Τελικά, πόσο αστείοι είμαστε οι Έλληνες;

Τελικά, πόσο αστείοι είμαστε οι Έλληνες;

Τα ευρήματα μιας έρευνας αποκαλύπτουν πολλά για την κουλτούρα και την κοινωνία μας (και ίσως γιατί έχουμε τόσους stand-up comedians).

Πόσο γοητευτικό είναι σε έναν άνθρωπο να μπορεί να διαχειρίζεται με χιούμορ τις αναποδιές και τις δυσκολίες αυτής της ζωής; Είτε με την μορφή αυτοσαρκασμού, είτε με μια δυναμική ατάκα, το χιούμορ έχει την δυνατότητα να αλλάζει τα vibes της εκάστοτε στιγμής με έναν τρόπο μαγικό. Σε καθημερινό επίπεδο μπορεί να λειτουργήσει ως τρόπος να γνωριστείς με κάποιον, να σπάσεις τον πάγο σε μια αμήχανη στιγμή ή να πεις κάτι που κανονικά θα προκαλούσε καβγά, αλλά με τέτοιο τρόπο που να κάνει το προσβλητικό να φαίνεται χαριτωμένο.

Μπορεί, επίσης, να γίνει ένας εύσχημος τρόπος να παραδεχτείς ότι η ζωή δεν εξελίσσεται ακριβώς όπως θα ήθελες χωρίς να φαίνεσαι μίζερος και απαισιόδοξος. Στην Ελλάδα, βέβαια, έχουμε αναπτύξει έναν αρκετά αποτελεσματικό μηχανισμό αντιμετώπισης τέτοιων καταστάσεων. Έχουμε την τάση να διακωμωδούμε ακόμα και τις πιο απελπιστικές καταστάσεις, ίσως γιατί μόνο έτσι μπορείς να επιβιώσεις την σήμερον ημέρα. Το χιούμορ, άλλωστε, είναι περίεργη υπόθεση. Και επειδή έχουμε μια ιδιαίτερη σχέση με την γκρίνια αλλά και τον αυτοσαρκασμό εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς: Είμαστε πράγματι ένας από τους πιο αστείους λαούς του κόσμου ή απλώς έχουμε μάθει να γελάμε με τα χάλια μας;

Ποιος γελάει καλύτερα; Η έρευνα που έβαλε 30 χώρες στο μικροσκόπιο

Μια έρευνα επιχείρησε να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, κατατάσσοντας 30 χώρες με βάση τον τρόπο με τον οποίο οι κάτοικοί τους χρησιμοποιούν το χιούμορ στην καθημερινότητά τους. Πριν ξεκινήσω να αναφέρω τα ευρήματα οφείλω να διευκρινίσω πως η έρευνα δεν έβαλε τους λαούς να διαγωνιστούν στο ποιος λέει τα καλύτερα ανέκδοτα, ούτε κάλεσε μια διεθνή επιτροπή να αποφασίσει ποιος έχει το πιο πετυχημένο χιούμορ. Εξέτασε τέσσερις διαφορετικούς τρόπους. Το πως χρησιμοποιούμε το χιούμορ για ερχόμαστε πιο κοντά με τους άλλους, για να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες, για να πειράζουμε τους γύρω μας και για να κάνουμε πλάκα με τον ίδιο μας τον εαυτό. Με λίγα λόγια, δεν μετρήθηκε ποιος μπορεί να κάνει μια ολόκληρη παρέα να ξεκαρδιστεί, αλλά πόσο κεντρικό ρόλο παίζει το χιούμορ στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων ως κοινωνικό εργαλείο επικοινωνίας. Έτσι και αλλιώς το χιούμορ είναι κάτι αρκετά υποκειμενικό και σίγουρα υπάρχουν αστεία τα οποία την ίδια στιγμή μπορεί να προκαλούν σε κάποιους νευρικό γέλιο και σε κάποιους άλλους αδιαφορία και κρυάδα.

