Τζάνις Τζόπλιν: Tι θα έλεγε για τα μέλη του “Club 27” που έφυγαν όπως εκείνη τόσο νωρίς
Τζάνις Τζόπλιν και Club 27. Όχι ένας ρομαντικός μύθος για τον πρόωρο θάνατο, αλλά μια σκληρή κατάθεση για το τίμημα της αυθεντικότητας, της έκθεσης και μιας κοινωνίας που λατρεύει την ένταση αλλά εγκαταλείπει τον άνθρωπο. Με αφορμή τα 83 χρόνια από τη γέννηση της Τζάνις Τζόπλιν, το Club 27 διαβάζεται όχι ως θρύλος, αλλά ως συλλογική αποτυχία να προστατευτεί η ευαλωτότητα πίσω από το ταλέντο
”Κάθε βράδυ κάνω έρωτα με 25.000 ανθρώπους στη σκηνή, μετά όμως γυρίζω σπίτι μόνη” Tζάνις Τζόπλιν
Η ανεπανάληπτη ροκ ντίβα που ερμήνευε με την συγκλονιστική φωνή της, καταθέτοντας την ψυχή της συγκλόνιζε το κοινό με κάθε εμφάνισή της. Μπορεί να μυθοποιήθηκε, θυματοποιήθηκε αλλά και αμφισβητήθηκε πολύ. Το σίγουρο όμως είναι ότι η Τζάνις υπήρξε ιδιαίτερα ταλαντούχα, προκλητική και μια ερμηνεύτρια που πέτυχε να σπάσει την ηγεμονία των αντρών – οι οποίοι επικρατούσαν ακόμα και στον αντισυμβατικό χώρο της ροκ.
Δυστυχώς το τίμημα της δόξας της υπήρξε το μεγαλύτερο: η ίδια της η ζωή.
Αν η Τζάνις Τζόπλιν μπορούσε να επιστρέψει σήμερα, δεν θα ζητούσε να επανεγγραφεί στην ιστορία. Δεν θα διεκδικούσε καλύτερη ανάγνωση του μύθου της. Η Τζάνις δεν είχε ποτέ καλή σχέση με τα αφηγήματα που εξημερώνουν την αλήθεια. Η φωνή της δεν ήταν φτιαγμένη για να μπαίνει σε πλαίσια. Ήταν φτιαγμένη για να ραγίζει τοίχους.
Θα έλεγε ότι το Club 27 δεν είναι μια ρομαντική ιστορία για χαμένα παιδιά της μουσικής. Είναι ένας τρόπος να ντύσουμε με νόημα κάτι που στην πραγματικότητα μας φέρνει αντιμέτωπους με τη δική μας αποτυχία ως κοινωνία. Γιατί όταν μιλάμε για «κατάρα», δεν χρειάζεται να μιλήσουμε για ευθύνη. Όταν μιλάμε για μύθο, δεν χρειάζεται να μιλήσουμε για φροντίδα. Κι όμως, η Τζάνις θα επέμενε: δεν πέθαναν επειδή ήταν αδύναμοι, αλλά επειδή ήταν εκτεθειμένοι.
Η ίδια ήξερε τι σημαίνει να είσαι επιθυμητός μόνο όταν δίνεις. Να σε θέλουν δυνατή, άγρια, αχόρταγη στη σκηνή, αλλά να μην ξέρουν τι να κάνουν με εσένα όταν κατεβαίνεις απ’ αυτήν. Σε έναν κόσμο που απαιτεί από την ευαισθησία να είναι διαρκώς παραγωγική, η ανθρώπινη κόπωση αντιμετωπίζεται σαν προδοσία.
Το Club 27 ως σύμπτωμα μιας κοινωνίας που φοβάται τη διάρκεια
Στη ματιά της Τζάνις, το Club 27 δεν θα ήταν ποτέ μια μεταφυσική σύμπτωση. Θα ήταν κοινωνικό σύμπτωμα. Ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο που εμφανίζεται όταν η κοινωνία εξιδανικεύει την ένταση αλλά δεν αντέχει τη διάρκεια. Όταν θέλει το πάθος στην κορύφωσή του, αλλά όχι τη φθορά που ακολουθεί.
Οι καλλιτέχνες εκείνοι, λοιπόν, δεν έφυγαν επειδή έζησαν «στα άκρα». Έφυγαν επειδή κανείς δεν τους έμαθε πώς να ζουν μετά την κορύφωση. Πώς να υπάρξουν όταν το χειροκρότημα σταματά; Πώς να επιβιώσουν σε έναν κόσμο που δεν προσφέρει στήριξη, αλλά μόνο προσδοκία;
Η Τζάνις θα έλεγε ότι το χειροκρότημα λειτουργεί σαν υπεκφυγή. Είναι ο τρόπος μας να απολαμβάνουμε την αλήθεια χωρίς να αναλαμβάνουμε την ευθύνη της. Να παίρνουμε το συναίσθημα, αλλά όχι τον άνθρωπο που το κουβαλά.
