Όταν ο κίνδυνος δεν μοιάζει με κίνδυνο: Tι χρειάζεται να γνωρίζουμε για την προστασία των ορίων μας
Το «όχι» δεν είναι πρόσκληση για διαπραγμάτευση, δεν είναι αφορμή για πίεση, δεν είναι κάτι που πρέπει να αιτιολογήσεις μέχρι να εγκριθεί.
Περιεχόμενα
- Ο κακοποιητικός άνθρωπος δεν συστήνεται ως κακοποιητικός
- Τα μικρά «όχι» είναι συχνά το πρώτο τεστ
- Η χειραγώγηση δεν μοιάζει πάντα με χειραγώγηση
- Η ανάγκη να μας εγκρίνουν μπορεί να γίνει ευάλωτο σημείο
- Να εμπιστευόμαστε περισσότερο τη δυσφορία μας
- Να αντέχουμε τη δυσαρέσκεια του άλλου
- Να ξεχωρίζουμε τη συμπόνια από την αυτοθυσία
- Ένα πολύ πρακτικό κριτήριο: παρατηρήστε το μοτίβο, όχι το επεισόδιο
- Η απομόνωση είναι πάντα ένας παράγοντας κινδύνου
- Και το σημαντικότερο: αν δεν κατάλαβες, δεν σημαίνει ότι ήθελες
- Η πρόληψη δεν είναι φόβος. Είναι ελευθερία
Με αφορμή τη δημόσια καταγγελία για βιασμό που ήρθε τις τελευταίες ημέρες στο φως, είναι αναπόφευκτο να γεννηθούν μέσα σε πολλές γυναίκες δύσκολες ερωτήσεις.
«Πώς δεν το κατάλαβε;»
«Γιατί συνέχισε να τον βλέπει;»
«Γιατί δεν έφυγε από την πρώτη φορά;»
«Τι θα μπορούσε να είχε κάνει διαφορετικά;»
Είναι ανθρώπινες ερωτήσεις, αλλά συχνά κρύβουν ένα επικίνδυνο λάθος: την υπόθεση ότι, αν μια γυναίκα είχε προσέξει αρκετά, αν ήταν αρκετά καχύποπτη ή αρκετά αποφασιστική, θα μπορούσε πάντοτε να αποτρέψει τη βία.
Ας το πούμε όσο πιο καθαρά γίνεται: κανένα χαρακτηριστικό, καμία επιλογή, καμία αφέλεια, κανένα λάθος στην κρίση μιας γυναίκας δεν προκαλεί τον βιασμό. Τον βιασμό τον προκαλεί ο άνθρωπος που αποφασίζει να παραβιάσει τη συναίνεση και τα όρια ενός άλλου ανθρώπου. Υπάρχει όμως μια άλλη, εξίσου σημαντική συζήτηση που μπορούμε να κάνουμε. Όχι για να φορτώσουμε στις γυναίκες την ευθύνη της προστασίας τους, αλλά για να τις βοηθήσουμε να αναγνωρίζουν νωρίτερα τις δυναμικές κινδύνου.
Ο κακοποιητικός άνθρωπος δεν συστήνεται ως κακοποιητικός
Η πιο επικίνδυνη ιδέα που έχουμε για τη βία είναι ότι ο επικίνδυνος άνθρωπος είναι εύκολα αναγνωρίσιμος. Ότι θα είναι αγενής, θα φαίνεται απειλητικός, θα έχει «κάτι στο βλέμμα». Στην πραγματικότητα όμως, ένας άνθρωπος μπορεί να είναι κοινωνικά αγαπητός, ευφυής, μορφωμένος, πολιτικοποιημένος, καλλιεργημένος, επιτυχημένος, ακόμη και δημόσια τοποθετημένος υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ισότητας. Οι αξίες που δηλώνει κάποιος δεν είναι από μόνες τους πιστοποιητικό του τρόπου με τον οποίο φέρεται στις πιο ιδιωτικές του σχέσεις. Όλοι μας θέλουμε να πιστεύουμε ότι η δημόσια εικόνα ενός ανθρώπου είναι ένας αξιόπιστος χάρτης του εσωτερικού του κόσμου, πράγμα που δεν ισχύει πάντα.
Γι’ αυτό χρειάζεται να μάθουμε να παρατηρούμε λιγότερο τι λέει κάποιος για τον εαυτό του και περισσότερο πώς αντιδρά όταν δεν γίνεται αυτό που θέλει. Εκεί αποκαλύπτεται συχνά ο χαρακτήρας.
