Τι έζησα στο ΚΤΕΛ πηγαίνοντας από Θεσσαλονίκη Αθήνα

Τι έζησα στο ΚΤΕΛ πηγαίνοντας από Θεσσαλονίκη Αθήνα

Μια διαδρομή 500 χιλιομέτρων στον οδικό άξονα του ελληνικού σουρεαλισμού.

Τι παθαίνεις όταν δεν κλείνεις εγκαίρως αεροπορικά εισιτήρια για να επιστρέψεις, ας πούμε, από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα; Δεν μπορείς να γυρίσεις με αεροπλάνο γιατί οι φτηνές πτήσεις δεν έχουν θέσεις και οι άλλες μισές που έχουν, έχουν πάει τις τιμές στα 10.000 πόδια ύψος. Καλά να πάθω βέβαια, γιατί των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν κι εγώ όχι απλώς δεν μαγείρεψα, δεν πήγα καν σούπερ μάρκετ. Να ’μαι λοιπόν στο ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης να περιμένω να επιστρέψω Αθήνα.

Το περιμένω στον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης (από εκεί ξεκινάει να ξέρετε), που είχα χρόνια να τον δω και είχα ξεχάσει πόσο 90s είναι. Αυτό το μέρος μυρίζει ακόμα φραπέ, φορμάικα και υπομονή.

Εκείνο που με τρέλανε βέβαια είναι ότι έχει έκθεση σε μια αίθουσα εντός. Σε αίθουσα κλειστή, βέβαια, με τζαμαρίες γύρω-γύρω.  Δηλαδή βλέπεις τα έργα μόνο απέξω, από απόσταση. Κοινώς, ό, τι καταφέρεις να δεις, είδες.

Η καλύτερη εικαστική εγκατάσταση όμως είναι μια τζαμένια βιτρίνα με ράφια, όπου έχουν εναποθέσει άδεια μπουκάλια νερού, ούζου, τσίπουρου και τόνους σκόνης. Δεν ξέρω τι θέλει να πει ο καλλιτέχνης εδώ, αλλά αυτά αγαπώ στη χώρα μας: την αυθαιρεσία που βαφτίζεται έκφραση.

Έχει και παρεκκλήσι ο σταθμός μέσα. Λογικό. Μια προσευχή την κάνεις πριν πάρεις το τρένο σ’ αυτή τη χώρα.

Τέλος πάντων, φτάνει το λεωφορείο, μπαίνουμε, ξεκινάμε. Και κάπου εκεί ξεκινά και η συλλογική εμπειρία. Το ΚΤΕΛ δεν είναι μεταφορικό μέσο, είναι κοινωνικό πείραμα. Ένα ριάλιτι χωρίς κάμερες, μια Ελλάδα σε συμπυκνωμένη μορφή.

Στα ηχεία του λεωφορείου παίζει όλη η σύγχρονη ποπ λαϊκή playlist του ελληνικού πενταγράμμου. Από χωρισμούς με πόνο μέχρι χωρισμούς με πόνο αλλά remix. Με το βγαίνουμε από τη Θεσσαλονίκη αρχίζουν να προβάλλονται και ταινίες. Τρεις ταινίες είδα μέχρι να φτάσω. Εγώ που ήμουν μπροστά-μπροστά, οι πίσω θέσεις ήθελαν κιάλια.

Μεταξύ Λάρισας και Λαμίας εμφανίζεται ηλεκτρονική σήμανση σε τεράστια ταμπέλα στην εθνική: «Ο δρόμος είναι κλειστός λόγω κινητοποιήσεων αγροτών».

Μιλάμε για πανικό στο πούλμαν.

Μα, αφού τελείωσαν!, λέει έντρομη μια επιβάτης.

Αν είναι κλειστός ο δρόμος θα πάθω κρίση πανικού!, λέει μια άλλη.

Μπορεί να ξέχασαν να αλλάξουν τη σήμανση, λέει άλλος.

Εκεί κατάλαβα πόσο η απεργία των αγροτών έχει γίνει ο φόβος και ο τρόμος του ταξιδιώτη που χρησιμοποιεί το οδικό δίκτυο. Κάποια στιγμή προσπερνάμε κι ένα τρακτέρ στα διόδια και ο πανικός χτυπάει κόκκινο.

-Μην αγχώνεστε, σήμερα αποχωρούν οι τελευταίοι, μόλις το διάβασα, ακούγεται μια φωνή από τη γαλαρία και χαλαρώνουμε.

