Όταν η αποφυλάκιση μετατρέπεται σε δεύτερη, άτυπη ποινή
Πώς η αποφυλάκιση γίνεται η αρχή ενός νέου -φαύλου- κύκλου, από τον εγκλεισμό… στον αποκλεισμό.
Περιεχόμενα
Στα λεξικά, αποφυλάκιση είναι η μέρα που οι πόρτες επιτέλους ανοίγουν και ο αποφυλακισθείς επιστρέφει στην κοινωνία. Στην πραγματικότητα, όμως, για πολλούς εξ αυτών είναι η μέρα που αρχίζει μια δεύτερη, άτυπη ποινή. Αυτή της διαλυμένης ενδεχομένως οικογένειας, της στέγης που δεν υφίσταται, των χρεών, της επί ματαίω αναζήτησης εργασίας, αλλά και του στίγματος που τους συνοδεύει − και θα τους συνοδεύει. Η φυλακή δεν τελειώνει με την έκτιση της ποινής. Καθώς η κοινωνική τιμωρία, μπορεί να συνεχιστεί για χρόνια − έως και πολλά χρόνια, με ό,τι επιπτώσεις μπορεί αυτό να επιφέρει.
Η Ελλάδα του 2026, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την επανένταξη περισσότερο ως μια προσπάθεια εκ μέρους του αποφυλακισθέντος. Πότε όμως η ατομική ευθύνη θα δώσει τη θέση της στην οργανωμένη κοινωνική συνευθύνη;
Οι αριθμοί πίσω από τις καγκελόπορτες
Τα τελευταία διαθέσιμα συγκρίσιμα ευρωπαϊκά στοιχεία του Συμβουλίου της Ευρώπης (για το 2025) κατέγραφαν στην Ελλάδα 11.586 κρατουμένους. Το 51,8% ήταν αλλοδαποί, το 5,4% γυναίκες – και για το 24,8% δεν είχε ακόμη εκδοθεί τελεσίδικη καταδίκη. Η δε επίσημη χωρητικότητα ανερχόταν στις 10.775 θέσεις. Το σύστημα, δηλαδή, λειτουργούσε περίπου στο 107,5% της χωρητικότητάς του.
Έναν χρόνο αργότερα, η εικόνα είχε γίνει ακόμα πιο πιεστική. Σύμφωνα με στοιχεία που διαβιβάστηκαν στη Βουλή, στις 29 Ιανουαρίου 2026 οι κρατούμενοι ανέρχονταν σε 13.530. Από αυτούς, οι 6.939 ήταν αλλοδαποί, δηλαδή το 51,3%. Στις 31 Δεκεμβρίου 2025 ο συνολικός αριθμός ήταν ακόμα υψηλότερος: 13.561. Σχεδόν 3.000 επιπλέον κρατούμενοι, μέσα σε ένα σύστημα που ήδη ασφυκτιούσε, και ασφυκτιά.
Και (να) μην ξεχνάμε ότι οι αριθμοί αυτοί αντιστοιχούν σε ανθρώπους. Σε ανθρώπους που, κάποια στιγμή, θα επιστρέψουν στην κοινωνία. H επανένταξη, ωστόσο, προϋποθέτει αποδοχή, χώρο, ευκαιρίες.
Ποιοι βρίσκονται μέσα στις ελληνικές φυλακές;
Η εικόνα του «τυπικού κρατουμένου» είναι πολύ πιο σύνθετη από το στερεότυπο του σκληρού εγκληματία. Στα στοιχεία του Συμβουλίου της Ευρώπης για το 2025, το 17,3% των καταδικασμένων κρατουμένων στην Ελλάδα εξέτιε ποινή για αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικά. Το 10,5% είχε καταδικαστεί για ανθρωποκτονία, συμπεριλαμβανομένης της απόπειρας, και το 17,4% για κλοπές.