Πώς αντιδρά στο «όχι»;
Πώς αντιδρά στη διαφωνία;
Πώς αντιδρά όταν δεν έχει τον έλεγχο;
Πώς μιλά για τις πρώην συντρόφους του;
Πώς αντιμετωπίζει έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να του προσφέρει τίποτα;
Πώς φέρεται όταν εσύ βάζεις ένα όριο που τον απογοητεύει;
Η ευγένεια όταν όλα γίνονται όπως θέλουμε ή φτιάχνουμε τη δημόσια εικόνα μας, είναι εύκολη. Ο σεβασμός στα όρια είναι το πραγματικό τεστ.
Τα μικρά «όχι» είναι συχνά το πρώτο τεστ
Η παραβίαση των ορίων σπάνια ξεκινά, από την αρχή, με τη μεγαλύτερη δυνατή παραβίαση. Συχνά αρχίζει με μικρά πράγματα.
«Έλα μωρέ, μην είσαι υπερβολική».
«Αφού με αγαπάς, γιατί αρνείσαι;»
«Δεν με εμπιστεύεσαι;»
«Μια φορά σου ζήτησα κάτι».
«Με προσβάλλεις όταν λες όχι».
«Με κάνεις να νιώθω ότι δεν με θέλεις».
«Είσαι ψυχρή».
«Παρεξήγησες».
«Εγώ ξέρω καλύτερα τι εννοούσες».
Όταν ένας άνθρωπος αντιμετωπίζει το όριό σου ως πρόβλημα που πρέπει να λύσει, αντί ως πληροφορία που πρέπει να σεβαστεί, χρειάζεται προσοχή. Το «όχι» δεν είναι πρόσκληση για διαπραγμάτευση, δείναι αφορμή για πίεση, δεν είναι κάτι που πρέπει να αιτιολογήσεις μέχρι να εγκριθεί. Ένα ώριμο άτομο μπορεί να απογοητευτεί από ένα όριο, μπορεί να στενοχωρηθεί, να μη συμφωνεί, αλλά δεν θα σε τιμωρήσει γι’ αυτό.
Η χειραγώγηση δεν μοιάζει πάντα με χειραγώγηση
Ένας από τους λόγους που πολλές γυναίκες δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν μια κακοποιητική σχέση είναι ότι η χειραγώγηση δεν ξεκινά συνήθως με μια ταμπέλα που γράφει: «Προσοχή, χειρισμός». Ξεκινά συχνά με οικειότητα, με ενδιαφέρον, με έντονη προσοχή, με την αίσθηση ότι «αυτός ο άνθρωπος με καταλαβαίνει όπως κανείς άλλος». Μπορεί να υπάρξει μια γρήγορη δημιουργία εμπιστοσύνης, μια αίσθηση ιδιαίτερης σύνδεσης κι έπειτα μια σταδιακή μετατόπιση των ορίων. Κάποια στιγμή η γυναίκα μπορεί να βρεθεί να αναρωτιέται όχι «γιατί μου φέρεται έτσι;», αλλά «τι έκανα εγώ και τον στενοχώρησα;».
Αυτή είναι μια από τις πιο επικίνδυνες μετατοπίσεις! Όταν ο άλλος παραβιάζει ένα όριό σου και εσύ καταλήγεις να απολογείσαι επειδή το έβαλες, κάτι στη δυναμική χρειάζεται να εξεταστεί πολύ σοβαρά. Η ενοχή είναι ένα συναίσθημα, δεν είναι πάντοτε απόδειξη ενοχής. Το ότι νιώθω άσχημα επειδή είπα «όχι» δεν σημαίνει ότι έκανα κάτι κακό. Σημαίνει, ίσως, ότι έχω μάθει να συνδέω την αγάπη με την υποχώρηση.
Η ανάγκη να μας εγκρίνουν μπορεί να γίνει ευάλωτο σημείο
Πολλοί άνθρωποι, και ιδιαίτερα πολλές γυναίκες, έχουν μεγαλώσει με μια σχεδόν αόρατη εκπαίδευση: να είναι ευγενικές, να μη δυσαρεστούν, να μην προσβάλλουν, να κατανοούν, να δίνουν δεύτερες ευκαιρίες. Να είναι «καλά κορίτσια». Αυτό έχει πολλές φορές ως αποτέλεσμα κάτι παράδοξο: μια γυναίκα να αισθάνεται περισσότερο άβολα να γίνει αγενής απέναντι σε έναν άνθρωπο που την πιέζει, παρά εκείνος να αισθάνεται άβολα επειδή την πιέζει. Αυτό αξίζει να αλλάξει.
Δεν χρειάζεται να είσαι αγενής. Αλλά χρειάζεται να μπορείς να αντέξεις το γεγονός ότι κάποιος θα σε θεωρήσει αγενή επειδή δεν πήρε αυτό που ήθελε.
Δεν χρειάζεται να εξηγείς το «όχι» σου δέκα φορές.
Δεν χρειάζεται να αποδεικνύεις ότι έχεις δικαίωμα να μη θέλεις.
