5 + 1 Έλληνες κριτικοί κινηματογράφου σχολιάζουν την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν
Ο ηθικός πανικός, ο «θόρυβος» στα social media και όλα όσα τελικά κάνουν σπουδαία την κινηματογραφική μεταφορά του ομηρικού έπους.
Περιεχόμενα
Μετά από πολύμηνη αναμονή και αμέτρητες ψύχραιμες και μη διαδικτυακές συζητήσεις, η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν κυκλοφορεί πλέον στους κινηματογράφους. Για την ώρα, η υποδοχή από τους εγχώριους κριτικούς κινηματογράφους ήταν διθυραμβική, όπως και η δική μας στο ΚΛΙΚ. Όπως γράψαμε χαρακτηριστικά: «η “Οδύσσεια” παραμένει ένας κινηματογραφικός άθλος που καταφέρνει να κάνει κάτι κλασικό κομμάτι της επικαιρότητας, παραμένοντας σε ανοιχτό διάλογο με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον αυτής της σπουδαίας υπόθεσης που είναι η τέχνη ως συλλογική εμπειρία».
Καθώς, λοιπόν, το κοινό παίρνει τη σκυτάλη στις σκοτεινές αίθουσες, πολλές εκ των οποίων είναι ήδη προκαταβολικά γεμάτες, απευθυνθήκαμε σε μερικούς συναδέλφους μας ώστε να βρούμε απαντήσεις σε ένα από κυρίαρχα ερωτήματα γύρω από την «Οδύσσεια»: Πιστεύετε θα κατευναστεί ο αρνητικός «θόρυβος» για την «Οδύσσεια» μετά την κυκλοφορία της; Πώς ερμηνεύετε το ξέσπασμά του εξαρχής και προτού καν το κοινό δει την ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν; Θυμίζουμε πως όλα ξεκίνησαν από την επιλογή των ηθοποιών στη διανομή των ρόλων, όπου περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων, ο ράπερ Travis Scott, ο Έλιοτ Πέιτζ και η Λουπίτα Νιόνγκο. Ακολουθούν οι απαντήσεις των κριτικών με αλφαβητική σειρά.
Γιάννης Βασιλείου (Wired & curation specialist στο Cinobo)
«Σύμφωνα με μια παλιά κινεζική παροιμία που έφτιαξα μόλις “είναι ανοησία να κρίνουμε μια ταινία πριν τη δούμε”. Τα χλευαστικά σχόλια για τις “πεντακάθαρες” στολές της Οδύσσειας φαντάζουν αστεία για μια ταινία από την οποία βγαίνεις κι αισθάνεσαι την ανάγκη να κάνεις μπάνιο, έτσι που είναι βουτηγμένη στη λάσπη, στο αίμα, στην αρμύρα και στα αποκαΐδια. Κάθε επιλογή του Νόλαν που επικρίθηκε είναι πλήρως αιτιολογημένη από το όραμά του και εκτιμώ ότι οι σχετικοί σοσιομιντιακοί καβγάδες θα κοπάσουν και θα ξεκινήσουν άλλοι, κυρίως από όσους ανέμεναν μια παραμυθένια, αποδραστική “Οδύσσεια” και πήραν μια βλοσυρή και έντονα πολιτική εκδοχή της. Αναπόφευκτοι οι καβγάδες, έχουν νευραλγική σημασία για την οικονομία των social. Ο αρνητισμός βοηθά το engagement και ο αλγόριθμος μπορεί να μετατρέψει σε ελάχιστο χρόνο τις φωνές λίγων σε μαζικό φαινόμενο.
Από εκεί και πέρα, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή που η έννοια του wokeness έχει αλλοιωθεί και έχει διευρυνθεί. Για μεγάλη μερίδα του κόσμου, “woke” μπορεί να είναι πια οτιδήποτε μη συντηρητικό και οφείλει να παταχθεί, με έναν τρόπο που θυμίζει την μακαρθική αντικουμουνιστική υστερία στη μεταπολεμική Αμερική. Έτσι, αποκτά συνθήκες ιερού πολέμου η εξάλειψη του “woke” στοιχείου, το οποίο μόλις εντοπιστεί, με τη βοήθεια του οσίου αλγορίθμου, διαχέεται στους “πιστούς” και ξεκινά η σταυροφορία. Δεν έχει σημασία αν ο Τζερεμάια από το Οχάιο δεν είχε ακούσει μέχρι πρότινος για την “Οδύσσεια” και την Ωραία Ελένη, από τη στιγμή που θρέφει τη μονομανία του και βγήκε και ο Έλον σε διάγγελμα για να το κατακεραυνώσει, μετατρέπεται σε μείζον κομμάτι της καθημερινότητας του, μέχρι η “προσφορά” να υπερβεί τη “ζήτηση” και το engagement να κοπάσει κι ο αλγόριθμος να υποδείξει έναν άλλο “αντίπαλο”. Πολλά εισαγωγικά, σε μια εποχή όπου όλοι θέλουν να μιλούν με τέτοια. Και με θαυμαστικά!».

