Γυναικοκτονίες στην Ελλάδα: Η αναγνώριση του όρου είναι μόνο το πρώτο βήμα
Έργο τέχνης για την ενδοοικογενειακή βία, Βόνη © Unsplash

Γυναικοκτονίες στην Ελλάδα: Η αναγνώριση του όρου είναι μόνο το πρώτο βήμα

Στην Ελλάδα του 2026 καταγράφονται 100 έως 120 καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας την ημέρα. Γιατί η αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία» είναι μόνο η αφετηρία για την πρόληψη.

Η συζήτηση γύρω από τον όρο «γυναικοκτονία» υπερβαίνει το ζήτημα της απλής κατονομασίας. Αφορά, πρώτα και πάνω από όλα, τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία επιλέγει να περιγράψει και τελικώς, να αντιμετωπίσει ένα πολύ συγκεκριμένο φαινόμενο βίας. Γιατί ό,τι δεν κατονομάζεται, συχνά παραμένει στη σκιά. Και ό,τι παραμένει στη σκιά, δύσκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη σοβαρότητα και την αποτελεσματικότητα που απαιτείται.

Η χρήση του όρου «γυναικοκτονία» δεν αποσκοπεί στην ιεράρχηση της αξίας της ανθρώπινης ζωής με βάση το φύλο. Επιχειρεί να περιγράψει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο εγκληματικής συμπεριφοράς: τη δολοφονία μιας γυναίκας ως κατάληξη ενός αδυσώπητου κύκλου πολυεπίπεδης βίας και ελέγχου.

Η αναγνώριση του όρου δεν είναι μόνο ζήτημα γλωσσικό. Είναι ζήτημα καταγραφής, επιστημονικής μελέτης και σχεδιασμού αποτελεσματικών πολιτικών πρόληψης.

Από τη γέννηση του όρου στη διεθνή αναγνώριση

Ο όρος «γυναικοκτονία» δεν αποτελεί πρόσφατο νεολογισμό, δεν πρόκειται για εφεύρημα της σύγχρονης δημόσιας συζήτησης. Παρότι η λέξη είχε εμφανιστεί νωρίτερα, η σύγχρονη κοινωνιολογική και εγκληματολογική της σημασία διαμορφώθηκε κυρίως μέσα από το έργο της πρωτοπόρου κοινωνιολόγου και εγκληματολόγου Νταϊάνα Ράσελ.

Η Ράσελ ανέδειξε τη χρήση του όρου το 1976, στο 1o Διεθνές Δικαστήριο για τα Εγκλήματα κατά των Γυναικών, στις Βρυξέλλες, επισημαίνοντας ότι οι δολοφονίες γυναικών δεν μπορούν πάντοτε να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένες εγκληματικές πράξεις, αποκομμένες από το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνουν.

Το 1992, μαζί με τη Τζιλ Ράντφορντ, στο έργο Γυναικοκτονία: Πολιτικοποιώντας τη θανάτωση των γυναικών (1992), συνέβαλαν καθοριστικά στη διεθνή επιστημονική συζήτηση γύρω από το φαινόμενο.

Σήμερα, ο όρος χρησιμοποιείται από διεθνείς οργανισμούς, όπως τα Ηνωμένα Έθνη, στο πλαίσιο της ανάλυσης της έμφυλης βίας, ενώ παράλληλα, αρκετές χώρες έχουν προχωρήσει σε ειδικές μορφές καταγραφής ή νομικής αναγνώρισης, θεωρώντας ότι η κατανόηση του κινήτρου και των συνθηκών ενός εγκλήματος αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την πρόληψή του.

Στην Ελλάδα, ωστόσο, η συζήτηση παραμένει ανοιχτή. Η γυναικοκτονία δεν αποτελεί αυτοτελές ποινικό αδίκημα και δεν υπάρχει ξεχωριστό επίσημο κρατικό μητρώο που να καταγράφει τις δολοφονίες γυναικών με βάση το πιθανό έμφυλο κίνητρο. Αυτό δημιουργεί ένα σημαντικό θεσμικό κενό. Γιατί χωρίς συστηματική καταγραφή, η Πολιτεία αδυνατεί να σχεδιάσει στοχευμένες πολιτικές αντιμετώπισης.