Δεν χρειάζεται να παραμένεις σε μια συζήτηση για να μην πληγώσεις τον άλλον.
Η ψυχική ωριμότητα δεν είναι να καταλαβαίνουμε όλους τους ανθρώπους.
Είναι να μπορούμε να καταλαβαίνουμε τους άλλους, χωρίς να εγκαταλείπουμε τον εαυτό μας.
Τι μπορούμε να δουλέψουμε μέσα μας; Όχι επειδή αν δεν το κάνουμε «φταίμε», αλλά επειδή η εσωτερική μας ενδυνάμωση μειώνει τα σημεία στα οποία ένας χειριστικός άνθρωπος μπορεί να πιαστεί.
Να εμπιστευόμαστε περισσότερο τη δυσφορία μας
Δεν μιλάμε για παράνοια ή μόνιμη καχυποψία, αλλά για κάτι απλό: όταν κάτι μέσα μας λέει επίμονα «αυτό δεν μου αρέσει», να μην σπεύδουμε πάντοτε να το ακυρώσουμε. Το σώμα και το συναίσθημα πολλές φορές αντιλαμβάνονται μια ασυμφωνία πριν μπορέσουμε να τη διατυπώσουμε λογικά. Δεν σημαίνει ότι κάθε αίσθηση κινδύνου είναι αλάνθαστη, αλλά ότι αξίζει να την εξετάσουμε. Η διαίσθηση δεν είναι μαγική δύναμη. Είναι συχνά η επεξεργασία και ο συνδυασμός μικρών πληροφοριών που δεν έχουμε ακόμη βάλει σε λέξεις.
Να αντέχουμε τη δυσαρέσκεια του άλλου
Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα ψυχολογικά «μαθήματα» ενηλικίωσης. Ο άλλος μπορεί να θυμώσει μαζί μου, να απογοητευτεί, να απομακρυνθει, να μη με εγκρίνει. Και παρ’ όλα αυτά, εγώ μπορώ να παραμείνω ασφαλής μέσα στην απόφασή μου. Όταν φοβόμαστε υπερβολικά την απόρριψη, γινόμαστε ευκολότερα χειραγωγίσιμοι. Η φράση «αν με αγαπούσες, θα…» έχει δύναμη μόνο όταν έχουμε μάθει να πιστεύουμε ότι πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να μη χάσουμε την αγάπη.
Να ξεχωρίζουμε τη συμπόνια από την αυτοθυσία
Το να κατανοώ ότι ένας άνθρωπος έχει τραύματα δεν σημαίνει ότι πρέπει να δέχομαι να με τραυματίζει. Για παράδειγμα, το ότι κάποιος είχε δύσκολη παιδική ηλικία δεν του δίνει δικαίωμα να παραβιάζει τα όριά μου. Το ότι κάποιος υποφέρει δεν σημαίνει ότι εγώ οφείλω να γίνω το δοχείο της βίας του: Μπορώ να κατανοώ χωρίς να παραμένω, να συμπονώ χωρίς να σώζω, να αγαπώ χωρίς να υποτάσσομαι.
Ένα πολύ πρακτικό κριτήριο: παρατηρήστε το μοτίβο, όχι το επεισόδιο
Όλοι μπορούμε να έχουμε μια κακή στιγμή, μια άστοχη κουβέντα, μια έναν καβγά, μια συμπεριφορά για την οποία μετανιώνουμε. Αυτό που έχει σημασία είναι το μοτίβο.
Ζητά συγγνώμη και αλλάζει πραγματικά συμπεριφορά ή ζητά συγγνώμη μόνο για να επαναλάβει το ίδιο;
Σέβεται το όριο ή το δοκιμάζει ξανά με διαφορετικό τρόπο;
Αναλαμβάνει ευθύνη ή βρίσκει πάντα κάποιον άλλο που φταίει;
Μετά από μια σύγκρουση νιώθεις ότι καταλαβαίνεις καλύτερα τι συνέβη ή νιώθεις πιο μπερδεμένη;
Η σύγχυση είναι πολλές φορές ένα συναίσθημα που αξίζει να πάρουμε στα σοβαρά. Οι υγιείς σχέσεις μπορεί να έχουν δυσκολίες, αλλά δεν σε αφήνουν μόνιμα να αναρωτιέσαι αν είσαι τρελή, υπερβολική ή ανίκανη να καταλάβεις την πραγματικότητα.
Η απομόνωση είναι πάντα ένας παράγοντας κινδύνου
Η βία ανθίζει ευκολότερα μέσα στη σιωπή, γι’ αυτό είναι σημαντικό να διατηρούμε ανθρώπους με τους οποίους μπορούμε να μιλήσουμε χωρίς ντροπή και να μη χάνουμε όλους τους φίλους μας μέσα σε μια σχέση. Να έχουμε ανθρώπους που μπορούν να μας πουν: «Αυτό που περιγράφεις δεν μου φαίνεται εντάξει», να μπορούμε να ζητήσουμε μια δεύτερη ματιά. Όχι επειδή οι άλλοι ξέρουν καλύτερα από εμάς τη ζωή μας, αλλά επειδή η χειραγώγηση λειτουργεί συχνά περιορίζοντας το οπτικό μας πεδίο.
Ένας άνθρωπος που σε αγαπά πραγματικά δεν φοβάται τους ανθρώπους που σε στηρίζουν, δεν προσπαθεί να σε αποκόψει από όσους σε αγαπούν, ούτε σε κάνει να ντρέπεσαι για το ότι μιλάς.
Και το σημαντικότερο: αν δεν κατάλαβες, δεν σημαίνει ότι ήθελες
Υπάρχει ένα τρομερά σκληρό είδος αυτοκατηγορίας που εμφανίζεται μετά την κακοποίηση.
«Γιατί πήγα;»
«Γιατί ξαναπήγα;»
«Γιατί δεν αντέδρασα;»
«Γιατί πάγωσα;»
«Γιατί δεν έφυγα;»
Επειδή ο ανθρώπινος εγκέφαλος, όταν βρεθεί απέναντι σε απειλή, δεν επιλέγει πάντα τη μάχη ή τη φυγή (fight/ flight/freeze). Μπορεί να παγώσει, να υποταχθεί προσωρινά, να προσπαθήσει να κατευνάσει τον επιθετικό. Μπορεί να μπερδευτεί, να χρειαστεί χρόνο για να καταλάβει τι ακριβώς του συνέβη.
Η καθυστερημένη κατανόηση δεν ακυρώνει την εμπειρία, ούτε η αδυναμία να αντιδράσεις όπως φανταζόσουν δεν σημαίνει συναίνεση. Η εμπιστοσύνη δεν είναι πρόσκληση για βία, ούτε η ευαλωτότητα άδεια εκμετάλλευσης: Το ότι ένας άνθρωπος δεν έμοιαζε επικίνδυνος, δεν σημαίνει ότι εσύ απέτυχες να δεις το προφανές. Μερικές φορές, δυστυχώς, δεν ήταν προφανές.
Η πρόληψη δεν είναι φόβος. Είναι ελευθερία
Δεν θέλω να ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι γυναίκες θα εκπαιδεύονται να υποψιάζονται κάθε άνδρα, ούτε σε έναν κόσμο όπου θα θεωρούμε ότι η ασφάλεια επιτυγχάνεται μόνο αν γίνουμε ψυχρές, δύσπιστες και διαρκώς σε επιφυλακή.
Η πρόληψη δεν είναι να φοβάσαι τους πάντες: Είναι να μην αγνοείς τον εαυτό σου για να καθησυχάσεις κάποιον άλλον.
Είναι να μπορείς να λες:
«Αυτό δεν μου αρέσει».
«Δεν θέλω».
«Θα φύγω τώρα».
«Δεν χρειάζεται να συμφωνήσουμε».
«Δεν σου χρωστάω πρόσβαση στο σώμα μου».
«Δεν χρειάζεται να αποδείξω ότι είμαι καλή για να με σεβαστείς».
Η δύναμη μιας γυναίκας δεν βρίσκεται στο να μπορεί να προβλέψει κάθε πιθανό κίνδυνο. Αυτό είναι αδύνατον. Βρίσκεται στο να χτίζει, σταδιακά, μια σχέση με τον εαυτό της τόσο σταθερή, ώστε όταν κάτι μέσα της λέει «όχι», να μην χρειάζεται ολόκληρος ο κόσμος να συμφωνήσει για να το πάρει στα σοβαρά.
Και, τελικά, αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη αλλαγή που μπορούμε να καλλιεργήσουμε: να σταματήσουμε να εκπαιδεύουμε τις γυναίκες να γίνονται πιο επιδέξιες στο να αποφεύγουν τους βιαστές και να αρχίσουμε, παράλληλα, να εκπαιδεύουμε την κοινωνία να μην παράγει, να μην δικαιολογεί και να μην προστατεύει ανθρώπους που παραβιάζουν τη συναίνεση.
Γιατί η πρόληψη δεν μπορεί ποτέ να είναι αποκλειστική ευθύνη του πιθανού θύματος, ούτε η ασφάλεια των γυναικών θα έρθει όταν μάθουμε όλες να φοβόμαστε καλύτερα. Θα έρθει όταν μάθουμε όλες να εμπιστευόμαστε περισσότερο τα όριά μας και όταν οι άνθρωποι και οι κοινωνίες γύρω μας πάψουν να δίνουν χώρο, δικαιολογίες και σιωπή σε όποιον τα παραβιάζει.