Δύο για τον δρόμο

Δύο για τον δρόμο

Ένα αυτοκίνητο, δυο επιβάτες, τρεις μέρες και 2.200 χιλιόμετρα.- Από τον Άρη Τερζόπουλο

Σήκωσα το κινητό μου και πήρα τηλέφωνο τον Κώστα. Ντριιιν. «Γειά σου Μένγκελε…» του είπα. Ο Κώστας είναι ο οδοντογιατρός μου. Μπορεί να σας βγάλει όλα τα δόντια και να μην το πάρετε χαμπάρι. Τον λέω Μένγκελε, εξ αιτίας του περιώνυμου ναζί γιατρού-βασανιστή, γιατί όποτε τον βλέπω να σκύβει επάνω μου και να ανάβει εκείνο το ανακριτικό φως, κάτι μου κάνει. «Γειά σου αγόρι μου…» είπε ο Μένγκελε. Τον φαντάζομαι να βγάζει κι ένα σαρδόνιο χαμόγελο. Ξέρει ότι δεν μπορώ να του ξεφύγω. «Σώσε με» του είπα «θέλω να φύγω και μ’ αυτό δόντι δεν γίνεται». «Δεν ξεπρήστηκε;» είπε ο Μένγκελε. «Όχι και βρες μια λύση»

Είχαμε αποφασίσει εδώ και κάνα μήνα να φύγουμε με τον Νίκο για λίγες μέρες. Αυτή η δουλειά, εδώ στο site του Klik, είναι πολύ ενδιαφέρουσα από μια μεριά, αλλά από την άλλη δεν έχει σταματημό. Πρωί, βράδυ, απόγευμα, Σάββατο, Κυριακή, αργίες, γιορτές, Χριστούγεννα, Πάσχα, στο Κλικ πρέπει να ανεβαίνουν θέματα όχι απλώς καθημερινά, αλλά συνεχώς. Και δεν είναι μόνο αυτό. Είναι ότι αν θέλεις να πάει μια δουλειά, πρέπει να βάλεις και το στομάχι σου μέσα. Δεν είναι το πρακτικό μέρος, αυτό βολεύεται. Είναι ότι συνεχώς πρέπει να το «σπρώχνεις», με το στομάχι σου, με την ψυχή σου, δεν ξέρω με τι, αλλά αν δεν συμμετέχεις ολόκληρος, δεν γίνεται. Εδώ και ένα περίπου μήνα, το ξέραμε και οι δύο, ότι είχε έρθει η ώρα να κάνουμε μια μεγάλη βόλτα, μερικών ημερών. Το που δεν είχε σημασία. Απλώς να φύγουμε για , μερικές μέρες.

Έτσι μετά από μερικές αναβολές γιατί μια τύχαινε το ένα και μια το άλλο, είχαμε αποφασίσει να φύγουμε την περασμένη Δευτέρα. Αλλά το δόντι μου είχε αντιρρήσεις. Πέντε μέρες πριν φύγουμε έκανε ένα απόστημα τρισδιάστατο. Ο Μένγκελε μου σύστησε να πάρω τα σχετικά Αμοξίλ, αλλά αυτό δεν είχε βοηθήσει ιδιαίτερα. Οι σωματικοί πόνοι, έχουν ένα κακό. Σε προσγειώνουν σ’ αυτήν την πραγματικότητα, όχι με τον καλύτερο τρόπο. Δεν έχω τίποτα μ’ αυτήν την πραγματικότητα. Απλώς τη θεωρώ σχετική. Και ένα δόντι είναι αρκετό μερικές φορές, για να σε κάνει να κατανοήσεις, πόσο σχετικές είναι και οι όποιες απόψεις σου.

