Η πόλη unplugged: Η Ερμού ανήκει στους μουσικούς της

Η πόλη unplugged: Η Ερμού ανήκει στους μουσικούς της

Ένα Σάββατο μεσημέρι κατηφόρισα την Ερμού και γνώρισα έναν-έναν τους καλλιτέχνες της, αυτούς που βάζουν στην περατζάδα μας εκεί μουσική υπόκρουση.

Αυτό ήθελα να το κάνω καιρό. Ήθελα να πάρω την Ερμού σβάρνα, μια μέρα που φορτώνεται με κόσμο όπως το Σάββατο, και να γνωρίσω όσους της δίνουν λίγο από το ταλέντο τους. Και είναι πολλοί οι μουσικοί του δρόμου που παίρνουν τα όργανα και τις μικροφωνικές τους για να παίξουν εδώ. Σίγουρα το έχετε διαπιστώσει όταν πάτε Ερμού και σίγουρα έχετε κοντοσταθεί μπροστά σε κάποιους από αυτούς, γιατί εδώ το ταλέντο περισσεύει.

Οι μουσικοί του δρόμου δεν είναι βέβαια κάτι καινούργιο για την Αθήνα. Τα τελευταία χρόνια αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του κέντρου της πόλης, από την Ερμού και το Μοναστηράκι μέχρι το Θησείο και το Σύνταγμα. Άλλοι είναι επαγγελματίες μουσικοί που συμπληρώνουν το εισόδημά τους, άλλοι κυνηγούν το όνειρο μιας καριέρας και άλλοι απλώς αγαπούν τη μουσική και προτιμούν να τη μοιράζονται με αγνώστους παρά να την κρατούν στο σαλόνι του σπιτιού τους. Όποια κι αν είναι η διαδρομή τους, έχουν καταφέρει να γίνουν μέρος της ταυτότητας του αθηναϊκού δρόμου.

Πιάνω την Ερμού από την αρχή της και οι πρώτοι που συναντώ είναι ολόκληρη κομπανία. Παίζουν ρεμπέτικα και παραδοσιακά με απίστευτη δεξιοτεχνία και ειλικρινά, μπροστά τους έχει δημιουργηθεί ένα μεγάλο κοινό που τους τραβάει με τα κινητά και περιμένει να ολοκληρώσουν το πρόγραμμα τους. Δεν προλαβαίνω να τους γνωρίσω, τελειώνουν και σε χρόνο dt μαζεύουν όργανα και φεύγουν για να δώσουν τη θέση τους στους επόμενους. Διαβάζω όμως στο εσωτερικό μιας θήκης μουσικού οργάνου το όνομα Tassos Chrys και ως λαγωνικό γκουγκλάρω και βρίσκω τον έναν. Είναι ο Τάσος Χρυσικόπουλος, ηθοποιός και μουσικός, καλλιτέχνης του δρόμου, με πολλά ενδιαφέροντα στο βιογραφικό του.

Πολύ στεναχωριέμαι που δεν μπόρεσα να γνωρίσω και αυτόν εδώ, που έπαιζε μπουζούκι. Όποιος τον ξέρει παρακαλώ να μου πει ποιος είναι αυτός ο κούκλος.

Ο Ιωάννης Ρώμας και ο Μπρούνο είναι οι επόμενοι και είναι τα Αδέσποτα Σκυλιά. Έτσι έχουν ονομάσει το ντουέτο τους. Περιμένουν τη σειρά τους και ξεκινούν μόλις τελειώνει η κομπανία. Εδώ όλοι έρχονται και περιμένουν ο ένας τον άλλο να τελειώσει. Ένα set up δρόμου που φτιάχνεται επιτόπου και αυτοσχέδια και μπορεί να έχει από έντεχνο μέχρι τζαζ.

Ο Μπρούνο μου συστήνεται σαν κιθαρίστας του δρόμου. Παίζει κιθάρα από τα 17 του, κυρίως ροκ και μπαλάντες. Τα τελευταία δύο χρόνια παίζει μόνο στην Ερμού, και παίζει κάθε μέρα. Ήταν εννιά μήνες άστεγος: «Ζητιάνευα για να αγοράσω κιθάρα και τα κατάφερα, αυτό ήταν το όνειρό μου. Νιώθω τέλεια» μου λέει.

Λίγο παρακάτω, εκεί όπου μιλιούνια μπαινοβγαίνουν στα Zara και στα Sephora και γίνεται της σακούλας το κάγκελο, ο  Κωνσταντίνος Βλαχάκης, περιχαρακωμένος σ’ έναν μικρόκοσμο ευαισθησίας, τραγουδάει μια μπαλάντα. Είναι 23 χρονών και τον τελευταίο ενάμιση χρόνο είναι τραγουδιστής του δρόμου: «Κανονικά είμαι δημοσιογράφος, έχω δουλέψει σε sites αλλά ήθελα να κάνω κάτι πιο καλλιτεχνικό. Ο δρόμος βοηθάει να νιώθεις ότι έχεις ένα κοινό την ώρα που τραγουδάς. Ο κόσμος έρχεται και σου μιλάει και σε ενθαρρύνει» μου λέει λίγο πριν ξεκινήσει το επόμενο τραγούδι. Το όνειρο του είναι να καταφέρει να βγάζει τα δικά του τραγούδια και να κάνει συναυλίες.

Στον Σάιρους άρχισα να χορεύω, δεν σας το κρύβω. Είχε στηθεί περίπου στη μέση της Ερμού και μόλις πλησίασα και τον άκουσα ήταν σαν να άνοιξα μια πόρτα και να μπήκα σε κλαμπ στον αμερικάνικο Νότο. Σαν να βρέθηκα στη Νέα Ορλεάνη ένα πράγμα. Γεννήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι γονείς του είναι από την Τζαμάικα και μεγάλωσε στην Αφρική: «Ταξιδεύω από το ένα μέρος στο άλλο σε όλο τον κόσμο και φέρνω τη μουσική στους δρόμους. Στην Αθήνα είχα έρθει και στο παρελθόν, μου αρέσει. Όταν βρίσκομαι στην Ευρώπη, πάντα έρχομαι και εδώ» μου λέει καθώς μαζεύει την μικροφωνική του. Έχει και ντέφια για να τα πιανει όποιος θέλει και να συμμετέχει στο τραγούδι του.

Πίσω του η Μελάνια Μαρίνος είνι έτοιμη να καταλάβει το πόστο. Είναι μισή Ελληνίδα και μισή Ιταλίδα, έχει ζήσει πολλά χρόνια στην Ιταλία, το 2019 συμμετείχε στο The Voice στην Ελλάδα κι από το 2023 μετακόμισε εδώ και τραγουδάει στον δρόμο: «Μου αρέσει η ανταπόδοση του κόσμου. Είναι πολύ διαφορετική από τα μαγαζιά» σημειώνει. Τραγουδάει στην Ερμού, στην Καπνικαρέα, στο Σύνταγμα, στο Μοναστηράκι, αλλά το αγαπημένο της σημείο είναι στο Ηρώδειο γιατί έχει πολύ ωραία ενέργεια. Τραγουδάει κυρίως ξένα, μπλουζ, ροκ και τραγουδάει σε τέσσερις γλώσσες: «Το ελληνικό το πιάνω σιγά-σιγά γιατί έχω πολύ μεγάλο σεβασμό για τη γλώσσα και θα ήθελα να την τραγουδήσω καλά» εξομολογείται.

Έχω φτάσει πια στο ύψος της Καπνικαρέας και ακούω τον ήχο από ένα μπάσο. Έχει όμως τόσο κόσμο μπροστά μου που δεν βλέπω από πού έρχεται. Όταν πλησιάζω πια αρκετά, βλέπω έναν (ακόμα) κούκλο και λέω από μέσα μου, αυτόν δεν πρέπει να τον χάσεις όπως τον άλλο. Είναι ο Κέβιν, έχει έρθει από τη Βοστόνη και μένει εδώ εφτά χρόνια. Ερμού ή Μοναστηράκι είναι τα σημεία που προτιμά να παίζει και funk, metal οι αγαπημένοι ήχοι του: «Μου αρέσει να βγαίνω στον δρόμο και να παίζω γιατί το κάνω ό,τι ώρα θέλω, είναι εντελώς ελεύθερο, γνωρίζω κόσμο που τους αρέσει αυτό που κάνω, υπάρχει μια θετική αλληλεπίδραση και έχω ένα άμεσο feedback. Όταν κάνεις κάτι που σου αρέσει και έχεις τέτοια θετική ανταπόδοση, και βγάζεις και κάποια λεφτά από αυτό, είναι πολύ ωραίο συναίσθημα» λέει και συνεχίζει το πρόγραμμά του.

Κάπου εδώ ολοκληρώνω με τους μουσικούς, αλλά πριν τελειώσω θέλω να σας παρουσιάσω δύο κορίτσια. Τα οποία έκαναν το μουσικό μου ρεπορτάζ στην Ερμού να κλείσει με τον καλύτερο τρόπο.  Η Καρίνα και η Ντιάνα λοιπόν είναι από την Ουκρανία. Η Καρίνα φωτογραφίζει μόνο τα μάτια σου και σου δίνει μια εικόνα που τα δείχνει σε μεγέθυνση, αποκαλύπτοντας όλο το μεγαλείο των χρωμάτων που κρύβουν μέσα τους. «Τα μάτια είναι σαν ψυχή και όλοι θέλουν να δούνε όλα τα χρώματά τους» λέει. Ζει στην Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια, μαθαίνει τη γλώσσα και θέλει να σπουδάσει κάτι εδώ. Της αρέσει η χώρα μας γιατί, όπως λέει, «έχει θάλασσα και βουνά, τη μία μέρα μπορώ να πάω στο βουνό και την άλλη στην παραλία. Είναι υπέροχο. Και μου αρέσουν οι Έλληνες, είναι φανταστικοί άνθρωποι».

Η Ντιάνα έχει μια παλιά φωτογραφική μηχανή. Σε φωτογραφίζει και εκτυπώνει τη φωτογραφία σου σε μια εφημερίδα του ’30, σαν να είσαι σταρ σε δημοσίευμα της εποχής: «Μου αρέσει να προσφέρω θετικά συναισθήματα. Όταν οι άνθρωποι βλέπουν τον εαυτό τους στην εφημερίδα αισθάνονται τέλεια». Τη ρωτάω γιατί ήρθε στην Ελλάδα: «Είναι πιο ήσυχα από την Ουκρανία» απαντά. Ο τόπος της βρίσκεται στη νότια Ουκρανία και μαστίζεται από τον πόλεμο με τη Ρωσία: «Το να ζω εκεί ήταν επικίνδυνο» λέει χωρίς να σταματήσει να χαμογελάει.

Και μετά, με βγάζει φωτογραφία με την παλιά μηχανή της για να με κάνει κι εμένα σταρ του ’30.

Ε, να, γι’ αυτό αγαπάω τέτοιου είδους ρεπορτάζ. Ξεκινάς για να ακούσεις μουσική και καταλήγεις να ακούς ζωές. Άνθρωποι που πιθανότατα δεν θα συναντούσες ποτέ, σου αφηγούνται μέσα σε λίγα λεπτά ποιοι είναι, τι ονειρεύονται και τι τους έφερε σε μια γωνιά της Ερμού ένα Σάββατο μεσημέρι. Και κάπως έτσι, ο πιο εμπορικός δρόμος της Αθήνας μετατρέπεται σε μια μεγάλη σκηνή γεμάτη ιστορίες. Με τις σακούλες και τα ψώνια να πηγαινοέρχονται στο φόντο.

Σχετικά άρθρα