3 ιστορίες για τον Τάκη Γκώνια
© Eurokinissi

3 ιστορίες για τον Τάκη Γκώνια

Γιατί θα θυμόμαστε όλοι τον Τάκη Γκώνια.

Θέλω να σας διηγηθώ τον Τάκη Γκώνια που βιάστηκε να φύγει από κοντά μας μέσα από τρεις διαφορετικές ιστορίες ενδεικτικές για τον χαρακτήρα του, την αντίληψή του για το ποδόσφαιρο και την ζωή γενικότερα.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Η μπάλα σε μένα

Ο Γκώνιας ήθελε όταν έπαιζε ποδόσφαιρο η μπάλα να περνά από τα πόδια του. Το ήθελε μανιακά κι από τότε που τον πρωτοείδαμε να διακρίνεται στον Λεβαδειακό. Για αυτόν ποδόσφαιρο ήταν η οργανωμένη ανάπτυξη, το άπλωμα της ομάδας στο γήπεδο, οι συνεργασίες. Κάποτε έπαιζε στον Πανηλειακό που είχε σέντερ φορ τον Μπάρνιακ, ένα θηρίο από την Βοσνία που αρκούσε να του πετάς την μπάλα για να φτιάχνει φάσεις μόνος του. Στο πρώτο λεπτό ενός ματς, νομίζω κόντρα στον Αρη, κάποιος παίκτης του Πανηλειακού πίσω από την σέντρα με μια μπαλιά 70 μέτρων σημάδεψε τον Μπάρνιακ κι ο Βόσνιος σκόραρε. Ενώ όλο το γήπεδο πανηγύριζε, ο Τάκαρος γύρισε στον προπονητή του και του έκανε σημάδι να τον βγάλει! «Ελα, βγάλε με» του είπε. «Δεν είναι ποδόσφαιρο αυτό».

Είχες δίκιο φίλε…

Χρόνια αργότερα στο δεύτερο πέρασμά του από τον Ολυμπιακό, το 2003-04, ο τότε πρωταθλητής έδινε ένα ματς με την Γιουβέντους στη Ριζούπολη. Είχε προηγηθεί με 1-0, αλλά οι Ιταλοί γύρισαν το ματς. Σε μια τηλεοπτική εκπομπή είχα πει πως δεν ήταν και τόσο παράξενο αυτό που είχε συμβεί αφού ο προπονητής του Ολυμπιακού, ήταν τότε ο Ολεγκ Προτάσοφ, είχε κάνει την απίθανη (κατά την γνώμη μου κίνηση) να βγάλει τον Ζιοβάνι και να βάλει τον Γκώνια. Με τον Τάκη πίναμε κανένα καφέ που και που στο Κολωνάκι ειδικά τον καιρό που αγωνιζόταν στον Πανιώνιο. Ηξερα ότι ήταν κομμάτι ευέξαπτος και ότι κάποιος καλοθελητής θα τον είχε ενημερώσει για το σχόλιο μου και τον απέφευγα για να γλυτώσω την γκρίνια. Αλλά όπως συμβαίνει συνήθως όταν κάποιον τον αποφεύγεις πέφτεις πάνω του. Μια μέρα στο Jimmy’s στη Βαλαωρίτου έρχεται εκεί που καθόλου, παραγγέλνει ένα καφέ και μου λέει ότι είχα δίκιο! «Δεν έπρεπε να βγάλει τον Ζιοβάνι, τον Καστίγιο έπρεπε να βγάλει γιατί είχε κουραστεί. Και με έβαλε εμένα να παίξω σε μια ομάδα που δεν είχε φορ. Τι να κάνω μου λες» μου λέει. Ηθελα να τον πάρω αγκαλιά.

Να κάνετε το ποδόσφαιρο καλύτερο

Μια τρίτη σκηνή με αυτόν πρωταγωνιστή την έχω στο μυαλό μου όταν αυτός έγινε προπονητής. Δούλευε στην Καλλιθέα και είχε μόλις χάσει ένα ματς με 3-2 από τον Απόλλωνα. Στη συνέντευξη Τύπου ήταν όλοι κι όλοι δυο δημοσιογράφοι. Ο ένας του είπε πως κάτι πρέπει να διορθώσει στην άμυνα. Ο Γκώνιας θύμωσε όσο ποτέ. Αρχισε να κάνει ερωτήσεις αυτός στους δημοσιογράφους για το τι σύστημα παίζει η Καλλιθέα πχ και τους έβαλε και χέρι δημόσια γιατί δεν ήξεραν την απάντηση: τους έδωσε μάλιστα μια εβδομάδα προθεσμία να το μάθουν και τους υποσχέθηκε να τους το αποκαλύψει με όλες τις λεπτομέρειες του την άλλη εβδομάδα! «Αν δεν μάθετε να διαβάζετε τα ματς εσείς, πως θα αλλάξει το ελληνικό ποδόσφαιρο;» ρώτησε, και τόνισε πως στόχος των δημοσιογράφων πρέπει να είναι να πιέσουν κι άλλους προπονητές να παίζουν με τις ομάδες τους επιθετικά όπως η Καλλιθέα, που μόλις είχε χάσει! «Να κάνετε την δουλειά σας για να αλλάξει και η ποδοσφαιρική εικόνα της Ελλάδας κι όχι για να αλλάξει η Καλλιθέα τον Γκώνια» είχε πει.