Πριν αποκτήσει όνομα η «κατάρα»
Η Τζάνις δεν θα ξεκινούσε από τον εαυτό της. Θα ξεκινούσε από τον Μπράιαν Τζόουνς. Γιατί πριν το Club 27 γίνει όρος, πριν αποκτήσει αφήγηση και μυθολογία, υπήρξε εκείνος. Ο ιδρυτής των Rolling Stones, ο άνθρωπος που έδωσε στον ήχο τους την πρώτη του ταυτότητα, είχε ήδη χαθεί. Όχι μέσα στη δόξα, αλλά έξω από αυτήν. Όχι στη σκηνή, αλλά στην άκρη της.
Ο Τζόουνς δεν πέθανε επειδή δεν άντεξε την επιτυχία. Πέθανε όταν έπαψε να είναι χρήσιμος σε αυτήν. Όταν η ιδιοφυΐα του έγινε ασταθής, όταν η ευαισθησία του δεν ταίριαζε πια στον μηχανισμό της μπάντας. Η Τζάνις θα έλεγε πως ο Μπράιαν Τζόουνς δεν κατέρρευσε από υπερβολή, αλλά από εκτόπιση. Από το να είσαι ο πρώτος και να καταλήγεις αόρατος.
Στο σώμα του Τζόουνς μέσα στο νερό, στον βυθό της πισίνας του, μια σοκαριστική σκηνή γι αυτού;ς που πρωτοαντίκρυσαν το θέαμα, η Τζάνις θα έβλεπε κάτι γνώριμο. Όχι μια τραγωδία μεμονωμένη, αλλά το πρώτο καθαρό ίχνος ενός μοτίβου. Όταν η δημιουργικότητα αντιμετωπίζεται σαν εργαλείο και όχι σαν άνθρωπος, η φθορά δεν είναι ατύχημα· είναι συνέπεια. Ο Τζόουνς δεν προστατεύτηκε όταν άρχισε να χάνεται. Απλώς αντικαταστάθηκε. Οι Rolling Stones που ήταν δημιούργημα του, δεν άντεξαν την πτώση του από τα ναρκωτικά και τον απ0ομάκρυναν. Θλιβερό, αλλά μερικές φορές αναγκαίο. Οι Stones είχαν ήδη γίνει “μεγάλοι”. Ο Μικ Τζάγκερ και ο Κηθ Ρίτσαρντς δεν θα το θυσίαζαν αυτό για κανέναν.
Και εκεί, σιωπηλά, γεννήθηκε αυτό που αργότερα θα ονομάζαμε Club 27. Όχι ως σύμπτωση ηλικίας, αλλά ως επαναλαμβανόμενη αποτυχία φροντίδας. Ως αδυναμία της κοινωνίας να σταθεί δίπλα σε εκείνους που δεν αντέχουν να παραμένουν σύμβολα.
Από τον Τζόουνς στον Χέντριξ: η ίδια ιστορία με άλλο ήχο
Γι’ αυτό, όταν η Τζάνις θα μιλούσε για τον Τζίμι Χέντριξ, δεν θα άλλαζε τόνο — μόνο ένταση. Για τον Τζίμι Χέντριξ, η Τζάνις θα μιλούσε σχεδόν ψιθυριστά. Θα έλεγε ότι ο Χέντριξ δεν ήταν απλώς μουσικός· ήταν δίαυλος. Κάποιος που άκουγε τον κόσμο σε πολλαπλά επίπεδα ταυτόχρονα. Και αυτή η υπερευαισθησία, όταν δεν προστατεύεται, γίνεται βάρος αφόρητο.
Η κοινωνία τον αποθέωσε, αλλά δεν τον προστάτευσε. Του ζήτησε να παίζει συνεχώς, να δημιουργεί συνεχώς, να εντυπωσιάζει συνεχώς. Δεν του έδωσε ποτέ άδεια να αποσυρθεί. Να χαθεί. Να υπάρξει χωρίς να παράγει. Η επιτυχία του δεν ήταν ανάπαυση· ήταν διαρκής συναγερμός.
Η Τζάνις θα έλεγε πως όταν η ιδιοφυΐα αντιμετωπίζεται ως φυσικός πόρος, ο άνθρωπος πίσω της εξαντλείται. Και όταν εξαντληθεί, κανείς δεν είναι εκεί για να τον αναπληρώσει.