Σαν να μην έφτανε αυτό, την Κυριακή το πρωί, μια μέρα πριν φύγουμε, εξαφανίστηκε και ο γάτος μου ο Τζάακ. Είχα αφήσει το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας μου ανοιχτό και κάποια στιγμή διαπίστωσα πως δεν ήταν πια στο σπίτι. Το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας μου, απέχει καμιά δεκαριά μέτρα από έναν κήπο, που είναι εκεί πίσω. Πως τα καταφέρνουν οι γάτες και πηδάνε από δέκα μέτρα και δεν παθαίνουν τίποτα; Πόσο μεγάλη είναι αυτή η δύναμη του ενστίκτου που κάνει έναν γάτο να πηδήξει δέκα μέτρα για να αναζητήσει κάποιες εφήμερες περιπέτειες; Υποθέτω ότι δεν διαφέρουμε πολύ από τους γάτους και τις γάτες. Έχουμε όμως προσθέσει κάποιο στρώμα πολιτισμού πάνω από τα ένστικτά μας, κάποιες κοινωνικές συμβάσεις που κάνουν να φερόμαστε έτσι ή αλλιώς. Η πραγματικότητά μας καλώς ή κακώς δεν είναι έτσι. Τα ένστικτά μας θέλουν την «τροφή» τους και αν δεν τους την δώσουμε στρέφονται εναντίον μας.

 Με τις εξαφανίσεις των γατιών μου δεν ασχολούμαι πια. Όχι επίτηδες, απλώς συμβαίνει. Η μια φεύγει η άλλη έρχεται… νομίζω ότι θα αφήσω ανοιχτές τις πόρτες να πηγαινοέρχονται όποτε θέλουν. Ο Τζάακ δεν με απασχολούσε για το ταξίδι. Τις έχω μάθει πια τις γάτες μου.  Τους αρέσει η  αλητεία αλλά τους αρέσει και η οικογενειακή ζωή. Αν δεν παρεμβληθεί κάποιο αυτοκίνητο, για να τις στείλει σε άλλη διάσταση, αργά ή γρήγορα θα γυρίσουν.

Με το δόντι όμως δεν ήταν το ίδιο. Έτσι την Δευτέρα βρέθηκα στον Μένγκελε. Μια μικρή τομή με το νυστέρι, ήταν αρκετή, για να στείλει το απόστημα. Όταν θα γύριζα θα βλέπαμε τι το είχε προκαλέσει. Για την ώρα μπορούσα να ταξιδέψω. Ο ελαφρός πόνος που είχε απομείνει από την φλεγμονή ήταν ανεκτός. Έτσι γύρω στο μία το μεσημέρι βρέθηκα κάτω από το σπίτι του Νίκου, βολέψαμε τα λίγα μπαγκάζια μας και ξεκινήσαμε. Είχαμε αποφασίσει να πηγαίναμε αρχικά από την Δυτική Ελλάδα και μετά να κάνουμε το κύκλο από την Εγνατία, αλλά εκείνο το πρωί μας ήρθε αλλιώς κι έτσι αποφασίσαμε να φύγουμε για την Ξάνθη. Τα τελευταία χρόνια μου αρέσουν αυτά τα ταξίδια με το αυτοκίνητο, χωρίς ακριβή και συγκεκριμένο προορισμό. Δεν μ’ ενδιαφέρει που ακριβώς θα πάω. Μ’ ενδιαφέρει μάλλον περισσότερο η άγνωστη κατεύθυνση. Είναι κάτι παρόμοιο με την ζωή μας. Βάζουμε συχνά προορισμούς, αλλά σχεδόν ποτέ δεν βγαίνει το πλάνο. Άλλα σχεδιάζουμε και άλλα προκύπτουν. Έτσι έχω σταματήσει πια τα πλάνα και για την ζωή, αλλά και για κάποια ταξίδια. Τώρα συμβαίνει αυτό. Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο. Κανείς δεν ξέρει τι θα  γίνει αύριο.