Η ηλικιακή εικόνα παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον. Τον Ιανουάριο του 2025, οι ανήλικοι κάτω των 18 ετών αποτελούσαν περίπου το 0,7% , ενώ το 3,5% των κρατουμένων ήταν 65 ετών και άνω − γεγονός που επανέφερε στο προσκήνιο τις σοβαρές ελλείψεις του σωφρονιστικού συστήματος, μεταξύ άλλων και στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης.
Σε ένα ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον, ο υπερπληθυσμός, οι ελλείψεις σε υγειονομικό προσωπικό και οι δυσκολίες πρόσβασης σε εξειδικευμένες υπηρεσίες για όσους χρειάζονται συχνή ιατρική παρακολούθηση, φαρμακευτική αγωγή και εξειδικευμένη φροντίδα μπορούν να μετατρέψουν την καθημερινότητα σε μια διαρκή δοκιμασία.
Φυλακές και απεξάρτηση
Η πρόσβαση σε κατάλληλη θεραπεία για τους εξαρτημένους κρατουμένους αποτελεί κρίσιμο ζήτημα, για το οποίο θα έπρεπε να υπάρχουν επικαιροποιημένα και σαφή στοιχεία σε σχέση με τη διαθεσιμότητα των προγραμμάτων και τους χρόνους αναμονής. Η εξάρτηση δεν είναι ένα πρόβλημα που εξαφανίζεται με την έκτιση της ποινής. Όταν συνδέεται με την παραβατική διαδρομή ενός ανθρώπου, η αντιμετώπισή της απαιτεί συνεχή φροντίδα, θεραπευτική υποστήριξη και ουσιαστικό σχεδιασμό για την επιστροφή του στην κοινωνία.
Όταν ένας άνθρωπος αποφυλακίζεται χωρίς να έχει αντιμετωπίσει την εξάρτηση που, μοιραία, συνέβαλε στην παραβατική του διαδρομή, καλείται να ξεκινήσει από την αρχή, χωρίς να έχει εξασφαλίσει τα απαραίτητα εφόδια. Η έξοδός του, λοιπόν, τον εκθέτει σε έναν ακόμα κίνδυνο, αυτόν της υποτροπής.
Το στίγμα, αυτή η αόρατη φυλακή
Ο αποφυλακισθείς εξακολουθεί να προσδιορίζεται από το παρελθόν του, εγκλωβισμένος στην ταυτότητα του «πρώην κρατούμενου». Οι κοινωνικές σχέσεις μπορεί να έχουν διαρραγεί, οι οικογενειακοί δεσμοί να έχουν αποδυναμωθεί – αν όχι εντελώς διακοπεί. Και για ορισμένους, πρόκληση αποτελεί επίσης και η αποκατάσταση της σχέσης με τα παιδιά τους, αν και εφόσον αυτά υπάρχουν. Παράλληλα με όλα αυτά, ένας καθημερινός αγώνας για τα αυτονόητα: έγγραφα ταυτοποίησης, ΑΦΜ, τραπεζικός λογαριασμός, τυχόν φορολογικές εκκρεμότητες κ.ο.κ..
Διαδικασίες και δραστηριότητες της καθημερινής ζωής, οικείες για τους περισσότερους, για έναν αποφυλακισθέντα μετατρέπονται πολλές φορές σε δαιδαλώδη λαβύρινθο, ο οποίος ενδέχεται να λειτουργήσει και πλήρως αποθαρρυντικά, στην προσπάθειά του να επανενταχθεί.
Οι δομές στήριξης και τα εμπόδια στην πρόσβαση
Υπάρχουν δομές υποστήριξης, η πρόσβαση ωστόσο σε αυτές δεν είναι αυτονόητη. Η ελλιπής ενημέρωση, οι γραφειοκρατικές δυσκολίες και τα πρακτικά εμπόδια που προκύπτουν στην πορεία μπορούν να δυσχεράνουν την αναζήτηση και την εξασφάλιση της απαραίτητης βοήθειας.
