει και πού τελειώνει η επιρροή των αλλαγών στη ζωή μου. Με το Λονδίνο όμως είχα πάντα μια καλή σχέση, ακόμη και πριν μετακομίσω εκεί, καθώς η οικογένειά μου ζει χρόνια εκεί και το επισκεπτόμουν συχνά. Όταν μετακόμισα για τις μεταπτυχιακές σπουδές μου στη Slade, ήμουν ήδη εξοικειωμένος με την πόλη και τα καλλιτεχνικά δρώμενα. Δεν προέρχομαι από οικογένεια με σχέση με τις εικαστικές τέχνες, και η πρώτη μου επίσκεψη στην Tate Modern ήταν από τις πρώτες φορές που ένιωσα ότι βρίσκομαι «στο σπίτι» μου.
Γι’ αυτό και το Λονδίνο, και ειδικά ορισμένοι χώροι τέχνης εκεί, παραμένουν για μένα χώροι οικειότητας και επιστροφής. Το Λονδίνο με έμαθε να σκέφτομαι την πρακτική μου σε διεθνές πλαίσιο. Η Αθήνα μου υπενθυμίζει γιατί ξεκίνησα να δουλεύω εξαρχής.

Πώς βιώνετε την επιστροφή σας στην Αθήνα με αυτή την έκθεση;
Με ανυπομονησία, κυρίως για να δω φίλους, αλλά και γιατί η Αθήνα βρίσκεται σε ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο όσον αφορά τη σύγχρονη τέχνη.
Ποια είναι σήμερα η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν νέο καλλιτέχνη;
Δεν νομίζω ότι υπάρχει μια ενιαία απάντηση. Έχει να κάνει με το ποιος είσαι, πού είσαι και τι κάνεις. Επειδή δεν προέρχονται όλοι από τις ίδιες καταβολές ούτε έχουμε τα ίδια προνόμια ή δυσκολίες, οι προκλήσεις διαφέρουν. Όταν μπορέσουμε να μιλήσουμε για κοινωνίες βασισμένες στη δικαιοσύνη, την ισότητα και τη συμπερίληψη, ίσως τότε να μπορούμε να ορίσουμε ένα γενικό πλαίσιο. Στα πλαίσια όμως αυτού του κόσμου που έχουμε επιλέξει να ζήσουμε, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να μην αφήσεις το σύστημα να ορίσει τι σημαίνει επιτυχία και τι αποτυχία για τη δουλειά σου.
Πώς διαχειρίζεστε την κριτική και την έκθεση στη δημόσια γνώμη;
Καλοδεχούμενη. Από τη στιγμή που εκτίθεμαι δημόσια μέσω της δουλειάς μου, οφείλω να αποδεχτώ και την κριτική. Με ενδιαφέρει τι σκέφτεται ο κάθε θεατής, είτε εξειδικευμένος είτε ανειδίκευτος. Είτε είναι θετική είτε όχι, κάτι έχει να μου δώσει. Μια σκληρή κριτική είναι συχνά πιο χρήσιμη από τη δική μου ματιά.
Σας παραθέτω κάποια αποφθέγματα διάσημων ανθρώπων της Τέχνης
Ο Pablo Picasso είχε πει:
«Η τέχνη είναι ένα ψέμα που μας βοηθά να συνειδητοποιήσουμε την αλήθεια.»
Ο Marcel Duchamp έλεγε:
«Ο θεατής ολοκληρώνει το έργο τέχνης.»
Πόσο ρόλο δίνετε στον θεατή στη «συμπλήρωση» των έργων σας;
Ο Mark Rothko δήλωνε:
«Ένας πίνακας δεν αφορά μια εμπειρία. Είναι μια εμπειρία.»
Θέλετε τα έργα σας να λειτουργούν ως βιώματα;
Ο Joseph Beuys υποστήριζε:
«Ο καθένας είναι καλλιτέχνης.»
Πώς τοποθετείστε απέναντι σε αυτή τη δημοκρατική αντίληψη της τέχνης;
Ο Ai Weiwei έχει πει:
«Η τέχνη αφορά την ευθύνη.»
Πως τα κρίνετε όλα αυτά ; Νιώθετε κοινωνική ή πολιτική ευθύνη μέσα από τη δουλειά σας;
Όλα τα παραπάνω αποφθέγματα έχουν τη σοφία τους, αλλά προσωπικά έχω ένα πρόβλημα με τα quotes. Δυσκολεύομαι να ταυτιστώ ή να αντιταχθώ πλήρως. Μια φράση μπορεί να ισχύει απόλυτα σε μια συνθήκη και το ακριβώς αντίθετό της να ισχύει εξίσου σε μια άλλη.
Για να κλείσω όμως, θα πω και εγώ ένα πιο ανοιχτό, κατά τη γνώμη μου, quote από έναν καλλιτέχνη που γενικά έχω συμπεριλάβει στην έρευνά μου κατά καιρούς και ίσως να ταιριάζει περισσότερο με τη συγκεκριμένη έκθεση στη γκαλερί Bernier Eliades:
“I have nothing to say
and I am saying it
and that is poetry
as I need it.”
John Cage
Αντρέα Τζούροβιτς
Empty Hums
Εγκαίνια: Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2026, 19:00 – 21:00
Διάρκεια έκθεσης έως το Σάββατο, 4 Απριλίου 2026
Η γκαλερί είναι ανοικτή Τρίτη έως Παρασκευή: 11:00 – 18:30 & Σάββατο: 12:00 – 16:00Για τη δουλειά και τη φιλοσοφία
