Η γαστρο-φιλμική λέσχη του Ρεμί: Έτρωγε ποτέ ο Τζέιμς Μποντ;
Η Άτυπη Λέσχη Γαστρονομίας και Φιλμικού Σύμπαντος του Ρεμί στρώνει τραπέζι με χαβιάρι και Vesper για τον 007.
Περιεχόμενα
Ο διάσημος πράκτορας του κόσμου και μέλος της βρετανικής αντικατασκοπείας, με 25 ταινίες στο παλμαρέ του και 59 χρόνια εξωφρενικής καριέρας. Ο άνδρας που έχει σώσει την ανθρωπότητα τουλάχιστον 20 φορές, έχει στείλει στον άλλο κόσμο άπειρους εχθρούς, ενώ έχει δεχτεί 4929 σφαίρες εναντίον του χωρίς να χάνει ποτέ το βλέμμα του, το σακάκι του ή την αδιανόητη αυτοπεποίθησή του. Έχει περάσει από όλα τα κρεβάτια του κόσμου, στα οποία έχει φιλοξενήσει όποια αιθέρια ύπαρξη έχει γεννηθεί στην πλάση. Θυμόμαστε όλοι ό,τι αλκοόλ έχει ποτίσει το σώμα του και έχει ταλαιπωρήσει το συκώτι του: σαμπάνιες, μαρτίνι, ουίσκι, κόκκινα κρασιά, ποτά που σε έναν κοινό θνητό θα είχαν προκαλέσει τουλάχιστον τριήμερη αφωνία και μετάνοια. Αλήθεια, όμως, θυμάται κανείς να τον έχει δει ποτέ να τρώει; Και όχι να κάθεται απλώς μπροστά σε ένα πιάτο, με το βλέμμα στραμμένο σε κάποιον ύποπτο. Να τρώει κανονικά, με όρεξη, με ανάγκη, με εκείνη τη μικρή ανθρώπινη αδυναμία που μας θυμίζει ότι ακόμη και οι θρύλοι έχουν στομάχι.
Μπορείς να πεις ότι δεν είχε την ευκαιρία αυτή; Δεν μπορεί να ζει μόνο για να αγαπάει, να πίνει και να σώζει τον κόσμο. Ο έρωτας και η καταστροφή, Mr Bond, περνάνε από το στομάχι! Δεν μπορεί να έχεις περάσει 75 ώρες φιλμικής ζωής, να έχεις καταναλώσει μια σειρά από υπέροχα κόκκινα κρασιά, Château Mouton Rothschild και άλλα μεγάλα ονόματα, εξαίσιες σαμπάνιες, Dom Pérignon 1953, Bollinger R.D. και λοιπές φυσαλίδες αυτοκρατορικής αλαζονείας, κοκτέιλ Dry Martini, Vodka Martini, Negroni, ουίσκι, ακόμα και μπίρα, και να μην έχεις νιώσει την ανάγκη να φας κάτι. Τζέιμς, εγώ αν πιω νηστικός, το βράδυ μου θα είναι εφιαλτικό. Θα αρχίσω να μιλάω σε αγάλματα, να παίρνω λάθος ταξί και να εξομολογούμαι μυστικά που δεν έχω. Βέβαια, θα μου πείτε, εσύ δεν είσαι ο 007. Ναι, δεν είμαι, αλλά δεν υπάρχει άνθρωπος που να έχει νικήσει την ασιτία. Ούτε καν ο πιο καλοντυμένος πράκτορας της Αυτής Μεγαλειότητας.
Ο δημιουργός του, βέβαια, μας έλυνε αυτές τις απορίες και τους προβληματισμούς που είχαμε για την ασιτία του κινηματογραφικού κατασκόπου και σε κάθε βιβλίο αφιέρωνε σελίδες στα εκλεκτά γαστρονομικά ενδιαφέροντα του Μποντ. Ο Ίαν Φλέμινγκ, πιο προσεκτικός από τους σκηνοθέτες, ήξερε ότι ένας άνδρας με τόσο ακριβά κοστούμια δεν μπορεί να είναι γαστρονομικά αδιάφορος. Ο Τζέιμς, σύμφωνα με τη σειρά 007, είναι καθαρά κρεατοφάγος, με ιδιαίτερη προτίμηση στα μοσχαρίσια φιλέτα, με συνοδεία από πατάτες τηγανητές ή σπαράγγια. Για πρωινό είχε σχεδόν πάντα ομελέτα με μπέικον ή λουκάνικα, δηλαδή κάτι βρετανικά στιβαρό, λιπαρό και παρηγορητικό, ενώ από θαλασσινά προτιμά κυρίως καβούρι και αστακό. Δεν έλειπαν και πειραματισμοί στα εξωτικά μέρη, επιλογές από αρνί, τοπικές σούπες, καρυκεύματα και γεύσεις που ένας άνθρωπος σαν τον Μποντ θα δοκίμαζε χωρίς να σηκώσει φρύδι, ενώ έχει δοκιμάσει και κίμτσι. Για τα γλυκά, οι αναφορές είναι λίγες, εκτός από το πρωινό του, που πάντα ήθελε μαρμελάδα φράουλα. Αυτό από μόνο του είναι συγκινητικό: κάτω από το σκληρό βλέμμα του πράκτορα κρύβεται ένας άνθρωπος που θέλει μια σωστή μαρμελάδα πάνω στο ψωμί του.