Όταν αρνείσαι να γίνεις σύμβολο
Ο Τζιμ Μόρισον θα ήταν, για την Τζάνις, η ενσάρκωση της ασφυξίας του μύθου. Ο Μόρισον δεν ήθελε να γίνει είδωλο. Ήθελε να εξερευνήσει, να αμφισβητήσει, να μετακινηθεί. Αλλά τα είδωλα δεν επιτρέπεται να αλλάζουν. Οφείλουν να επαναλαμβάνονται.
Η κοινωνία λάτρεψε την πρόκλησή του, αλλά δεν είχε καμία αντοχή για την αγωνία του. Τον ήθελε επικίνδυνο, αλλά όχι ευάλωτο. Η Τζάνις θα έλεγε πως ο Μόρισον δεν αυτοκαταστράφηκε. Εγκλωβίστηκε. Και όταν ένας άνθρωπος εγκλωβίζεται σε μια εικόνα που δεν του επιτρέπει εξέλιξη, η φθορά είναι αναπόφευκτη.
Η γενιά που καθρεφτίστηκε στον πόνο
Για τον Κερτ Κομπέιν, η Τζάνις θα ένιωθε μια βαθιά συγγένεια. Ο Κομπέιν δεν ήθελε να ηγηθεί. Ήθελε να εκφραστεί. Αλλά η εποχή του χρειαζόταν έναν εκπρόσωπο της αποξένωσης, και τον επέλεξε χωρίς να τον ρωτήσει.
Η κοινωνία αγάπησε την ειλικρίνειά του όσο αυτή λειτουργούσε καθαρτικά. Όταν όμως η ειλικρίνεια έγινε κραυγή βοήθειας, το κοινό αποσύρθηκε. Η Τζάνις θα έλεγε ότι ο Κομπέιν δεν άντεξε όχι τον πόνο, αλλά τη μοναξιά του πόνο. Το να είσαι καθρέφτης για όλους και ταυτόχρονα αόρατος ως άνθρωπος είναι ένα φορτίο που σπάνια αντέχεται.
Η βία του δημόσιου βλέμματος
Όταν θα έφτανε στην Έιμι Γουάινχαουζ, η Τζάνις δεν θα έκρυβε την οργή της. Γιατί στην περίπτωση της Έιμι, ο θάνατος δεν ήταν μόνο προσωπική τραγωδία. Ήταν αποτέλεσμα συλλογικής συνενοχής.
Η Έιμι κατέρρευσε μπροστά σε κάμερες, τίτλους, σχόλια. Όλοι έβλεπαν. Όλοι ήξεραν. Κανείς δεν σταμάτησε. Η κοινωνία παρακολούθησε την πτώση της σαν αφήγηση. Και όταν τελείωσε, δήλωσε σοκαρισμένη. Η Τζάνις θα έλεγε ότι αυτό δεν είναι άγνοια. Είναι βία.
Η γυναίκα καλλιτέχνιδα και το διπλό τίμημα
Εδώ η Τζάνις θα γινόταν ακόμη πιο αιχμηρή. Θα έλεγε ότι οι γυναίκες του Club 27 πλήρωσαν διπλό τίμημα. Όχι μόνο για την ευαισθησία τους, αλλά και για το ότι τόλμησαν να την εκφράσουν χωρίς να ζητήσουν άδεια. Η κοινωνία συγχωρεί πιο εύκολα την αυτοκαταστροφή στους άντρες. Στις γυναίκες τη μετατρέπει σε ηθικό παράπτωμα.
Η ίδια και η Έιμι δεν κρίθηκαν μόνο ως καλλιτέχνιδες. Κρίθηκαν ως σώματα, ως συμπεριφορές, ως παραδείγματα. Και αυτός ο διαρκής έλεγχος λειτουργεί διαβρωτικά. Δεν αφήνει χώρο για ανάρρωση. Μόνο για κατάρρευση.
Αν ζούσαν σήμερα
Η Τζάνις δεν θα έλεγε ότι σήμερα είναι καλύτερα. Θα έλεγε ότι σήμερα είναι πιο επικίνδυνα. Γιατί η έκθεση είναι αδιάκοπη. Η πίεση πιο ύπουλη. Τα όρια ανύπαρκτα. Δεν χρειάζεται πια να πεθάνεις για να χαθείς. Αρκεί να φθείρεσαι αργά, μπροστά σε ένα κοινό που χειροκροτεί όσο αντέχεις.
Θα προειδοποιούσε ότι η νέα εποχή δεν σκοτώνει με υπερβολή, αλλά με εξάντληση. Με συνεχή παρουσία. Με την απαίτηση να είσαι πάντα διαθέσιμος, πάντα αυθεντικός, πάντα δυνατός.