Ο Νίκος είναι ο ιδανικός συνταξιδιώτης για τέτοια ταξίδια. Όπως και μένα, δεν τον νοιάζει και πολύ, αν θα πάμε εδώ ή να θα πάμε εκεί, αν θα σταματήσουμε ή πότε θα ξεκινήσουμε. Αρκεί να κάνει χιλιόμετρα το αυτοκίνητο. Ξέρει και πολλές λεπτομέρειες και γεωγραφικές και ιστορικές και πάντα μου αρέσει να ακούω ιστορίες για πράγματα που δεν ξέρω ή δεν θυμάμαι. Οδηγάει και πολύ καλά και σταθερά, με τρόπο που ο συνοδηγός δεν είναι ποτέ στην τσίτα. Δεν είμαι σίγουρος ότι εγώ ήμουν τόσο καλός οδηγός σ’ αυτό το ταξίδι. Κάτι ο πόνος από το δόντι κάτι τα αντιβιοτικά κάτι τα ντεπόν, νομίζω ότι κάπου έχανα. Παρ’ όλα αυτά μετά από πεντέμιση ώρες ήμασταν στην Ξάνθη χωρίς να ζοριστούμε και ιδιαίτερα. Η ολοκλήρωση του τμήματος του Μαλιακού έχει συντομεύσει πολύ την απόσταση και όταν τελειώσει και το τμήμα στα Τέμπη η απόσταση θα μικρύνει ακόμη περισσότερο.

Αφού τακτοποιηθήκαμε και τα λοιπά βγήκαμε για μια βόλτα στην Ξάνθη. Kαι όταν πας στη Ξάνθη θα πας στην παλιά πόλη. Η Ξάνθη που στην διάρκεια των δυο τελευταίων αιώνων πέρασε πολλές περιπέτειες, είχε την τύχη να καταφέρει να διασώσει από τη «αξιοποίηση» το μεγαλύτερο μέρος της παλιάς της πόλης, μέρος από το οποίο χτίστηκε στην διάρκεια του 19ου και ένα άλλο μέρος στην διάρκεια των αρχών του 20ου αιώνα. Και ευτυχώς για την ίδια την πόλη δεν είναι μικρό. Συμπεριλαμβάνει ένα ολόκληρο λόφο που βρίσκεται στα βόρεια και ανατολικά της πόλης. Κατοικίες, εστιατόρια , μπαρ καφέ, ένα καινούργιο μπουτίκ ξενοδοχείο και πολλή νεολαία.

Την άλλη μέρα το πρωί ξυπνήσαμε με τα νέα της βομβιστικής επίθεσης στις Βρυξέλλες, οπότε ο Νίκος στρώθηκε πάλι στα τηλεφωνήματα και στην δουλειά. Σου λέω αυτό το πράγμα δεν τελειώνει ποτέ. Μαζί άρχισαν και οι αναλύσεις. Θα απασχολούν για λίγο και μετά θα ξεχαστούν , μέχρι την επόμενη επίθεση. Η επόμενη επίθεση θα γίνει. Κάποιοι άνθρωποι να πεθάνουν πάλι χωρίς κανένα λόγο. Δεν υπάρχει τρόπος να θωρακιστεί καμιά κοινωνία ή να προστατευτεί από ανθρώπους, που είναι πρόθυμοι να ανατιναχτούν.