Ο Ονήσιμος είναι μία από τις παλαιότερες οργανώσεις στην Ελλάδα. Από το 1982 στηρίζει άπορους κρατουμένους, αποφυλακισμένους και τις οικογένειές τους. Παρέχει υλική και οικονομική βοήθεια, είδη πρώτης ανάγκης, υποστήριξη για ενοίκια και λογαριασμούς, ενώ διαθέτει και δυνατότητα προσωρινής φιλοξενίας στην Αθήνα για ανθρώπους που αντιμετωπίζουν ζητήματα στέγασης. Βοηθάει, επίσης, σε πρακτικά ζητήματα, όπως η έκδοση ταυτότητας, η εγγραφή στη ΔΥΠΑ και η φορολογική δήλωση.
Η Διακονία Αποφυλακίσεως Απόρων Κρατουμένων «Η Οσία Ξένη», με μακρά παρουσία στον χώρο της στήριξης κρατουμένων, έχει συνδεθεί ιστορικά με την οικονομική ενίσχυση άπορων κρατουμένων και αποφυλακισθέντων, ακόμα και για δικαστικές ή άλλες οικονομικές εκκρεμότητες.
Η PRAKSIS απευθύνεται σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, μεταξύ των οποίων κρατούμενοι και αποφυλακισθέντες, παρέχοντας δωρεάν υπηρεσίες κοινωνικής, ιατρικής και νομικής υποστήριξης. Η λογική της είναι ακριβώς αυτή που απαιτεί η επανένταξη: όχι άλλη μία υπηρεσία, αλλά ένα πλέγμα υπηρεσιών που ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες αυτής.
Το ΚΕΘΕΑ διαθέτει εξειδικευμένες δομές για τοξικοεξαρτημένους κρατουμένους και αποφυλακισθέντες. Το ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ και το ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ λειτουργούν με στόχο όχι μόνο την απεξάρτηση αλλά και την κοινωνική επανένταξη, με υποστήριξη σε εργασιακά, νομικά, εκπαιδευτικά και οικογενειακά ζητήματα.
Η ΔΥΠΑ αντιμετωπίζει τους αποφυλακισθέντες ως ειδική και ευάλωτη κοινωνική ομάδα. Υπάρχει ειδικό βοήθημα για όσους πληρούν τις προϋποθέσεις, ενώ δύνανται να συμμετέχουν σε δράσεις απασχόλησης, κατάρτισης και συμβουλευτικής. Η αίτηση για το ειδικό βοήθημα οφείλει να πραγματοποιηθεί εντός δύο μηνών από τη λήξη της στερητικής της ελευθερίας ποινής.
Το Δίκτυο Στήριξης Φυλακισμένων και Αποφυλακισμένων Γυναικών επικουρεί μια άλλη ιδιαίτερα ευάλωτη ομάδα: γυναίκες που έχουν βιώσει τον εγκλεισμό, συχνά μαζί με ζητήματα μητρότητας, έμφυλης βίας, εξάρτησης, στέγασης και οικονομικής επιβίωσης. Διαθέτει, μεταξύ άλλων, ξενώνα και δράσεις εκπαίδευσης και επαγγελματικής ενδυνάμωσης.
Από το 2025 υπάρχει πλέον και ένας επίσημος οδηγός της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής, το «ΜΕΤΑ – Τα δικαιώματα των αποφυλακισμένων», που συγκεντρώνει πληροφορίες για δικαιώματα, παροχές και διαθέσιμες δομές.
Επανένταξη και εργασία: από τη θεωρία στην πράξη
Η εργασία αποτελεί, ή μάλλον, θα έπρεπε να αποτελεί βασικό εργαλείο επανένταξης και πρόληψης. Καθώς προσφέρει πέρα από εισόδημα, κοινωνικούς δεσμούς και σταθερότητα. Το στίγμα και το κενό, όμως, στο βιογραφικό, δυσκολεύουν σημαντικά την πρόσβαση των αποφυλακισθέντων στην αγορά.