Στο κινηματογραφικό σύμπαν, ενώ ο αγαπημένος μας ήρωας στρογγυλοκάθεται άπειρες φορές σε τραπέζια εντυπωσιακών εστιατορίων, ελάχιστες είναι οι στιγμές που τον συγκινεί κάτι από τις υπέροχες λιχουδιές που σερβίρονται. Είναι σαν το φαγητό να υπάρχει μόνο για να γυαλίζει το σκηνικό, για να φαίνεται ακριβό το τραπέζι, για να μιλήσει κάποιος κακός με απειλητική ηρεμία πάνω από ένα πιάτο που κανείς δεν θα αγγίξει. Υπάρχει ένα καταγεγραμμένο πλάνο του Σον Κόνερι που παίρνει στα πεταχτά μια ρόγα από σταφύλι ή του Ρότζερ Μουρ να τρώει σουφλέ στην «Επιχείρηση Οκτόπουσι». Στο «A View to a Kill» τον δείχνει νοερά να φτιάχνει Quiche de cabinet, την οποία και αποκαλεί ομελέτα, αλλά δεν υπάρχουν ενδείξεις στον χώρο και στα ταψιά ότι τη δημιούργησε. Και ενώ κάθεται στο τραπέζι με ένα κομμάτι από την υποτιθέμενη δημιουργία του, τελικά δεν την ακουμπάει. Ο Μποντ κοιτάει, απειλεί, αποπλανεί, πυροβολεί, αλλά σπάνια μασάει. Την ανατροπή την κάνει ο τελευταίος και πραγματικός Μποντ, ο πράκτορας που γεννήθηκε με σάρκα και οστά, ο Ντάνιελ Κρεγκ. Η διαφορά του από τους άλλους είναι ότι αγαπάει πραγματικά τις γυναίκες του, δακρύζει για αυτές, πεθαίνει για αυτές, πίνει ουίσκι — αυτό κι αν είναι ανατροπή — και, βέβαια, έχει επιθυμία να βάλει κάτι στο στόμα του από στέρεα τροφή.
Από το 1983 και την «Επιχείρηση Οκτόπουσι», μεσολάβησαν 7 ταινίες για να φτάσει το λυτρωτικό 2006 με το «Casino Royale» και να δούμε επιτέλους τον Τζέιμς να τερματίζει αυτή την άσκοπη ασιτία του. Και όχι μόνο να την τερματίζει, αλλά και να αγαπάει πραγματικά τη Βέσπερ, την Εύα Γκριν, τη γυναίκα που θα του χαλάσει για πάντα την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να παραμένει απρόσιτος. Θα υπάρχουν πολλοί που θα πουν ότι αυτή που αγάπησε και για την οποία θυσιάστηκε ήταν η Μαντλέν, δηλαδή η Λέα Σεϊντού. Προσωπικά, έχω σοβαρές αμφιβολίες γι’ αυτό, όπως έχω και για το ότι έχει πεθάνει οριστικά, διότι οι μυθολογικοί ήρωες πεθαίνουν μόνο όταν κουραστούν οι θεατές να τους περιμένουν. Δεν ξέρω αν την αγάπησε από έρωτα ή αν απλώς θέλησε να σώσει αυτήν και το παιδί της, επειδή μέσα του ξύπνησε ένα πατρικό ένστικτο που δεν ήξερε ότι διαθέτει. Εξάλλου, για χάρη του παιδιού της ο Μποντ μπαίνει σε κουζίνα για να δημιουργήσει κάτι μαγειρικό, δηλαδή να καθαρίσει ένα φρούτο. Ο 007 μπορεί ό,τι πιάνει στα χέρια του να το κάνει όπλο, αλλά με το μαχαίρι δυσκολεύτηκε αρκετά για το μήλο. Άρα, τα σενάρια ότι έφτιαξε Quiche de cabinet καταρρίπτονται. Εδώ δεν μπορεί να καθαρίσει ένα μήλο!
H Βέσπερ και το Vesper
Στο «Casino Royale» ο 007 παραγγέλνει Dry Martini, όμως η δοσολογία που αναφέρει στον σερβιτόρο μάς φέρνει στον νου το Vesper Martini, γιατί περιέχει τζιν, βότκα, Lillet Blanc και μια φλούδα λεμονιού. Είναι η πρώτη φορά που το ποτό δεν είναι απλώς αξεσουάρ ύφους, αλλά προάγγελος αλλαγής. Ο Μποντ βαφτίζει το κοκτέιλ με το όνομα της γυναίκας που θα τον διαλύσει, σαν να γνωρίζει από την αρχή ότι αυτή η γεύση θα μείνει πάνω του σαν ουλή. Το Vesper δεν είναι ένα ακόμη μαρτίνι. Είναι πικρό, αρωματικό, κομψό, επικίνδυνο και λίγο θλιμμένο. Σαν την ίδια τη Βέσπερ. Και ίσως γι’ αυτό ταιριάζει τόσο πολύ στον Κρεγκ: γιατί ο δικός του Bond δεν πίνει μόνο για να δείξει στιλ, αλλά για να αντέξει.