Ο πονόδοντος είχε επανέλθει επίσης , όχι για να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο, αλλά αρκετός για να σου θυμίζει ότι η θεωρία της σχετικότητας σε πρακτικό επίπεδο είναι κι αυτή σχετική. Μια μικρή βόλτα για καφέ και πάλι στην παλιά πόλη και γύρω στη μία βρεθήκαμε με τον Νίκο στο λόμπυ του ξενοδοχείου. Δεν είχαμε πρόγραμμα. «Πάμε ως τα σύνορα με την Τουρκία, στους Κήπους;» είπε ο Νίκος. Να πάμε , γιατί να μην πάμε. Έτσι κάπως ξεκινήσαμε για τα σύνορα. Η Εγνατία οδός έχει εκμηδενίσει εδώ τις αποστάσεις. Η Θράκη ολόκληρη, λόγω της μορφολογίας του εδάφους της, με την Ροδόπη να καλύπτει την βόρεια πλευρά της, φτιάχνει ένα διαφορετικό κλίμα, που ευνοεί την δημιουργία μιας συννεφιάς που σκεπάζει το τοπίο και το κάνει να δείχνει ξεχασμένο από το χρόνο. Ή έτσι μου φάνηκε εκείνη την ημέρα. Φτάσαμε στα σύνορα γρήγορα. Τα περίμενα λίγο διαφορετικά. Τα κτίρια έμοιαζαν κι αυτά ξεχασμένα από τον χρόνο. Είναι τέτοια η τύχη πολλών δημοσίων κτιρίων. Τα ξεχνάει και ο χρόνος και αυτοί που τα χρησιμοποιούν. Γυρίζοντας περάσαμε , έτσι γρήγορα με το αυτοκίνητο και από την Αλεξανδρούπολη και από την Κομοτηνή. Από την Κομοτηνή κατάγεται και η Δέσποινα, η μητέρα του Νίκου και πρώην πεθερά μου και έτσι η εντύπωση μου ήταν επηρεασμένη και από τις διηγήσεις της Δέσποινας για τα παιδικά της χρόνια εδώ. Στην Κομοτηνή περάσαμε και από το σημείο που βρίσκονται και οι φαβέλες των Κατσίβελων, των Μουσουλμάνων -και όχι μόνο- Αθίγγανων που μένουν εδώ. Λαμαρίνες, τσιμεντόλιθοι, χαρτόνια, ατάκτως ερριμμένα.

Έχω την εντύπωση ότι η εργολαβική αρχιτεκτονική της σύγχρονης Ελλάδας, αυτή που επικράτησε και «αξιοποίησε» και την Αθήνα , αλλά και το μεγαλύτερο μέρος των πόλεων της ελληνικής επαρχίας είναι κυρίως επηρεασμένη από την αισθητική των Κατσίβελων. Ο Κατσίβελος επικράτησε όμως όχι μόνο στην μεταπολεμική αρχιτεκτονική, αλλά διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό και το αξιακό μας σύστημα.

Η ώρα είχε πάει 4 το απόγευμα. «Δεν πάμε ως την Καβάλα, να δεις και το Ιμαρέτ;» είπα στον Νίκο. Να πάμε, γιατί να μην πάμε; Έτσι ξεκινήσαμε για την Καβάλα. Είναι η Τρίτη φορά πού πήγαινα στην Καβάλα και εξ αιτίας τις οξείας σκωληκοειδίτιδας με ολίγη περιτονίτιδα που έπαθα εδώ τον 15Αύγουστο του ’14, σ’ ένα μοναχικό τότε ταξίδι, αισθάνομαι μια ιδιαίτερη οικειότητα γι αυτήν την πόλη. Η Καβάλα είναι χτισμένη σε μοναδική τοποθεσία, με πολλά πλεονεκτήματα. Όταν φτάσαμε στην παραλία γύρω στις 5 το απόγευμα είχε βγει και ο ήλιος και έτσι μια ποικιλία με διάφορα ψαροειδή, ήταν ότι έπρεπε. Και μια μπύρα. Η μπύρα δεν πάει και πολύ με τα αντιβιοτικά, αλλά έκανα μια μικρή παράβλεψη. Η ώρα ήταν περίπου 6 και είχε έρθει η ώρα για το Ιμαρέτ. To Ιμαρέτ είναι κάτι που πρέπει να δείτε. Το ξενοδοχείο αυτό, που κατά κάποιο τρόπο έχει γίνει το έμβλημα της σημερινής Καβάλας, είναι συνυφασμένο με την ιστορία του Μοχάμε Αλι Πάσα, του φτωχού Τουρκαλβανού από την Καβάλα, που η τύχη το έφερε έτσι και κάποια στιγμή στη ζωή του έγινε ηγέτης της Αιγύπτου και ιδρυτής της τελευταίας δυναστείας της. Παρ’ όλο που ο Μοχάμετ δεν γύρισε ποτέ στην Καβάλα το Ιμαρέτ που χτίστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα, ήταν το δώρο του στην γενέτειρά του και αρχικά λειτούργησε ως οικοτροφείο των νεαρών Μουσουλμάνων της περιοχής για να περάσει πολλές περιπέτειες στην συνέχεια. Η σημερινή μορφή του και η λειτουργία του ως ξενοδοχείου οφείλεται στην Άννα Μισιριάν, που ανέλαβε την εκμετάλλευσή του-μια και το οίκημα ανήκει στο Αιγυπτιακό κράτος-και το  ανακαίνισε με σεβασμό στην παράδοσή του. Το Ιμαρέτ δεν είναι ακριβώς ένα ξενοδοχείο. Είναι ένα μνημείο που φιλοξενεί επισκέπτες. Ένας απογευματινός καφές στο Ιμαρέτ, ήταν ότι έπρεπε για εκείνη την ώρα καθώς σιγά σιγά νύχτωνε.