Μάντυ Βλασσοπούλου (Exodos)
«Πριν λίγες μέρες, ο Κρίστοφερ Νόλαν μίλησε για το πώς έχει μάθει να αγνοεί τον “θόρυβο” γύρω από τις ταινίες του μετά την τριλογία του “Σκοτεινού Ιππότη”. Όταν αποφασίζεις να κυκλοφορήσεις τη δική σου ερμηνεία πάνω σε ένα κείμενο ή έναν χαρακτήρα για τον οποίο το κοινό έχει κάποιες προαποφασισμένες απόψεις, είναι λογικό να γνωρίζεις εξαρχής πως θα κάνεις εχθρούς.
Στην περίπτωση της “Οδύσσειας”, όμως, εκείνοι που αντέδρασαν προτού να δουν καν την ταινία δεν ήταν αυτοί που αγαπούν ή θαυμάζουν το πρωτότυπο, αλλά αυτοί που περιμένουν στη γωνία ακόμη και τον πιο συμβατικών πολιτικών πεποιθήσεων δημιουργό για να ψάξουν στις τσέπες του για συμπτώματα της “woke κουλτούρας”. Τώρα που η ταινία κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους (και όλα δείχνουν πως θα συζητιέται και θα παίζεται για καιρό), πιστεύω πως θα ακούμε ολοένα και περισσότερες, χειρότερες απόψεις. Δεν είναι ο αγαπημένος μου παρ’ όλο που μπορώ να εκτιμήσω τη μαεστρία του, πάντως, ο ρατσισμός, η τρανσφοβία και η αρχαιολαγνεία είναι ασθένεις που ούτε καν ο Νόλαν δεν μπορεί να θεραπεύσει».

Λήδα Γαλανού (Flix.gr)
«Είτε πρόκειται για κινηματογραφική ταινία, είτε για οποιοδήποτε έργο τέχνης αλλά και, τελικά, οποιαδήποτε συζήτηση, η πολεμική άποψη πριν κανείς δει το ίδιο το έργο, ή γνωρίσει το αντικείμενο της συζήτησης, πάντα δηλώνει ανοησία και, μαζί, μια πρόθεση αυτοπροβολής, “να είμαι κι εγώ μέσα στα πράγματα, ορατός/ή”. Λόγω της ελληνικής ταυτότητας της “Οδύσσειας” του Ομήρου, αυτό στην Ελλάδα έγινε ακόμα πιο έντονα, άρα και ακόμα πιο ανόητα. Ας μην εστιάσουμε στο ότι όταν παρουσιαζόταν προφορικά, ή όταν γράφτηκε το έπος, η Ελλάδα δεν υπήρχε ως χώρα, ότι ο Ομηρος μάλλον ήταν Μικρασιάτης, ότι οι Έλληνες έχουμε την ευτυχία ενός μοναδικού για τον πολιτισμό παρελθόντος και μαζί τη δυστυχία και το τεράστιο βάρος του να μην ανταποκρινόμαστε σ’ αυτό σήμερα. Ας μείνουμε στο ότι όποιος μιλά και κρίνει χωρίς, ακόμα, να γνωρίζει, δεν θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψιν.
Επιπλέον, η Οδύσσεια είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα στην ιστορία της λογοτεχνίας και, άρα, ανήκει σε κάθε εθνική ταυτότητα, σε κάθε άνθρωπο που θέλει να την αγκαλιάσει. Με την ίδια λογική, το εάν την Ωραία Ελένη ερμηνεύει μια μαύρη ηθοποιός είναι μη-θέμα, πριν κανείς δει και καταλάβει γιατί ο σκηνοθέτης την επέλεξε, έστω κι αν η επιλογή δίνει αφορμή στους κάθε εθνικότητας ρατσιστές ή απλώς αστοιχείωτους ματαιόδοξους να φλυαρήσουν. Το υπέροχο είναι πως όλοι όσοι αντιτίθενται στην “Οδύσσεια” του Κρίστοφερ Νόλαν, χωρίς ακόμα να την έχουν δει, διαπράττουν ακριβώς την απρέπεια, ασέβεια, ύβρι που η ταινία παρουσιάζει και καταδικάζει. Γιατί ο Νόλαν αξιοποιεί το έπος για να μιλήσει για τη σύγχρονη ξενοφοβία, μισαλλοδοξία, το πικρό τέλος του κόσμου μας. Οπότε, θεωρώ πως η “Οδύσσεια” θα σκίσει στα ταμεία, θα πάρει καλές κριτικές, θ’ αρέσει, ο θόρυβος θα ησυχάσει, αλλά θα ξαναξυπνήσει με την επόμενη “Οδύσσεια”, ή “Τροία”, ή “Καποδίστρια” ή όποιο έργο, συνήθως άθελά του, δίνει βήμα στη συγκρουσιακή ρητορική που οι αλαζόνες ή θρασύδειλοι Αντίνοοι τόσο αγαπούν».