Στις τρεις ώρες μια κυρία ρωτάει τον οδηγό σε πόση ώρα θα κάνει στάση. Για την ιστορία, σου λένε ότι κάνει στάση στα μισά της διαδρομής που υποθέτεις ότι θα είναι στο τρίωρο. Μόνο που κάθε καλό σενάριο έχει τουίστ και ο οδηγός μας ανατρέπει τα πάντα:

-Θα σταματήσουμε σε μια ώρα.

Η κυρία που ρώτησε παθαίνει πανικό που επίσης μεταδίδεται σε όλους. Δεύτερο κύμα αδρεναλίνης μας διαπερνάει, φωνές από παντού:

-Δεν θ’ αντέξουμε!

-Έχω την κύστη μου!

-Γιατί είναι κλειδωμένη η τουαλέτα του πούλμαν;

Και τότε έρχεται η επική απάντηση του οδηγού:

-Αν την ανοίξουμε, ποιος θα την καθαρίσει;

Κουνάς το κεφάλι σου για να συνειδητοποιήσεις τι είπε. Κι άλλες φωνές ολούθε μέσα στο πούλμαν: 

-Που να ξέρουμε ποιος θα την καθαρίσει;

-Εμείς πληρώνουμε ένα εισιτήριο, υποτίθεται έχουμε κάποιες παροχές.

Και ξανά επική απάντηση του οδηγού, με γέλιο λιτό, γεμάτο εμπειρία, γέλιο ανθρώπου που έχει απαντήσει δεκάδες φορές στο ίδιο λογικό ερώτημα με παράλογο τρόπο.

-Να σας πω ότι έχουν ξηλώσει την τουαλέτα, δεν υπάρχει καν τουαλέτα στο πούλμαν, είναι αποθήκη.

Ευτυχώς περνάμε τη Λαμία και η ώρα του κατουρήματος πλησιάζει. Μια κυρία από δίπλα θέλει απεγνωσμένα να πιάσει κουβέντα αλλά όλοι την γειώνουν ευγενικά. Γυρνάει απογοητευμένη προς το παράθυρο και αρχίζει να τραγουδάει μαζί με το ραδιόφωνο: «κάπου νυχτώνει κι ο ήλιος παγώνει…». Ο οδηγός τώρα το έχει γυρίσει στα έντεχνα. Για ισορροπία και κάθαρση. Για να κρατηθούμε όλοι μέχρι τη στάση και να μην κατουρηθούμε πάνω στα παλιοκαιρισμένα καθίσματα του λεωφορείου του.

Επιτέλους, σταματάμε μετά από τέσσερις ώρες. Όχι σε καινούργιο, γυαλιστερό, corporate rest stop της εθνικής. Σε παλιό καφέ-ρεστοράν, από αυτά που μοιάζουν να υπάρχουν εκεί από πάντα. Με ξύλινα τραπεζοκαθίσματα και καρό τραπεζομάντηλα, τοστ που μυρίζουν παιδική εκδρομή και τουαλέτες που έχουν δει γενιές Ελλήνων ταξιδιωτών. Ένα πεισματικό Όχι στον εκσυγχρονισμό. Μια επιμονή στον παλιό, καλό εαυτό μας, που παίρνει το ΚΤΕΛ για να πάει στον προορισμό του.

Παίρνω καφέ που είναι περισσότερο ιδέα καφέ παρά καφές και ένα κουλούρι που έχει ζήσει. Γυρίζουμε στο λεωφορείο. Συνεχίζουμε. Τα χιλιόμετρα φεύγουν, η Αθήνα πλησιάζει. Κανείς δεν πίνει νερό, πρέπει ν’ αντέξουμε ως το τέλος χωρίς τουαλέτα στο κατάστρωμα. Και με την πιθανότητα να κάνουμε άλλες τόσες ώρες με το που μπούμε Αθήνα, λόγω κίνησης.

Προφανώς και γίνεται έτσι. Προφανώς και έχει κίνηση στην Αθήνα. Και το μόνο που σε σώζει εκείνες τις δύσκολες ώρες, είναι να παρατηρείς έξω από το παράθυρο. Πού και πού έρχεται μπροστά σου κάτι ενδιαφέρον, όπως αυτό το φορτηγό με τα υπέροχα βελουδένια κουρτινάκια.

Εγώ δεν πήγα από Θεσσαλονίκη- Αθήνα. Πήγα από τον σύγχρονο εαυτό μου σ’ έναν αρχετυπικό ελληνικό εαυτό που κρύβεται μέσα μου, όπως κρύβεται μέσα σε όλους.

Την επόμενη φορά βέβαια θα κλείσω αεροπορικά εγκαίρως. Γιατί ο αρχετυπικός εαυτός μας, όσο ενδιαφέρον και να έχει, δεν είναι για χόρταση.

Σχετικά άρθρα