Ερωτεύεται τη Βέσπερ και συμπεριφέρεται σαν πραγματικός άνδρας με σάρκα και οστά, όχι σαν μηχανή αποστολών με σμόκιν. Για πρώτη φορά τον βλέπουμε να χαμηλώνει την άμυνα, να ακούει, να γελάει αλλιώς, να αφήνει μια γυναίκα να διαβάσει τις ρωγμές του. Πραγματικά νιώθει ότι είναι η μοναδική γυναίκα που τον αγάπησε για τον ψυχικό του κόσμο και όχι επειδή είναι απλώς ένας πανέμορφος, γοητευτικός άνδρας με ατσαλένιο κορμί και άδεια καρδιά. Στη σκηνή του εστιατορίου ο 007 συμπεριφέρεται σαν απλός καθημερινός άνθρωπος και γεύεται επιτέλους χαβιάρι και μπλινίς, σαν να δοκιμάζει, μαζί με το φαγητό, και την πιθανότητα μιας άλλης ζωής.
Σίγουρα σκέφτεται να φύγει μακριά από όλους και όλα μαζί της, να εγκαταλείψει την υπηρεσία, τους κωδικούς, τα όπλα, τα κοστούμια και να ζήσει έστω για λίγο χωρίς να κοιτάζει πίσω του. Η μοίρα του παίζει, όμως, άσχημο παιχνίδι με τη γυναίκα στην οποία χάρισε τα δάκρυά του, που, σε μια αξιομνημόνευτη σκηνή, μπαίνει με το κοστούμι του στο μπάνιο για να την αγαλλιάσει. Η Βέσπερ, με τα μαύρα, καιόμενα, γεμάτα μυστήριο μάτια της, θυσιάζει τελικά τη ζωή της για να σώσει τον πράκτορα της καρδιάς της. Ο Μποντ, μετά την απώλεια της Βεσπερ, δεν παράγγειλε ξανά Vesper και, βέβαια, η θλίψη πια ήταν μόνιμη στο πρόσωπό του. Από εκεί και πέρα, ακόμη και όταν χαμογελάει, μοιάζει σαν να θυμάται κάτι που δεν συγχωρεί στον εαυτό του.

Κάθε φορά που βλέπω το «Casino Royale» δακρύζω και έχω μια ακατάσχετη επιθυμία για Vesper Martini και χαβιάρι. Δεν ξέρω αν είναι η μουσική, το βλέμμα της Εύα Γκριν, η σκληρότητα του Κρεγκ ή το γεγονός ότι για λίγα λεπτά ο Μποντ μοιάζει να μπορεί να σωθεί από τον ίδιο του τον μύθο. Το χαβιάρι εκεί δεν είναι απλώς πολυτέλεια· είναι μια υπόσχεση λεπτότητας μέσα σε έναν κόσμο βίας. Μικροσκοπικά σφαιρίδια της θάλασσας, αλμυρά, λαμπερά, εύθραυστα, σαν τις στιγμές ευτυχίας που δεν προλαβαίνουν να κρατήσουν. Επιλογές στην Αθήνα για δοκιμές της θεσπέσιας αυτής λιχουδιάς θα βρείτε στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεταννία, ιδανικό χώρο για 007 πολυτέλειες, βαρύ σέρβις, χαμηλό φωτισμό και εκείνη την αίσθηση ότι κάποιος στο διπλανό τραπέζι μπορεί να μην είναι αυτός που λέει.
Και στο Rick’s στο Κεφαλάρι, που έχει κι αυτό μια αύρα Μποντ, λίγο κοσμοπολίτικη, λίγο κινηματογραφική, λίγο σαν σκηνή πριν από αποκάλυψη. Αλλά η αγαπημένη μου λιχουδιά είναι το μικροσκοπικό πεϊνιρλί με χαβιάρι στο Brutus. Δεν γεύεσαι, βέβαια, γενναία δόση, αλλά είναι μια μικρή αμαρτία ο συνδυασμός αυτός: ζύμη, βούτυρο, αλμύρα, πολυτέλεια και λαϊκή παρηγοριά μαζί. Το βάζω στο στόμα μου και φαντάζομαι ότι ο Τζέιμς και η Βέσπερ κάθονται στο διπλανό τραπέζι, σηκώνουν τα ποτήρια τους με το Vesper Martini και ο 007 μου κλείνει το μάτι, λέγοντάς μου ψιθυριστά ότι οι μύθοι δεν σβήνουν ποτέ αν δεν θέλεις. Και εγώ, πάντα πιο πρακτικός από τον Μποντ, σκέφτομαι ότι οι μύθοι ίσως χρειάζονται και λίγο ψωμί, λίγο χαβιάρι, λίγο αλκοόλ και κάποιον να τους θυμάται την ώρα που τρώει.