 Γύρω στις 10 το βράδυ ήμουν και πάλι στο δωμάτιο μου στην Ξάνθη. Άνοιξα το κομπιούτερ και συγχρόνως έβαλα τα χέρια στις τσέπες για να βγάλω το κινητό μου. Εδώ κινητό, εκεί κινητό, πουθενά το κινητό. Πήρα τον Νίκο τηλέφωνο. «Ρε συ, μήπως είναι το κινητό μου μέσα στα πράγματά σου;». Μπα πουθενά το κινητό. Μια βραδυνή βόλτα ως το Ιμαρέτ πάλι. Πουθενά το κινητό.

Η ζωή μας είναι γεμάτη μόνο με περαστικά πράγματα. Αγάπες , φιλίες, αντικείμενα, χώροι πράγματα, καταστάσεις. Τίποτα δεν μένει. Όλα είναι περαστικά. Έρχονται για κάποιο χρόνο και φεύγουν. Είναι σκιές όλα που κάνουν την μικρή παρέλαση τους από μπροστά μας. Η πραγματικότητα έχει την σημασία που έχει, αλλά περισσότερη σημασία έχει το τι αισθανόμαστε εμείς για όσα συμβαίνουν. Τίποτα δεν μπορεί να μείνει για περισσότερο χρόνο απ’ όσο επρόκειτο να μείνει. Είμαστε μόνοι. Καμιά φορά μόνοι με Όλα. Είναι όλα εικονικά. Αυτό το κινητό επρόκειτο να μείνει για τόσο ακριβώς διάστημα μαζί μου. Ούτε μια στιγμή περισσότερο, ούτε μια στιγμή λιγότερο. Όπως γίνεται με όλα. Με τους πάντες και τα πάντα. Μένουν για όσο χρόνο πρόκειται να μείνουν. Ούτε στιγμή περισσότερο. Ούτε στιγμή λιγότερο.

Xωρίς το κινητό έγινα εν μέρει «αόρατος». Το κινητό και ότι κουβαλάει, δεν είναι πια μόνο μια επέκταση του χεριού μας. Είναι μια επέκταση του εαυτού μας, σε ζωή, δουλειές, επαφές, γνωριμίες, φιλίες, έρωτες. Είναι ο τρόπος που ζούμε σήμερα, εν μέρει στο κανονικό σύμπαν που ζούσαμε ανέκαθεν και εν μέρει σ’ αυτό το καινούργιο παράλληλο σύμπαν. Δεν έχει διαφορά αυτή η ζωή, από την άλλη την «κανονική». Καμιά φορά, λειτουργεί και με ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Χωρίς κινητό, ζω σ’ αυτό το παράλληλο σύμπαν, μόνο όταν κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή. Τις υπόλοιπες ώρες παραμένω εν μέρει «αόρατος».