Η ΔΥΠΑ διαθέτει προγράμματα επιχορήγησης επιχειρήσεων για την πρόσληψή τους. Το κρίσιμο ερώτημα, βέβαια, είναι κατά πόσο αξιοποιούνται αλλά και πόσοι αποφυλακισθέντες μπορούν πράγματι να τα διεκδικήσουν – αφού, συχνά, δεν διαθέτουν ούτε τα απαραίτητα έγγραφα, ούτε σταθερή κατοικία, ούτε κάποιο υποστηρικτικό δίκτυο. Η ύπαρξη ενός προγράμματος δεν αρκεί, αν δεν φτάνει στους ανθρώπους που το έχουν ανάγκη.
Η επανένταξη ως ευθύνη της κοινωνίας
Η προετοιμασία για την επανένταξη οφείλει να προηγείται της εξόδου από τα σωφρονιστικά ιδρύματα − ιδανικά με την κατάρτιση ενός εξατομικευμένου σχεδίου που θα διασφαλίζει την έκδοση των απαραίτητων εγγράφων, τη στέγαση, την πρόσβαση στην εκπαίδευση και την εργασία, την ψυχοκοινωνική υποστήριξη, αλλά και τη διασύνδεση με θεραπευτικές δομές, για όσους αντιμετωπίζουν εξαρτήσεις. Παράλληλα, η αποκατάσταση των οικογενειακών δεσμών, όπου αυτό είναι ασφαλές και εφικτό, μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα για την ομαλή επιστροφή στην κοινωνική ζωή.
Ωστόσο, ακόμα και οι πιο ολοκληρωμένες παρεμβάσεις κινδυνεύουν να παραμείνουν κενό γράμμα, αν δεν υπάρξει ένας σταθερός «άνθρωπος αναφοράς», που θα αναλάβει να καθοδηγήσει τον αποφυλακισθέντα στα πρώτα του βήματα. Γιατί η πρόσβαση στις υπηρεσίες δεν εξασφαλίζεται με την απλή προσθήκη των στοιχείων του σε έναν μακροσκελή κατάλογο. Απαιτεί συντονισμό, αλλά και συνέπεια.
Ο κόσμος της φυλακής είναι σκληρός· εκείνος, όμως, που περιμένει τον αποφυλακισθέντα έξω από τα τείχη της, συχνά -αν όχι πάντα- δεν δείχνει περισσότερη επιείκεια. Γραφειοκρατία, οικονομική επισφάλεια, αποκλεισμός, είναι μόνο κάποια από τα εμπόδια στα οποία σκοντάφτει. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αποφυλάκιση δεν συνεπάγεται κατ’ αποκλειστικότητα και επανένταξη. Αλλά την αρχή ενός νέου -φαύλου- κύκλου, μιας νέας διαδρομής: από τον εγκλεισμό… στον αποκλεισμό.
Η πραγματική δικαιοσύνη δεν εξαντλείται στην επιβολή μιας ποινής. Εντοπίζεται, κυρίως, στη δυνατότητα ενός ανθρώπου να επιστρέψει στην κοινωνία με όρους αξιοπρέπειας − χωρίς η προηγούμενη καταδίκη του να μετατρέπεται σε ισόβιο κοινωνικό στίγμα και η επόμενη φυλάκιση, σε αναπόφευκτη κατάληξη.
Το δικαίωμα σε μια νέα αρχή
Η δεύτερη ευκαιρία δεν μπορεί να αποτελεί μια κενή θεσμική διακήρυξη. Οφείλει να εδράζεται σε ένα συνεκτικό θεσμικό πλαίσιο, με σαφείς άξονες παρέμβασης και διαρκείς μηχανισμούς υποστήριξης. Διαφορετικά, η αποφυλάκιση σηματοδοτεί, απλώς, την τυπική λήξη της έκτισης. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι μόνο να αφήσουν οι αποφυλακισθέντες πίσω το παρελθόν τους, αλλά να τους επιτραπεί να χτίσουν το μέλλον τους. Πέρα από αναφαίρετο δικαίωμα τους, αποτελεί και μια μακροπρόθεσμη επένδυση της πολιτείας στην κοινωνική συνοχή.