Το τέλος και τι θα ζητούσε τελικά η Τζάνις
“Είμαι θύμα του ίδιου μου του εαυτού.” Tζάνις Τσόπλιν
Στις 4 Οκτωβρίου 1970, 56 ολόκληρα χρόνια από τότε, η Tζάνις επρόκειτο να φτάσει στα Sunset Sound Studios στο Χόλιγουντ για περαιτέρω ηχογραφήσεις του Pearl. Δεν μπόρεσε ωστόσο ποτέ να εμφανιστεί. Ο Ρόρθτσάιλντ έστειλε τον road manager της , Τζον Κουκ, στο ξενοδοχείο της Landmark Motor Hotel του Χόλιγουντ για να μάθει πού βρισκόταν. Το αυτοκίνητό της ήταν παρκαρισμένο στο οικόπεδο και οι κουρτίνες της ήταν τραβηγμένες. Όταν ο Κουκ χτύπησε την πόρτα, κανείς δεν του απάντησε. Αμέσως πήρε τον διευθυντή και μπήκαν στο δωμάτιο. Η άτυχη Τζάνις βρέθηκε νεκρή στο πάτωμα, με ματωμένα χείλη και σπασμένη μύτη.
Μεταγενέστερες αναφορές επιβεβαίωσαν ότι πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης και υπέστη τα άλλα τραύματα όταν κατέρρευσε. Μετά από μια ιδιωτική κηδεία, αποτεφρώθηκε και οι στάχτες της σκορπίστηκαν στον Ειρηνικό Ωκεανό, ακριβώς έξω από την παραλία Stinson στην Καλιφόρνια. Την εποχή του θανάτου της, η Τζόπλιν ήταν μόλις 27 ετών κι ακριβώς τρεις εβδομάδες μετά το θάνατο ενός άλλου θρύλου, του Τζίμι Χέντριξ.
Ο θάνατός της συγκλόνισε τον κόσμο της τέχνης που υπηρέτησε. Ο μουσικός ιστορικός Τομ Μουν γράφει για εκείνη, “η Τζόπλιν είχε μια αναπάντεχα αυθεντική φωνή”. Ο μουσικός αρθρογράφος Τζον Παρέλες των New York Times τη χαρακτηρίζει “ακατανίκητη και βαθιά ευάλωτη”. Η συγγραφέας Μέγκαν Τέρι υποστηρίζει ότι, η Τζόπλιν ήταν η θηλυκή εκδοχή του Έλβις όσον αφορά την ικανότητα της να “αιχμαλωτίζει” το κοινό.
Τι θα συνέβαινε σήμερα, λοιπόν; Τι θα μας ζητούσε η θρυλική Τζάνις; Νομίζω ότι δεν θα ζητούσε να σταματήσουμε να μιλάμε για το Club 27. Θα ζητούσε να αλλάξουμε τον τρόπο που μιλάμε. Να σταματήσουμε να φτιάχνουμε θρύλους από ανθρώπινα ερείπια. Να μάθουμε να προστατεύουμε τους ζωντανούς πριν γίνουν σύμβολα.
Και ίσως να έκλεινε όχι με κραυγή, αλλά με σιωπή. Με μια φράση που δεν χωρά σε αφίσα, ούτε σε μύθο. Δεν είναι η αλήθεια που σκοτώνει αλλά η μοναξιά της αλήθειας. Κι αν πραγματικά μας ενδιαφέρει να τιμήσουμε το Club 27, ίσως θα πρέπει να μάθουμε να προστατεύουμε τους ζωντανούς. Και… να μην προστεθεί κανένας άλλος στο δικό τους Club…
Too young to die
Υπάρχει κάτι πολύ απλό, που θα μας βοηθούσε να καταλάβουμε, γιατί αυτά τα τόσο μεγάλα ταλέντα χάθηκαν. τόσο νωρίς, μόλις στα 27 τους χρόνια. ΌΛοι τους όταν γνώρισαν την δόξα, χάρη στο εξαιρετικό τελέντο τους ήταν λίγο πάρα πάνω από 30 ετών. Δηλαδή παιδιά. Ο κόσμος όμως δεν τους έβλεπε σαν παιδιά. Τους έβλεπε σαν “θεούς”. “Θεούς” της μουσικής, αλλά “θεούς”. Ποιος θα μπορούσε να αντέξει αυτήν την ξαφνική φήμη, με τα πληθη να παραληρούν σε κάθε εμφάνιση τους και τα Μέσα Ενημέρωσης να τους αποθεώνουν. Η αναζήτηση “καταφυγίου” στα ναρκωτικά, ήταν λογικό επακόλουθο. Οι περισσότεροι χαμένοι στις παραισθήσεις τους, μάλλον δεν κατάλαβαν πως πέρασαν από τον ένα κόσμο στον άλλον. Εκτός από τον Κέρτ Κομπέιν, που αυτοπυροβολήθηκε. Και έτσι έμειναν όλοι για πάντα στα 27 τους χρόνια. Κανείς δεν γέρασε…
Διαβάστε επίσης: