Η Πόλη Unplugged: Στην έκθεση κλασικών αυτοκινήτων στον Άλιμο το έζησα σαν 60s κορίτσι του Μάη
Ξύλινες ζάντες, μοντέλα από άλλες εποχές και πολυτελή αμάξια έκαναν την παραλία του Αλίμου ένα ρετρό σκηνικό.
Διάλεξα πολύ προσεκτικά τα ρούχα μου για να πάω στο 7ο Alimos Classic Car Sunday και θα ξεκινήσω με αυτό. Γιατί εγώ, σε κάτι τέτοια, θέλω να ταιριάζω με το σκηνικό. Κι επειδή αγαπώ τα 50s και τα 60s, ντύθηκα σαν κορίτσι που βγήκε από εκείνες τις δεκαετίες και ξεκίνησα για τον παραλιακό δρόμο του Αλίμου, όπου φέτος στήθηκε για μία ακόμη χρονιά η μεγάλη έκθεση κλασικού αυτοκινήτου.

Και θα σας το πω από την αρχή: πέρασα υπέροχα, φανταστικά, υπερτέλεια. Δεν ξέρω αν έφταιγε η θάλασσα, ο ήλιος, η μουσική ή το γεγονός ότι για μερικές ώρες ένιωσα ότι περπατούσα μέσα σε μια χρονομηχανή. Ξέρω μόνο ότι από τη στιγμή που έφτασα στον παραλιακό πεζόδρομο, ήθελα να σταματάω κάθε τρία μέτρα για να βγάλω φωτογραφία. Τα αμάξια, εμένα, εμένα με τα αμάξια. Γιατί όταν έχεις δίπλα σου μια Cadillac που μοιάζει να βγήκε από ταινία του Χόλιγουντ, μια Chrysler που θυμίζει Λας Βέγκας του πενήντα και μια Jaguar που σε κάνει να φαντάζεσαι ότι βρίσκεσαι στη Γαλλική Ριβιέρα με μαντίλι στα μαλλιά, η αυτοσυγκράτηση με τις σέλφι είναι δύσκολη υπόθεση.

Και δεν ήμουν η μόνη. Όλοι εκεί μπαίναμε ο ένας μπροστά στον άλλο για μια φωτογραφία με αυτά τα τετράτροχα κουκλιά που είχαν καταλάβει τον πεζόδρομο μπροστά στη θάλασσα. Είχε πάρα πολύ κόσμο, ανθρώπους που είχαν φτάσει εκεί γιατί αγαπούν τα αυτοκίνητα και άλλους που ήρθαν απλώς για τη βόλτα και ντύθηκαν και αναλόγως για να το ζήσουν σαν ρόλος.


Θα το υποψιάζεστε ασφαλώς, αλλά τα κλασικά αυτοκίνητα δεν είναι μόνο μηχανές, είναι ιστορίες. Και σ’ αυτή την έκθεση που έπιανε σχεδόν όλο το παραλιακό πεζόδρομο του Αλίμου, κατάλαβα ότι υπάρχει πολύς κόσμος στην Ελλάδα που αγαπά τα ρετρό οχήματα. Δεν είναι όλοι συλλέκτες, κάποιοι μπορεί να έχουν μόνο ένα, το οποίο όμως συντηρούν με ευλάβεια και συνήθως προσπαθούν να το κρατάνε αυθεντικό και να μην το πειράζουν με μοντερνιές.

Η έκθεση πραγματοποιείται κάθε χρόνο με ελεύθερη είσοδο και φέτος είχε το σύνθημα «Μία λεωφόρος όπου το παρελθόν συναντά το μέλλον». Περισσότερα από 250 ιστορικά οχήματα και σπάνια μοντέλα βρέθηκαν δίπλα στο κύμα, μετατρέποντας την παραλία σε ένα ανοιχτό μουσείο αυτοκίνησης.

Οι επισκέπτες μπορούσαν να δουν μία βασιλική Chrysler του 1958 λίγα μέτρα μακριά από μία εξωτική Bugatti κι ένα Ford του 1917 απέναντι από σύγχρονα supercars. Ήταν πραγματικά σαν να περπατούσες ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές και φάσεις της αυτοκίνησης.


Από τα πιο πολυσυζητημένα εκθέματα ήταν δύο αυτοκίνητα που συνδέθηκαν με τη ζωή του Αριστοτέλη Ωνάση: η Rolls-Royce Silver Wraith Sedan de Ville του 1952 και η Cadillac Fleetwood Seventy-Five Limousine του 1963, που παρουσιάστηκαν δημόσια για πρώτη φορά, έπειτα από άδεια του Ιδρύματος Ωνάση.


Τώρα, τί να σας πω, ότι δεν ήξερα πού να πρωτοσταματήσω και σε ποιόν εκθέτη να πρωτομιλήσω; Είπα να το πάω αυτοσχέδια και με το ένστικτο μου, το οποίο τελικά δεν με πρόδοσε. Γιατί βρήκα τις ωραιότερες ιστορίες, και ξεκινώ με αυτήν ενός Morris H του 1937. Ο Γιώργος Γερούσης το έφερε από την Αγγλία και ήταν η προσωπική του κάθαρση, όπως εξομολογείται. Ο παππούς του είχε ένα ίδιο μοντέλο και ο μπαμπάς του έμαθε να οδηγεί σε αυτό. Ήθελε να του κάνει έκπληξη, να του φέρει το ίδιο αμάξι που είχε μάθει να οδηγεί στα παιδικά του χρόνια.
Στη θέση του οδηγού καθόταν φυσικά ο πατέρας του Γιώργου, 82 χρονών πια: «Στο δεύτερο ράλι αντίκα, που ξεκίνησε από το Καλλιμάρμαρο και πήγαινε προς το Σούνιο, ο πατέρας μου το χάρισε μη τυχόν και σκοτωθώ τότε, στα 16 μου που είχα βγάλει άδεια αυτοκινήτου», θυμάται. Οι οικογενειακές αναμνήσεις πάνω σε τέσσερις ρόδες περισεύουν στην έκθεση κλασικών αυτοκινήτων.