Θοδωρής Δημητρόπουλος (News247.gr)
«Είναι δυστυχώς γνωστό πως πλέον υπάρχει ένα έτοιμο κοινό που αγκιστρώνεται και αντιδρά σε κάθε τι που λογίζεται ως “προοδευτικό”. Καθώς και άνθρωποι με πλατφόρμα και followers οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι την αλγοριθμική λειτουργία του μίσους (το engagement είναι πάντα μεγαλύτερο στα αρνητικά συναισθήματα) εμπορεύονται την οργή και την αντίδραση απέναντι σε κάθε τι διαφορετικό.
Η ειρωνεία με την “Οδύσσεια” του Νόλαν είναι πως πράγματι επιτίθεται σε συντηρητικές αξίες, αλλά όχι με τον τρόπο που το κοινό της αντίδρασης φαντάζεται. Η Λουπίτα Νιόνγκο κι ο Έλιοτ Πέιτζ είναι απλά τα πρόσωπα στη μαρκίζα, αλλά αυτά που έχει να πει η ταινία για τις εθνικές αφηγήσεις ηρωισμού – και το τι κρύβουν από κάτω – είναι ακόμα πιο τολμηρά.
Αυτό ίσως δώσει στις “αντιδράσεις” και έναν δεύτερο κύκλο ζωής, αλλά μέχρι εκεί θα φτάσει. Η ταινία θα γίνει τεράστια εμπορική επιτυχία και θα προταθεί για 15 Όσκαρ. Το μέγεθος της επιτυχίας θα σωπάσει τη μεγαλύτερη μερίδα των αντιδράσεων, γιατί αυτό το κοινό δε θέλει ποτέ να νιώθει ηττημένο. Κι οι έμποροι των κλίκς που οδηγούν τις αντιδράσεις θα προχωρήσουν φυσικά απτόητοι στην επόμενη απάτη τους, γιατί το ίντερνετ δεν τελειώνει ποτέ, ούτε και τα πράγματα για τα οποία μπορείς να πουλήσεις αυτάρεσκη οργή».

Έλλη Μαστώρου (freelance κριτικός κινηματογράφου και πρόεδρος της Ένωσης Κριτικών Βελγίου)
«Ναι, πιστεύω ότι ο αρνητικός “θόρυβος” θα ξεφουσκώσει γρήγορα, μόλις όσοι και όσες αποφασίσουν να δουν την ταινία συνειδητοποιήσουν ότι δεν είναι η καταστροφή που είχαν προαναγγείλει, και ότι ορισμένες ανακρίβειες δεν εμποδίζουν τον μεγαλοπρεπή και δεξιοτεχνικό χαρακτήρα του τελικού αποτελέσματος, το οποίο σε γενικές γραμμές σέβεται το αρχικό ομηρικό υλικό (χρονολογία, κοστούμια… ακόμη και η μουσική του Γκόρανσον είναι εμπνευσμένη από την Εποχή του Χαλκού και χρησιμοποιεί αρχαία όργανα όπως τον αύλο).
Δυστυχώς, δεν με εκπλήσσει το γεγονός ότι η ταινία προκαλεί αντιπαραθέσεις πριν καν προβληθεί· αγγίζει ένα σημαντικό στοιχείο της ελληνικής κουλτούρας, ένα διάσημο έργο που έχει διασκευαστεί και αναλυθεί πολλές φορές. Ωστόσο, αναρωτιέμαι για τους λόγους που κάνουν αυτή τη χολιγουντιανή διασκευή να προκαλεί τόσο έντονες αντιδράσεις· τι κρύβεται πίσω από αυτό; Η αυστηρότητα ενός ειλικρινούς ιστορικού ή ένας άστοχος (ή/και αηδιαστικός) πατριωτισμός; Τελικά, πιστεύω ότι ο ελληνικός πολιτισμός εξακολουθεί να αναδεικνύεται μέσα από αυτή την επανέκδοση, όσο ατελής κι αν είναι (ο καθένας θα κρίνει με βάση το τελικό αποτέλεσμα). Δεν πιστευω πως μια ακόμη χολιγουντιανή υπερπαραγωγή θα επηρεάσει την κληρονομιά ενός πολιτισμού χιλιετίας. Έχουμε περάσει χειρότερα (την κυβέρνηση Σαμαρά, την ταινία “Τροία” του Πέτερσεν…).
