Η Μουριά κλείνει αλλά μένουν οι ιστορίες της
Ένα ιστορικό καφενείο των Εξαρχείων αποχαιρετά την Αθήνα μετά από περισσότερο από έναν αιώνα ζωής. Στους τοίχους του, στα τραπέζια του και στις αναμνήσεις των ανθρώπων του παραμένει μια ολόκληρη εποχή, που δεν χωράει σε καμία ταμπέλα και δεν αντικαθίσταται από καμία νέα χρήση.
Περιεχόμενα
Η Μουριά,το ιστορικό καφενείο των Εξαρχείων, μετα από 111 χρόνια αδιάκοπης λειτουργίας, θα κλείσει τις πόρτες της. Ίσως είναι μια αναμενόμενη εξέλιξη στην εποχή όπου το παλιό μας αφορά μόνο όταν είναι πειραγμένο, σε εκδοχή νεο-παλιού που έχει μωσαϊκό στο πάτωμα αλλά σερβίρει πειραγμένα κοκτέιλ και αποδομημένους μεζέδες. Ίσως, πάλι, είναι και μια φυσική εξέλιξη της ζωής να κλείνει τους κύκλους, όσο κι αν μας δυσαρεστεί, όσο κι αν το βρίσκουμε άδικο. Πάει και η Μουριά λοιπόν, ποιός ξέρει σε τι θα δώσει τη θέση της οσονούπω και αυτό που θα μείνει θα είναι η ιστορία της, να περνιέται από στόμα σε στόμα.
Αυτό το καφενείο, στη γωνία Χαριλάου Τρικούπη με Καλλιδρομίου, ήταν ένα σημείο συνάντησης για ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και αντιλήψεων, ένας χώρος όπου η καθημερινότητα συναντούσε την πολιτική, η τέχνη την παρέα και οι προσωπικές ιστορίες τη συλλογική μνήμη μιας γειτονιάς. Εκεί όπου κάποιος πήγαινε για έναν καφέ μπορούσε τελικά να μείνει ώρες, να συναντήσει γνωστούς, να πιάσει κουβέντα με αγνώστους ή απλώς να παρακολουθεί όσα συνέβαιναν γύρω του.
Με έναν παράδοξο τρόπο, η Μουριά είχε καταφέρει να διατηρήσει το χαρακτήρα των παλιών καφενείων, που δεν χρειάζονται ένα προσεκτικά σχεδιασμένο περιβάλλον για να αποκτήσουν ταυτότητα. Τη χτίζουν σιγά σιγά, με τους ανθρώπους που επιστρέφουν καθημερινά, με τις συνήθειες που επαναλαμβάνονται και με τις ιστορίες που προστίθενται η μία πάνω στην άλλη.

Όλα ξεκίνησαν από μια μουριά
Προφανώς και το όνομά της δεν ήταν τυχαίο. Πριν από την πολυκατοικία που βρίσκεται σήμερα στη γωνία, υπήρχε εκεί ένα διώροφο σπίτι και έξω από αυτό απλωνόταν μια μεγάλη μουριά. Στον ίδιο χώρο υπήρχε και πηγάδι, από το οποίο προμηθεύονταν νερό οι κάτοικοι της περιοχής, σε μια Αθήνα που απείχε πολύ από τη σημερινή μεγαλούπολη. Το παλιό κτίσμα κατεδαφίστηκε το 1962, όμως το καφενείο συνέχισε να λειτουργεί. Το δέντρο είχε πλέον χαθεί, αλλά το όνομά του παρέμεινε, έγινε μέρος της ταυτότητας του μαγαζιού και, με τον καιρό, ένα γνώριμο σημείο αναφοράς για τους κατοίκους.
Στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της, η Μουριά ήταν μια απλή, πρόχειρη ξύλινη κατασκευή με στέγη από ελενίτ. Δεν είχε τη διακόσμηση και την αισθητική που συχνά αναζητούν σήμερα όσοι θέλουν να αναπαραστήσουν το παρελθόν. Το 1915 αναφέρεται ως έτος έναρξης της λειτουργίας της και από τότε άλλαξαν πολλά, άλλαξαν οι ιδιοκτήτες, οι θαμώνες, οι πολιτικές συνθήκες, η φυσιογνωμία της γειτονιάς αλλά η Μουριά εξακολούθησε να αποτελεί ένα σταθερό σημείο μέσα σε μια πόλη που μεταμορφωνόταν διαρκώς.
Κάθε εποχή άφησε το δικό της αποτύπωμα. Και κάθε άνθρωπος που πέρασε από εκεί πρόσθεσε κάτι στην ιστορία της, ακόμη κι αν δεν μπορούσε να φανταστεί ότι κάποτε το απλό καθημερινό του πέρασμα θα αποτελούσε μέρος μιας μεγαλύτερης αφήγησης.