Ελληνική πραγματικότητα: Η βία πίσω από τους αριθμούς

Σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας, η ενδοοικογενειακή βία εξακολουθεί να καταγράφεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα στην Ελλάδα. Το 2024 καταγράφηκαν 18.598 υποθέσεις, ενώ το πρώτο μόνο δεκάμηνο του 2025 είχαν, ήδη, καταγραφεί 19.350. Τα θύματα ξεπέρασαν τις 22.000, με τις γυναίκες να αποτελούν περίπου τα τρία τέταρτα.

Η εικόνα του 2026 δεν επιτρέπει ακόμη έναν πλήρη ετήσιο απολογισμό. Τα διαθέσιμα στοιχεία, ωστόσο, δείχνουν ότι το φαινόμενο παραμένει έντονο, καθώς καταγράφονται περίπου 100 έως 120 καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας την ημέρα.

Ιδιαίτερα ανησυχητικός παραμένει ο αριθμός των γυναικοκτονιών. Σύμφωνα με το Ελληνικό Τμήμα του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τη Γυναικοκτονία, καταγράφηκαν 20 το 2024 και 21 το 2025, ενώ έως τα τέλη Αυγούστου του 2026 είχαν καταγραφεί 14, με το περιστατικό της Ηγουμενίτσας στις 20 Σεπτεμβρίου να προστίθεται στη μαύρη αυτή λίστα και να ανεβάζει τον συνολικό αριθμό στις 15.

Η εικόνα αυτή αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία αν συγκριθεί με τα ποσοστά εγκληματικότητας εν γένει. Οι ανθρωποκτονίες μειώθηκαν από 74 το 2024 σε 64 το 2025, γεγονός που διαψεύδει το σενάριο μιας καθολικής έκρηξης της εγκληματικότητας. Στον αντίποδα, η ενδοοικογενειακή βία παρουσιάζει μια ανησυχητική σταθερότητα. Το συγκεκριμένο φαινόμενο μοιάζει αποσυνδεδεμένο από τη γενικότερη πορεία των εγκληματικών δεικτών, επιβεβαιώνοντας ότι απαιτούνται πιο δραστικές παρεμβάσεις, αυξημένη προστασία των θυμάτων και εξειδικευμένες δομές πρόληψης.

Η πρόληψη δεν μπορεί να ξεκινά μετά την απώλεια μιας ζωής

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα στη συζήτηση για τις γυναικοκτονίες είναι η πρόληψη. Οι δολοφονίες αυτές σπανίως αποτελούν εντελώς απρόβλεπτα γεγονότα. Σε πολλές περιπτώσεις έχει προηγηθεί κακοποίηση, ακόμα και καταγγελίες που δεν αξιολογήθηκαν επαρκώς.

Η μεγάλη πρόκληση για την Πολιτεία είναι η έγκαιρη αναγνώριση του κινδύνου και η ορθή αξιολόγηση της σοβαρότητάς του.

Αυτό απαιτεί: • Συστηματική εκπαίδευση αστυνομικών και δικαστικών λειτουργών • Καλύτερη αξιολόγηση επικινδυνότητας (μετά από κάθε καταγγελία) • Ταχύτερες διαδικασίες προστασίας των θυμάτων • Ουσιαστικό συντονισμό όλων των υπηρεσιών

Η αντιμετώπιση της βίας δεν μπορεί να περιορίζεται στην τιμωρία του δράστη μετά την τέλεση του εγκλήματος. Η αποτροπή της κλιμάκωσης πριν αυτή οδηγήσει σε μη αναστρέψιμες συνέπειες, οφείλει να είναι βασικό ζητούμενο.

Panic Button: Ένα σημαντικό εργαλείο, αλλά όχι η λύση

Η εφαρμογή του Panic Button αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα στην προστασία θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας. Η δυνατότητα άμεσης ειδοποίησης των Αρχών μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη σε μια στιγμή κινδύνου, ιδιαίτερα όταν το θύμα δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τηλεφωνική κλήση.