Τελικά, το καλύτερο χιούμορ δεν μιλάει απαραίτητα αγγλικά

Στην πρώτη θέση της κατάταξης βρίσκονται οι Τσέχοι, ενώ ακολουθούν οι Πορτογάλοι και οι Ιρλανδοί και οι Βέλγοι, ενώ η Ελλάδα καταγράφει την ίδια βαθμολογία με τη Χιλή, μοιραζόμενη την 5η θέση. Αν μη τι άλλο, η πρώτη θέση των Τσέχων αποτελεί μια μικρή έκπληξη για όσους έχουν συνηθίσει να συνδέουν το χιούμορ κυρίως με τους Αμερικανούς ή έστω τους Βρετανούς κωμικούς που βλέπουμε στην τηλεόραση. Σύμφωνα με την περιγραφή της έρευνας, το τσεχικό χιούμορ χαρακτηρίζεται από ειρωνεία, σαρκασμό και αυτοσαρκασμό, συχνά με έναν πιο στεγνό τρόπο που δεν χρειάζεται φωνές και υπερβολικές εκφράσεις. Οι Βρετανοί, που έχουν χτίσει ολόκληρη παράδοση γύρω από το ιδιαίτερο, συχνά σαρκαστικό χιούμορ τους, βρίσκονται στη 18η θέση.

Από τα κιλά μέχρι το κράτος: Στην Ελλάδα όλα γίνονται ανέκδοτο

Τα νέα για την Ελλάδα είναι, πάντως, αρκετά καλά. Βρισκόμαστε στην πέμπτη θέση κάτι που μας κατατάσσει ανάμεσα στις χώρες με την υψηλότερη συνολική βαθμολογία στη μελέτη. Το ελληνικό χιούμορ περιγράφεται ως γρήγορο, συναισθηματικά εκφραστικό και σε μεγάλο βαθμό αυτοσαρκαστικό. Σύμφωνα με την περιγραφή, το χρησιμοποιούμε για να ερχόμαστε πιο κοντά με τους άλλους, να αφηγούμαστε ιστορίες και να αντιμετωπίζουμε τις καταστάσεις της καθημερινότητας.

Αν το σκεφτούμε λίγο, δεν είναι και τόσο δύσκολο να καταλάβουμε τι εννοεί. Έχουμε την τάση να αφηγούμαστε τα πάντα σαν μικρές ιστορίες, να αναπαριστούμε διαλόγους, να μιμούμαστε ανθρώπους και να δίνουμε έμφαση στις πιο παράλογες λεπτομέρειες μιας κατάστασης. Μερικές φορές, μάλιστα, η ιστορία γίνεται καλύτερη σε κάθε επανάληψη, αν υπολογίσουμε ότι ο αφηγητής έχει την τάση προσθέσει και λίγη σάλτσα για να βελτιώσει την πλοκή και το σενάριο της αφήγησης. Η λεγόμενη ποιητική αδεία. Στην Ελλάδα, άλλωστε, μια συνηθισμένη συζήτηση μπορεί να περάσει από την ακρίβεια και την πολιτική μέχρι το τελευταίο οικογενειακό δράμα, με ενδιάμεσες δόσεις ειρωνείας και ατάκες που κάποιος θα θυμάται και θα επαναλαμβάνει για τους επόμενους έξι μήνες.

Βέβαια, το ότι βρισκόμαστε στην πέμπτη θέση δεν σημαίνει ότι όλοι οι Έλληνες είναι γεννημένοι κωμικοί ή ότι κάθε ελληνική παρέα αποτελεί ένα άτυπο comedy club. Όλοι έχουμε γνωρίσει ανθρώπους που λένε ένα αστείο και μετά σπεύδουν να το εξηγήσουν, καταστρέφοντας με εντυπωσιακή συνέπεια ακόμη και την παραμικρή πιθανότητα να γελάσει κανείς. Υπάρχουν, επίσης, εκείνοι που θεωρούν ότι έχουν αστείρευτο χιούμορ επειδή κοροϊδεύουν τους άλλους, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι το να προσβάλλεις κάποιον και μετά να του λες «έλα, πλάκα κάνω» δεν σε κάνει καθιστά χιουμορίστα.