Λίγο παρακάτω γνωρίζω την Άζα και τον Αλέξανδρο Χόλις. Θα ξεκινήσω από το ότι ήταν ντυμένοι καταπληκτικά, με concept, σαν να είχαν βγει από διαφημιστική καμπάνια της δεκαετίας του ’60. Και ταυτιστήκαμε αμέσως, γιατί κι εγώ έτσι είχα ντυθεί.

Ο Αλέξανδρος είναι πρόεδρος του Jaguar Club Ελλάδας και η Άζα υπεύθυνη εκδηλώσεων του σωματείου, το οποίο θέλει να κρατήσει ζωντανή την παράδοση των ιστορικών Jaguar στη χώρα. Το αυτοκίνητο που έφεραν το έχουν είκοσι χρόνια: «Το κρατάμε στην αυθεντική του κατάσταση και το χρησιμοποιούμε λίγο, αλλά αρκετά για να το συντηρούμε και για να κάνουμε εκδρομές», μου εξηγούν. Τους ρωτάω πώς είναι να ταξιδεύεις μ’ ένα τέτοιο αυτοκίνητο: «Στην πόλη το αποφεύγουμε, φοβόμαστε μη τυχόν το χτυπήσουν. Το ιδανικό είναι οι ανοιχτοί επαρχιακοί δρόμοι. Εκεί το χαιρόμαστε, απολαμβάνουμε τη φύση σαν να είμαστε στη δεκαετία του ’60» αναφέρουν. Οι ιδιοκτήτες κλασικών αυτοκινήτων μαζί με το όχημα, αγοράζουν κι ένα εισιτήριο για ένα άλλο χρονικό σύμπαν.

Αμέσως μετά γνωρίζω τον Γιώργο Περουκανέα. Μου συστήνεται σαν τραγουδιστής, παλαιός ροκαμπίλι και λάτρης των 50s. Είναι ιδιοκτήτης μιας Chrysler Saratoga του 1958 που μοιάζει να έχει παρκάρει κατά λάθος στην Αθήνα ενώ κανονικά έπρεπε να παρκάρει έξω από ένα καζίνο στο Λας Βέγκας. Και το αυτοκίνητο και ο ιδιοκτήτης του έμοιαζαν να έχουν βγει από το ίδιο κινηματογραφικό πλάνο. Ο Γιώργος έχει έρθει από την Αυστραλία και ζει σαράντα χρόνια στην Ελλάδα.

Προχωρώ παρακάτω και συναντώ ένα Chevrolet του 1929, ένα πραγματικά αρχαίο όχημα. Ο Βασίλης Παπανικήτας και ο πατέρας του κάθονται μέσα και μου εξηγούν ότι είναι εξακύλινδρο, με ξύλινες ζάντες και ξύλινο πάτωμα, κάτι πολύ σπάνιο που τα ξεχωρίζει.

Τους ρωτάω πώς έφεραν ένα αυτοκίνητο σχεδόν εκατό ετών μέχρι την παραλία: «Ήρθαμε οδικώς από την Κηφισιά. Δεν ήταν εύκολο, κάναμε μία ώρα». Σκέφτομαι να διασχίζεις την Κηφισίας με αυτό το αμάξι. Εγώ αγχώνομαι όταν ακούω έναν περίεργο θόρυβο στο δικό μου που είναι δεκαετίας, φανταστείτε τι θα πάθαινα αν οδηγούσα ένα αυτοκίνητο που κοντεύει να κλείσει αιώνα ζωής. Θα είχα το κεφάλι συνέχεια έξω από το παράθυρο, θα άκουγα κάθε τριγμό σαν προσωπική προσβολή και πιθανότατα θα έφτανα στον Άλιμο με τους παλμούς ενός ανθρώπου που μόλις έδωσε πανελλήνιες. Οι κύριοι πάντως έδειχναν απολύτως ψύχραιμοι, λες και είχαν έρθει από το περίπτερο της γειτονιάς τους.

Κλείνοντας, να πω ότι μπορεί τα αυτοκίνητα να κλέβουν την παράσταση σ’ αυτή την έκθεση, αλλά οι αφανείς ήρωες είναι οι ιδιοκτήτες τους. Εκείνοι που αφιερώνουν χρόνο, χρήμα, κόπο και αμέτρητες ώρες για να διατηρήσουν ένα κομμάτι ιστορίας σε κίνηση.
Κι εγώ, που πήγα ντυμένη σαν κορίτσι του Μάη του εξήντα για να ταιριάζω με το σκηνικό, ένιωσα τελικά ότι το σκηνικό με κέρδισε. Σκέφτηκα φεύγοντας ποιο ήταν το αγαπημένο μου αυτοκίνητο, να σας πω, αλλά δυστυχώς δεν θα μπορέσω να απαντήσω. Γιατί κάθε ένα έχει τη δική του ιστορία. Και τελικά, οι ιστορίες είναι πάντα πιο ενδιαφέρουσες από τις μηχανές.