Θυμάμαι ότι, όταν βγήκε στις αίθουσες, η ταινία “Μαρία Αντουανέτα” της Κοπόλα είχε επίσης προκαλέσει σάλο λόγω των αναχρονισμών της, κυρίως στην Γαλλία (το ζευγάρι All Star στην γκαρνταρόμπα). Σήμερα η ταινία θεωρείται κλασική. Ο κόσμος ξεχνάει γρήγορα, πόσο μάλλον στην εποχή μας όπου τα συναισθήματα είναι έντονα και η ροή του περιεχομένου αδιάκοπη: σε μια εβδομάδα θα έχουμε περάσει ήδη στο επόμενο “σκάνδαλο”. Εν τω μεταξύ, πηγαίνετε σινεμά».

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου (Luben)
«Εξαρχής, κατά τη γνώμη μου, ο θόρυβος γύρω από την “Οδύσσεια” του Νόλαν ήταν κάτι που είχε ελάχιστα να κάνει με την ίδια την ταινία. Οι αντιδράσεις για το κάστινγκ της Λουπίτα Νιόνγκο πήραν διαστάσεις πολιτισμικού πολέμου, με την λεγόμενη “woke ατζέντα” στο επίκεντρο, για έναν βασικό λόγο: η ερμηνεία της Ωραίας Ελένης από μια μαύρη ηθοποιό πυροδότησε ένα υπαρξιακό άγχος που αφορά την αυτοεικόνα και την κοσμοθεωρία του δυτικού πολιτισμού. Με άλλα λόγια, το πώς φαντάζεται τον εαυτό του ο λευκός δυτικός άνθρωπος, τι θέση θεωρεί ότι πρέπει να έχει στον κόσμο – και τι θέση θεωρεί ότι πάντα είχε στον κόσμο. Ουσιαστικά, βλέπουμε την αντίδραση μιας λευκότητας που νιώθει φόβο και απειλή σε έναν κόσμο που αλλάζει. Κι αυτός ο φόβος, με αφορμή την ταινία, προβάλλεται προς τα πίσω, προς την αρχαιότητα και την μυθολογία, θέτοντας το ερώτημα ποιος έχει δικαίωμα στο παρελθόν της ανθρωπότητας.
Δεν χρειαζόταν να έχει δει κανείς την ταινία για να αντιδράσει έτσι. Χωρίς καν την εικόνα, και μόνο με την ιδέα μιας Μαύρης Ελένης, ταρακουνήθηκε η ιδέα του Δυτικού Κανόνα, δηλαδή της αντίληψης πως η ιστορία του δυτικού πολιτισμού είναι ενιαία, λευκή και αδιαίρετη, και πως έχει ως λίκνο την κλασική αρχαιότητα, την οποία η Ευρώπη από τον 18ο-19ο αιώνα κι έπειτα είχε ανάγκη να φαντάζεται πως ήταν τόσο μονοδιάστατα λευκή όσο και η ίδια, προκειμένου να νομιμοποιήσει τον εαυτό της ως παγκόσμια αποικιοκρατική δύναμη αλλά και ως μοναδική πηγή οικουμενικότητας. Στο σημερινό περιβάλλον ανόδου του ρατσισμού και του φασισμού, ακόμα κι η ιδέα μιας Μαύρης Ελένης ανοίγει εκ των πραγμάτων το ζήτημα του ποιος έχει το δικαίωμα πάνω στο παρελθόν και ποιος καθορίζει τα πολιτισμικά σύμβολα που ανήκουν σ’ αυτόν τον Δυτικό Κανόνα.
Πιστεύω πως ο αρνητικός θόρυβος θα κοπάσει με την κυκλοφορία της ταινίας, μέχρι τον επόμενο. Αφενός γιατί έτσι δουλεύουν οι ηθικοί πανικοί, ειδικά στην εποχή της αλγοριθμικής μηχανικής τους, κι αφετέρου γιατί το έργο -όταν έχει καλλιτεχνική αξία (όπως κατά τη γνώμη μου συμβαίνει στην περίπτωση της “Οδύσσειας” του Νόλαν)- έχει την ικανότητα να αντιστέκεται σε προκατασκευασμένες ερμηνείες και να ανοίγει δικούς του δρόμους».
Διαβάστε επίσης