Από την Κατοχή μέχρι τη μεταπολιτευτική Αθήνα
Στις ιστορίες που συνοδεύουν τη Μουριά περιλαμβάνεται και η περίοδος της Κατοχής. Σύμφωνα με σχετικές αφηγήσεις, το καφενείο φέρεται να χρησιμοποιήθηκε ως διακριτικό σημείο συνάντησης ανθρώπων που συμμετείχαν στην οργάνωση της μεγάλης απεργίας των δημοσίων υπαλλήλων και των ταχυδρομικών υπαλλήλων το 1942. Ήταν μια εποχή κατά την οποία ακόμη και οι καθημερινές συναντήσεις μπορούσαν να αποκτήσουν ιδιαίτερη σημασία. Τα καφενεία λειτουργούσαν ως χώροι ανταλλαγής πληροφοριών και συζητήσεων, σε μια κοινωνία που προσπαθούσε να επιβιώσει μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, η Μουριά απέκτησε ακόμη πιο έντονη σχέση με την πολιτική και πολιτιστική ζωή των Εξαρχείων. Η περιοχή ήταν ανέκαθεν τόπος συνάντησης φοιτητών, καλλιτεχνών, συγγραφέων και ανθρώπων με έντονη πολιτική δραστηριότητα. Κοντά στο καφενείο βρίσκονταν και κομματικά γραφεία, γεγονός που συνέβαλε στην παρουσία ανθρώπων από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους.

Στους ανθρώπους που συνδέθηκαν με το περιβάλλον της συγκαταλέγονται ο Λεωνίδας Κύρκος και ο Νίκος Κωνσταντόπουλος. Παράλληλα, το καφενείο φιλοξένησε θαμώνες από τον χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς, του Συνασπισμού και του ΠΑΣΟΚ, ενώ τη δεκαετία του 1980 σύχναζε εκεί και ο συγγραφέας Γιώργος Σκούρτης. Φυσικά, η Μουριά δεν μετατράπηκε ποτέ σε έναν χώρο αποκλειστικά για οργανωμένες συζητήσεις ή κομματικές συναντήσεις. Αντίθετα, η σημασία της βρισκόταν ακριβώς στο ότι εκεί οι ιδέες συναντούσαν τις διαφωνίες, οι συζητήσεις μπορούσαν να ξεκινήσουν από ένα δημοσίευμα της εφημερίδας και να συνεχιστούν για ώρες, ενώ άνθρωποι με διαφορετικές απόψεις μοιράζονταν τα ίδια τραπέζια.
Διαβάστε επίσης

Ο Χρήστος Βάνας και οι άνθρωποι που έγιναν οικογένεια
Στα περισσότερα από εκατό χρόνια της ζωής της, η Μουριά πέρασε από επτά ιδιοκτήτες. Ο τελευταίος, ο Χρήστος Βάνας, βρίσκεται πίσω από τον πάγκο από το 1982, έχοντας συνδέσει το όνομά του με τη μακροβιότερη περίοδο λειτουργίας της. Περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες στον ίδιο χώρο σημαίνουν ότι ένας άνθρωπος δεν παρακολουθεί απλώς τις αλλαγές της γειτονιάς, τις ζει και βλέπει τις παρέες να δημιουργούνται και να διαλύονται, τους νεότερους να μεγαλώνουν και να επιστρέφουν χρόνια αργότερα, τις συνήθειες να αλλάζουν και τις γενιές να διαδέχονται η μία την άλλη.
Στα παλιά καφενεία, ο καφετζής είναι κάτι περισσότερο από τον άνθρωπο που κρατάει το χώρο, είναι εκείνος που γνωρίζει τις μικρές τελετουργίες των θαμώνων και γίνεται μέρος της δικής τους καθημερινότητας. Αυτές οι σχέσεις δεν καταγράφονται σε λογαριασμούς ούτε αποτιμώνται οικονομικά, είναι, όμως, ένα σημαντικό κομμάτι της αξίας που αποκτά ένας χώρος με το πέρασμα του χρόνου.