Αλλιώς η δουλειά δεν είχε νόημα

Αυτός ήταν για μένα ο Γκώνιας. Μια μοναδική περίπτωση ανθρώπου και μια σπάνια περίπτωση ποδοσφαιριστή. Ως ποδοσφαιριστής δεν χωράει αμφιβολία ότι έκανε μικρότερη καριέρα από αυτή που του άξιζε: όποιος τον έχει δει θυμάται την καταπληκτική τεχνική του, τα «στημένα του», τις στιγμές που έπεισε τον κόσμο ότι είναι ποδοσφαιρικά ιδιοφυής. Έκανε καταπληκτικά πράγματα στον Πανιώνιο, ήταν σπουδαίος στον Ηρακλή και στον Πανηλειακό, είχε ένα εντυπωσιακό ξεκίνημα καριέρας στον Λεβαδειακό και θέλησε να έχει εμπειρίες και στο εξωτερικό. Βρέθηκε νέος στην Σπόρτινγκ Χιχόν, αλλά πέρασε κι από την Ιταλία παίζοντας σε ομάδες μικρότερων κατηγοριών κυρίως . Είχε την ατυχία να πάει πολύ νωρίς στον Ολυμπιακό. Είχε μπροστά του παίκτες όπως ο Βασίλης Καραπιάλης, ο Γιώργος Σαββίδης, ο Εστάι: δεν χωρούσαν όλοι. Και ο Τάκης δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει τίποτα άλλο παρά να παίζει ως δεκάρι. Αυτή ήταν η αντίληψη του για το ποδόσφαιρο: έπρεπε να ενθουσιάζει τον κόσμο, αλλιώς η δουλειά δεν είχε νόημα. Αυτή την αντίληψη την κράτησε και όταν προσπάθησε να γίνει προπονητής. Μιλούσε καταπληκτικά για ποδόσφαιρο και δοκίμασε πράγματα που ενδεχομένως να ήταν και μπροστά από την εποχή τους. Μελετούσε τον Γκουαρντιόλα, είχε φτιάξει ένα σύστημα όλο δικό του που βασιζόταν σε «σινιάλα» που έπρεπε να ανταλλάσσουν οι παίκτες μεταξύ τους, ήθελε ως προπονητής η ομάδα του να παίζει ποδόσφαιρο βασισμένο πάρα πολύ σε προσχεδιασμένες φάσεις δηλαδή στην προπόνηση.

Δεν ήταν ποτέ βαρετός

Ήταν ένας φανατικός του ποδοσφαίρου ο Γκώνιας. Ίσως ο μοναδικός που έχω γνωρίσει στην Ελλάδα με ανάλογες αντιλήψεις. Ηταν επίσης ένας μοναδικός σπορτσμαν: έπαιζε πχ καταπληκτικό γκολφ αλλά και σπουδαίο τένις. Εζησε σαν νέος και σαν νέος έφυγε. Όταν το 1996 γλίτωσε από ένα τρομακτικό δυστύχημα, (μια άλλη αγάπη του ήταν η ταχύτητα…) πίστευα ότι έχει γίνει κάτι σαν υπεράνθρωπος – ότι δεν θα τον έβρισκε ποτέ κανένα άλλο κακό αφού σε μια στιγμή που συνάντησε τον θάνατο βγήκε αλώβητος. Επέστρεψε από μια απίστευτη περιπέτεια, έκανε καριέρα, οικογένεια κι έχει δύο κοριτσάκια. Ηταν και τρομερός σχολιαστής: είχε σχολιάσει το μουντιάλ του 2006 και του 2010 για την ΕΡΤ λέγοντας ωραίες χαριτωμένες υπερβολές όπως πχ ότι ο Ντελ Μπόσκε «το 2010 δεν έκανε τίποτα κι απλά πήρε έξι παίκτες της Μπαρτσελόνα και τους είπε σώστε με». Και για αυτά τον αγαπούσα: δεν ήταν βαρετός όπως δεν ήταν βαρετός και σαν παίκτης και σαν προπονητής.

Θα τον θυμόμαστε όλοι. Γιατί δε μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς.

Σχετικά άρθρα