Ωστόσο, η τεχνολογία δεν δύναται να υποκαταστήσει μια ολοκληρωμένη πολιτική προστασίας. Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν υπάρχει ένας μηχανισμός άμεσης ειδοποίησης. Το ζήτημα είναι πόσο γρήγορα ανταποκρίνονται οι Αρχές, πόσο αποτελεσματικά εφαρμόζονται τα μέτρα προστασίας αλλά και πώς αξιολογείται ένας δράστης που έχει ήδη εμφανίσει κακοποιητική συμπεριφορά.

Το Panic Button είναι ένα πολύτιμο εργαλείο. Δεν αποτελεί όμως, επ’ ουδενί, υποκατάστατο της πρόληψης.

Η σιωπή του κοινωνικού περίγυρου: η ανοχή που γίνεται συνενοχή

Η ευθύνη δεν αφορά μόνο τους κρατικούς μηχανισμούς. Η ευθύνη είναι συλλογική. Για δεκαετίες, η ενδοοικογενειακή βία εκτυλισσόταν κεκλεισμένων των θυρών. Η αντίληψη ότι «κανείς δεν πρέπει να ανακατεύεται» καλλιέργησε τη σιωπή και, μοιραία, ενίσχυσε την απομόνωση των θυμάτων.

Πολύ συχνά, το περιβάλλον υποψιάζεται ή γνωρίζει. Παρατηρεί αλλαγές στη συμπεριφορά, αντιλαμβάνεται σημάδια ελέγχου ή φόβου, γίνεται μάρτυρας ύποπτων ή βίαιων περιστατικών.

Ωστόσο… επιλέγει τη σιωπή. Άλλοτε από αμηχανία, άλλοτε από φόβο, άλλοτε επειδή εξακολουθεί να θεωρεί ότι πρόκειται για «προσωπική υπόθεση»…

Η ρόλος των ΜΜΕ: όταν οι λέξεις «ξεπλένουν» το έγκλημα

Σημαντική ευθύνη φέρουν δυστυχώς και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Πομπώδεις εκφράσεις όπως «έγκλημα πάθους», «τυφλωμένος από ζήλια» ή «οικογενειακή τραγωδία» δεν περιγράφουν απλώς ένα περιστατικό· διαμορφώνουν και τον τρόπο με τον οποίο, εν τέλει, αυτό γίνεται αντιληπτό. Μετατοπίζουν την προσοχή σε μια υποτιθέμενη στιγμιαία συναισθηματική έκρηξη, επισκιάζοντας έτσι το ευρύτερο πλαίσιο και το ενδεχόμενο ενός προϋπάρχοντος μοτίβου βίας.

Η δολοφονία μιας γυναίκας δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα… «πάθους». Ούτε πρόκειται για αναπόφευκτη κατάληξη μιας σχέσης που οδηγήθηκε σε αδιέξοδο (και αλίμονο αν την αντιμετωπίζαμε ως τέτοια). Είναι μια εγκληματική πράξη με σαφή υπαιτιότητα του δράστη. Η σωστή, λοιπόν, χρήση της γλώσσας δεν αποτελεί λεπτομέρεια αλλά κρίσιμο εργαλείο κατανόησης του φαινομένου – μακριά από εξωραϊσμούς, κοινοτοπίες και αναχρονιστικά στερεότυπα.

Και στην Ευρώπη τι γίνεται;

Στην Ευρώπη, αν και τα ποσοστά είναι χαμηλότερα σε σχέση με άλλες περιοχές του κόσμου, η εικόνα εξακολουθεί να προκαλεί έντονη ανησυχία. Τα πλέον πρόσφατα στοιχεία του ΟΗΕ αποκαλύπτουν μια διάχυτη κρίση, η οποία μάλιστα αποκτά ακόμα πιο εφιαλτικές διαστάσεις σε παγκόσμιο επίπεδο, αφού κάθε 10 λεπτά, μια γυναίκα ή ένα κορίτσι δολοφονείται από τον σύντροφό της ή από κάποιο μέλος της οικογένειάς της. Αυτό σημαίνει ότι κατά μέσο όρο χάνουν τη ζωή τους 137 γυναίκες την ημέρα, αποδεικνύοντας ότι η έμφυλη βία παραμένει μια παγκόσμια, ανεπούλωτη πληγή που δεν γνωρίζει σύνορα.