Αν υπάρχει μια ημέρα που συμπύκνωνε τον χαρακτήρα της Μουριάς, αυτή ήταν το Σάββατο. Όταν ξεκίνησε η λαϊκή αγορά της Καλλιδρομίου έφερε στον δρόμο παραγωγούς, εμπόρους, κατοίκους και επισκέπτες, δίνοντας στην περιοχή έναν ξεχωριστό ρυθμό.
Στα τραπέζια, το τάβλι είχε τη δική του πρωταγωνιστική θέση. Ο συγγραφέας και θεατρικός συγγραφέας Ανδρέας Στάικος έχει περιγράψει τη Μουριά ως ένα μέρος ιδιαίτερα οικείο για τον ίδιο, ενώ έχει μιλήσει για τη θεατρικότητα που αποκτά το παιχνίδι στα χέρια των θαμώνων. Γιατί το τάβλι στο ελληνικό καφενείο είναι ένα έργο που παίζεται με χειρονομίες, με διαμαρτυρίες, με αστεϊσμούς και με αντιδράσεις απέναντι στα ζάρια. Είναι μια μικρή παράσταση που εκτυλίσσεται μπροστά στους υπόλοιπους, προσφέροντας σε όποιον παρατηρεί ένα ολόκληρο θέαμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Οι τοίχοι της Μουριάς είχαν τη δική τους εξίσου ενδιαφέρουσα ιστορία. Φωτογραφίες, αφίσες, έργα τέχνης, μικρά γλυπτά και ενθύμια είχαν συγκεντρωθεί με τα χρόνια, χωρίς να ακολουθούν κάποιο ενιαίο διακοσμητικό σχέδιο. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν τα σκίτσα του ζωγράφου, συγγραφέα και κινηματογραφιστή Άγγελου Σπάρταλη, με πρόσωπα που συνδέθηκαν με το καφενείο. Κάθε αντικείμενο εκεί μέσα έμοιαζε να αφηγείται κάτι διαφορετικό. Μαζί, δημιουργούσαν ένα άτυπο αρχείο της ζωής του χώρου, φτιαγμένο όχι από θεσμούς αλλά από ανθρώπους που άφησαν εκεί ένα μικρό κομμάτι του εαυτού τους.

Οι υπογραφές δεν έφτασαν για να τη σώσουν
Το ενδεχόμενο να κλείσει η Μουριά έγινε γνωστό το καλοκαίρι του 2026. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η πλευρά της ιδιοκτησίας του ακινήτου επιδίωκε την αποχώρηση της επιχείρησης και την αλλαγή χρήσης του χώρου, με αναφορές στο ενδεχόμενο λειτουργίας φαρμακείου. Η είδηση προκάλεσε αντιδράσεις στην τοπική κοινωνία. Ξεκίνησε συλλογή υπογραφών, ενώ διατυπώθηκε αίτημα προς το υπουργείο Πολιτισμού να εξεταστεί η προστασία της ιστορικής χρήσης του χώρου. Περίπου 7.500 άνθρωποι συμμετείχαν στην προσπάθεια, δείχνοντας ότι η Μουριά είχε αποκτήσει μια θέση στη συλλογική συνείδηση που ξεπερνούσε κατά πολύ τον κύκλο των τακτικών πελατών της.
Για ένα διάστημα υπήρξε η προσδοκία ότι θα μπορούσε να βρεθεί λύση. Τελικά, όμως, η ανανέωση της μίσθωσης δεν πραγματοποιήθηκε και η επιχείρηση οδηγείται στο τέλος της διαδρομής της. Η εξέλιξη φέρνει ξανά στο προσκήνιο ένα ερώτημα που αφορά πολλές γειτονιές της Αθήνας: ποια είναι η θέση των ιστορικών χώρων της καθημερινής ζωής σε μια πόλη που αλλάζει διαρκώς; Και πόσο εύκολο είναι να διασωθεί ένας χώρος που έχει μεγάλη κοινωνική αξία, όταν δεν υπάρχει η αντίστοιχη θεσμική προστασία;
Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις. Υπάρχει, όμως, η διαπίστωση ότι χιλιάδες άνθρωποι αισθάνθηκαν πως άξιζε να προσπαθήσουν για τη Μουριά. Και αυτή η κινητοποίηση από μόνη της αποδεικνύει πόσο βαθιά είχε ριζώσει στη ζωή της περιοχής.
Το τελευταίο αντίο
Το τέλος της ιστορικής διαδρομής ανακοινώθηκε μέσα από μια λιτή ανάρτηση στη σελίδα του καφενείου στο Facebook, με αφορμή την απομάκρυνση του γλυπτού «Ίκαρος».
«Η αποκαθήλωση. Για όσες φορές μας κρατήσατε και σας κρατήσαμε. Αγκαλιά».

Λίγες λέξεις, αρκετές όμως για να περιγράψουν μια σχέση που χτίστηκε μέσα σε δεκαετίες.
Το Σάββατο 31 Οκτωβρίου, μετά τις 18:00, έχει προγραμματιστεί το αποχαιρετιστήριο γλέντι της Μουριάς, μέσα και έξω από το κατάστημα. Θα είναι η τελευταία μεγάλη συνάντηση πριν από την οριστική διακοπή της λειτουργίας της, την Κυριακή 1η Νοεμβρίου.
Θα συναντηθούν άνθρωποι που ίσως δεν είχαν βρεθεί για χρόνια. Θα ειπωθούν ιστορίες που έχουν ήδη ειπωθεί πολλές φορές και θα ακουστούν άλλες που κάποιος θα αφηγηθεί για πρώτη φορά. Κάποιοι θα θυμηθούν τις παλιές παρέες, άλλοι θα αναζητήσουν πρόσωπα που έχουν χαθεί από την καθημερινότητά τους. Και όλοι, με τον δικό τους τρόπο, θα προσπαθήσουν να αποχαιρετήσουν έναν χώρο που αποτελούσε μέρος της ζωής τους.
Διαβάστε επίσης