Tο εθνικό μας ταλέντο να γελάμε με τον εαυτό μας

Το πιο ενδιαφέρον εύρημα, ωστόσο, βρίσκεται σε μια επιμέρους κατηγορία της έρευνας. Η Ελλάδα κατατάσσεται στην τέταρτη θέση παγκοσμίως στο λεγόμενο self-defeating humour, δηλαδή στο χιούμορ που στρέφεται προς τον ίδιο μας τον εαυτό, συχνά μέσα από την αυτοϋποτίμηση ή την ανάδειξη των αδυναμιών μας. Και, αν το καλοσκεφτούμε, αυτό το εύρημα λέει περισσότερα για την καθημερινή μας κουλτούρα από όσα θα μπορούσε να πει μια απλή θέση στη συνολική κατάταξη.

Σκεφτείτε πόσο συχνά αυτοσαρκαζόμαστε για την εμφάνισή μας, τα κιλά μας, τις επαγγελματικές μας αποτυχίες, τις κακές επιλογές μας ή την αδυναμία μας να βρούμε τον ιδανικό σύντροφο, ακριβώς όπως ουτοπικά τον έχουμε πλάσει στο μυαλό μας. Ή μπορεί να περιγράφουμε τη ζωή μας σαν μια σειρά από κακές αποφάσεις, με τη διαφορά ότι τουλάχιστον έχουμε αποκτήσει αρκετό υλικό για να διασκεδάζουμε τους φίλους μας. Αλλά και σε συλλογικό επίπεδο κάθε φορά που αντικρίζουμε ένα από τα δεκάδες παράδοξα που συμβαίνουν σε αυτόν τον τόπο, συνήθως αντί να απελπιζόμαστε και να κατακρίνουμε, συνοδεύουμε αυτές τις καταστάσεις με μια δόση ειρωνικής εθνικής υπερηφάνιας. «Μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν αυτά».

Αυτός ο αυτοσαρκασμός έχει, φυσικά, και τις δύο όψεις του. Από τη μία, μπορεί να δείχνει ότι δεν παίρνουμε τον εαυτό μας υπερβολικά σοβαρά, ότι μπορούμε να αναγνωρίζουμε τις αδυναμίες μας και να διατηρούμε μια απόσταση από τα λάθη μας. Από την άλλη, όταν γίνεται μόνιμος τρόπος να μειώνουμε τον εαυτό μας για να κερδίζουμε την αποδοχή των άλλων, ίσως να μην είναι τόσο αθώος όσο φαίνεται. Η ίδια η ψυχολογική προσέγγιση πίσω από το ερωτηματολόγιο διακρίνει τον αυτοσαρκασμό από τις άλλες μορφές χιούμορ, χωρίς να θεωρεί ότι κάθε μορφή του έχει απαραίτητα το ίδιο αποτέλεσμα. Δεν είναι, δηλαδή, το ίδιο να γελάς με μια αδυναμία σου επειδή την έχεις αποδεχτεί και το να προλαβαίνεις να μειώσεις τον εαυτό σου πριν το κάνει κάποιος άλλος.

Άρα γελάμε με τα προβλήματά μας επειδή έχουμε μάθει να τα αντιμετωπίζουμε ή επειδή, σε αρκετές περιπτώσεις, δεν ξέρουμε τι άλλο να κάνουμε μαζί τους; Η απάντηση δεν είναι ίδια για όλους. Πάντως, το να μπορείς να βρεις κάτι αστείο μέσα σε μια δύσκολη κατάσταση δεν σημαίνει ότι η κατάσταση έπαψε να είναι δύσκολη. Σημαίνει απλώς ότι, για λίγα λεπτά, δεν της επιτρέπεις να έχει τον τελευταίο λόγο.