Γυναικτονίες στην Ευρώπη (2025): 🔴 Σχεδόν 3.000 γυναίκες δολοφονήθηκαν στην Ευρώπη το 2024, με τα δεδομένα του 2025 να δείχνουν σταθερότητα 🔴 76% των θυμάτων δολοφονήθηκαν από νυν ή πρώην σύντροφο 🔴 Στην ΕΕ: 4,1 γυναίκες ανά εκατομμύριο κατοίκων ως θύματα ενδοοικογενειακής ανθρωποκτονίας 🔺 Υψηλότερες αναλογίες: Λετονία, Λιθουανία, Αυστρία 🔻 Χαμηλότερες αναλογίες: Ελλάδα, Ισπανία, Ολλανδία

Παγκόσμια αναγνώριση:

Περισσότερες από 20 χώρες παγκοσμίως έχουν αναγνωρίσει νομικά τη γυναικοκτονία. Σε ορισμένες περιπτώσεις αναγνωρίζεται ως ξεχωριστό ποινικό αδίκημα, ενώ σε άλλες η έμφυλη διάσταση της ανθρωποκτονίας λαμβάνεται υπ’ όψιν μέσω ειδικών διατάξεων και αυστηρότερων ποινών.

Τα τελευταία χρόνια, αρκετές χώρες, μεταξύ των οποίων το Βέλγιο, η Ιταλία, η Κύπρος, η Κροατία και η Μάλτα, έχουν υιοθετήσει διαφορετικά νομικά μοντέλα για την αναγνώριση του φαινομένου. Πιο συγκεκριμένα:

Βέλγιο: νομοθετικό πλαίσιο για την πρόληψη και την καταγραφή της γυναικοκτονίας Ιταλία: αυτοτελής ποινική διάταξη για τη γυναικοκτονία, με ποινές που φτάνουν έως και την ισόβια κάθειρξη Κροατία: αυτοτελές ποινικό αδίκημα Κύπρος: αναγνώριση στο εθνικό ποινικό πλαίσιο, με δυνατότητα επιβολής ισόβιας κάθειρξης Μάλτα: επιβαρυντική περίσταση

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει επανειλημμένως ζητήσει την αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως αυτοτελούς αδικήματος σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, τονίζοντας ότι μια κοινή προσέγγιση θα βελτίωνε τη συλλογή στοιχείων και την πρόληψη. Σήμερα, η καταγραφή στην Ευρώπη παραμένει κατακερματισμένη – καθώς συναντάμε διαφορετικά κριτήρια από χώρα σε χώρα, γεγονός που δυσκολεύει τη σύγκριση και την αξιολόγηση.

Οι ερευνητές επισημαίνουν, διαρκώς, ότι οι γυναικοκτονίες -στην πλειοψηφία τους- δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά. Συχνά, έχουν προηγηθεί σημάδια κακοποιητικής συμπεριφοράς, όπως ο έλεγχος, οι απειλές, η παρακολούθηση, ενώ τα τελευταία χρόνια η βία εκδηλώνεται ολοένα και περισσότερο και στον ψηφιακό χώρο.

Σύμφωνα με επίσημες εκθέσεις των Ηνωμένων Εθνών, το σπίτι εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο επικίνδυνα περιβάλλοντα για τις γυναίκες παγκοσμίως. Ένα θλιβερό στοιχείο το οποίο, αδιαμφισβήτητα, χρήζει περαιτέρω διερεύνησης.

Η αναγνώριση, λοιπόν, του όρου «γυναικοκτονία» δεν σηματοδοτεί το τέλος της συζήτησης, αλλά την αφετηρία μιας βαθύτερης και ουσιαστικότερης προσπάθειας κατανόησης και πρόληψης του φαινομένου. Μια κοινωνία δεν κρίνεται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο τιμωρεί το έγκλημα, κρίνεται και από το αν έκανε, όντως, όσα μπορούσε προκειμένου να το αποτρέψει.

Σχετικά άρθρα