Το άλλο πρωί επρόκειτο να φύγουμε. Μαζέψαμε τα πράγματά μας και κάποια στιγμή βρεθήκαμε στο λόμπυ. Ο Νίκος ήταν με τους φίλους του από τα παλιά. Τον Δημήτρη και τον Νίκο. Νομίζω ότι ο Νίκος έχει κάποιους γνωστούς σε κάθε πόλη της Ελλάδας. Εγώ έχω όσο πάει και λιγότερους γνωστούς.

Είχαμε σκοπό να πάμε για λίγο από τη Θεσσαλονίκη στον γυρισμό. Ο καιρός είχε χαλάσει και είχε αρχίσει να βρέχει. «Αντί να πάμε Θεσσαλονίκη, δεν παίρνουμε καλύτερα την Εγνατία να βγούμε στα Γιάννινα και από εκεί στο Μεσολόγγι;» είπε ο Νίκος. Να πάμε, γιατί να μην πάμε; Στο Μεσολόγγι έχω κι εγώ κάποιες γνωριμίες.

Η Εγνατία είναι σίγουρα ο πιο ακριβός δρόμος στην Ελλάδα. Τούνελ και γέφυρες. Και ένα υπέροχο τοπίο. Εδώ πρέπει να κάνω κι άλλες εκδρομές. Μια μικρή στάση στο Μέτσοβο. Το Μέτσοβο ήταν τυχερό. Δεν άλλαξε . Έμεινε όπως ήταν. Θα ήταν πολύ όμορφη η Ελλάδα αν είχε μείνει όπως ήταν. Αλλά δεν έμεινε. Το Μέτσοβο έμεινε όπως ήταν. Και γι αυτό είναι πολύ όμορφο. Σε πόσα χρόνια μπορεί να επιδιορθωθεί και η υπόλοιπη Ελλάδα και να γίνει όπως ήταν; Ίσως σε διακόσια. Μάλλον ποτέ.

Γύρω στις οκτώ το βράδυ φτάσαμε στο Μεσολόγγι. Έβρεχε δυνατά σε όλη την διαδρομή. Και είχε σηκώσει και μεγάλο αέρα. Ο νοτιάς μ’ αρέσει. Όταν είναι δυνατός. Όχι πάντα αλλά γενικά μ’ αρέσει. Η ψαροταβέρνα του Χρα ήταν κλειστή. Με τέτοιο καιρό ποιος να βγει έξω.

 Πήγαμε σε μια άλλη δίπλα.

Κατά τις δέκα και κάτι ήταν ώρα να φύγουμε. Έβρεχε συνέχεια και ο αέρας έκανε εντυπωσιακές ριπές. Ωραία ήταν. Ο δρόμος από την Πάτρα μέχρι την Κόρινθο σχεδόν, έμοιαζε με διαδρομή σε λούνα παρκ. Έχει μείνει μια λουρίδα γιατί φτιάχνεται η καινούργια εθνική οδός. Μετά από λίγο τα μάτια μου συνήθισαν στα φώτα από τα απέναντι αυτοκίνητα   και στα συνεχή ζιγκ ζαγκ του δρόμου. Με τον καιρό τα συνηθίζουμε όλα. Κάποιος φίλος μου, μου είχε πει κάποτε κάτι που του είχε πει ένας παππάς: «Μακάρι να μην σου στείλει ο Θεός ότι μπορείς να αντέξεις».

Λίγο με την μία και μισή άφησα τον Νίκο σπίτι του και γύρισα στο δικό μου. Μόλις πάρκαρα και άνοιξα την πόρτα άκουσα το νιαούρισμα του Τζάακ. Ποιος ξέρει από πότε με περίμενε μπροστά στην πόρτα. Άλλα φεύγουν και άλλα ξαναγυρίζουν. Τίποτα δεν μένει. Πήρα τον Τζαακ αγκαλιά, που έμοιαζε να τα έχει λίγο χαμένα και ανέβηκα στο σπίτι.

Άφησα όμως την πόρτα μισάνοιχτη. Ο Τζαακ μπορεί να έρχεται και να φεύγει κατά βούλησιν.

Hic Sunt Dracones.

Σχετικά άρθρα