Οι Αμερικανοί στην 29η θέση; Και όμως!

Ένα ακόμη εύρημα που προσφέρεται για σχολιασμό είναι η χαμηλή θέση των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες κατατάσσονται 29ες από τις 30 χώρες. Για μια χώρα που έχει εξαγάγει σε ολόκληρο τον κόσμο τηλεοπτικές κωμωδίες, stand-up shows, σατιρικές εκπομπές και αμέτρητες κινηματογραφικές ατάκες, το αποτέλεσμα μοιάζει κάπως παράδοξο. Αν κρίνουμε, όμως, από τη μεθοδολογία, η αντίφαση δεν είναι απαραίτητα τόσο μεγάλη όσο φαίνεται.

Άλλο πράγμα είναι η βιομηχανία της κωμωδίας και άλλο ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί ο μέσος άνθρωπος το χιούμορ στις προσωπικές του σχέσεις και στις δύσκολες στιγμές της καθημερινότητας. Το ότι μια χώρα διαθέτει εξαιρετικούς κωμικούς δεν σημαίνει ότι οι κάτοικοί της αυτοσαρκάζονται συχνότερα, πειράζουν τους φίλους τους ή χρησιμοποιούν το χιούμορ ως μέσο αντιμετώπισης των προβλημάτων τους. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, θα αρκούσε να έχεις παρακολουθήσει μερικές σεζόν από μια δημοφιλή κωμική σειρά για να αποκτήσεις αυτομάτως και υψηλή βαθμολογία στο σχετικό ερωτηματολόγιο.

Τελικά, τι λέει το χιούμορ μας για εμάς;

Η αλήθεια είναι ότι το χιούμορ δεν αποτελεί απλώς ένα μέσο διασκέδασης. Είναι ένας τρόπος επικοινωνίας, ένας μηχανισμός για να δημιουργούμε δεσμούς και, ορισμένες φορές, μια διέξοδος όταν η πραγματικότητα γίνεται υπερβολικά πιεστική. Μια πετυχημένη ατάκα μπορεί να κάνει δύο αγνώστους να αισθανθούν ότι γνωρίζονται χρόνια, να αποφορτίσει μια ένταση ή να μετατρέψει μια αποτυχία σε ιστορία που θα διηγούμαστε γελώντας αργότερα. Μπορεί, βέβαια, να γίνει και ένας εύκολος τρόπος να αποφύγουμε μια δύσκολη συζήτηση ή να πληγώσουμε κάποιον χωρίς να αναλάβουμε την ευθύνη για όσα είπαμε. Το χιούμορ δεν είναι αυτομάτως αθώο ούτε όλοι γελάμε με τα ίδια πράγματα.

Όσο για εμάς, η πέμπτη θέση της Ελλάδας στη μελέτη της Remitly αποτελεί μια ωραία αφορμή να αναγνωρίσουμε κάτι που μάλλον γνωρίζουμε ήδη από την καθημερινότητά μας. Μας αρέσει να πειράζουμε και να σχολιάζουμε τα πάντα και να βρίσκουμε την αστεία πλευρά ακόμη και εκεί όπου δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Όποτε γκρινιάζουμε για την ακρίβεια, την κίνηση, τη δουλειά, την πολιτική τον καιρό, κάπου ανάμεσα στα παράπονα θα βρεθεί συνήθως κάποιος να πει μια ατάκα που θα κάνει ολόκληρη την παρέα να γελάσει. Δεν ξέρουμε, λοιπόν, αν είμαστε αντικειμενικά από τους πιο αστείους λαούς του κόσμου. Ξέρουμε, όμως, ότι έχουμε καταφέρει να μετατρέψουμε το πείραγμα, τον αυτοσαρκασμό και την ατάκα σε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής μας επικοινωνίας. Και μπορεί να μην πήραμε την πρώτη θέση, αλλά τουλάχιστον βρισκόμαστε στην πρώτη πεντάδα.

Σχετικά άρθρα