Πως ξέφυγα από την ερωτική κατάθλιψη χάρη σ’ ένα τηλεφώνημα
Πως ξεπερνιέται ένας ξαφνικός και πολύ δύσκολος χωρισμός, σε ένα λεπτό ; Δύσκολα... Εκτός κι αν είσαι πολύ τυχερός...
Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Αλλά ήταν μια τόσο καθοριστική εμπειρία, που στην συνέχεια της ζωής μου, έφτασε να αποτελεί μια υπενθύμιση αλλά και μια βεβαιότητα, ότι τόσο τα καλά όσο και τα άσχημα πράγματα στη ζωή μας μπορούν να ανατραπούν, μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα, ακόμη και όταν η λύση, μοιάζει τόσο δύσκολη και τόσο μακρινή…
Ήταν η πρώτη μεγάλη σχέση της ζωής μου και είχαμε κιόλας συμπληρώσει τα δυόμισι χρόνια μαζί. Δεν έχει σημασία ποιο ήταν το όνομα της , αλλά για χάρη αυτής της εξιστόρησης, ας πούμε ότι λεγόταν Αλεξάνδρα. Έμενε σ’ ένα σπίτι μόνη της ενώ εγώ στα 24 μου έμενα ακόμη με τους γονείς μου. Μερικές φορές θα μέναμε μαζί στο σπίτι της, αλλά ουσιαστικά δεν συζούσαμε. Ήταν όμως η πρώτη σοβαρή μου σχέση, ο πρώτος μεγάλος έρωτας της ζωής μου.
Ήταν βράδυ του Σαββάτου, μιας χειμωνιάτικης – τυπικά – μέρας, αλλά όπως συχνά συμβαίνει στην Αθήνα, ο καιρός ήταν σχεδόν καλοκαιρινός. Ήταν γύρω στις 7 το απόγευμα όταν τηλεφώνησα στην Αλεξάνδρα που εκείνες τις μέρες δούλευε ως μοντέλο σε μια μεγάλη έκθεση που γινόταν στο Ζάππειο. Συνήθως τα Σαββατοκύριακα τα περνούσαμε μαζί. Δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα τότε ούτε και πολλές άλλες από τις σημερινές ευκολίες. Πήρα από το τηλέφωνο του σπιτιού στο τηλέφωνο στο Ζάππειο. Όμως η αντίδραση της Αλεξάνδρας ήταν περίεργη. Μου είπε δεν θα βρισκόμασταν εκείνην την μέρα γιατί είχε να πάει κάπου και συγκεκριμένα σε ένα πάρτι. “Ωραία” της είπα “θα πάμε μαζί”.
Η αντίδραση της Αλεξάνδρας ήταν αρνητική. Δεν ήθελε να πάμε μαζί. Αυτό δεν είχε ξανασυμβεί στην διάρκεια της σχέσης μας. Στα δυόμισι χρόνια που ήμασταν μαζί, ότι κάναμε το κάναμε μαζί. Δεν υπήρχε μεταξύ μας το δεδομένο, να πηγαίνει ο καθένας μόνος του σε πάρτι, ή σε κάτι παρόμοιο. Ήταν φανερό ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Της είπα ότι θα πήγαινα στο Ζάππειο να την συναντήσω.
Στο Ζάππειο που την συνάντησα, ήταν η πρώτη φορά που η συμπεριφορά της απέναντι μου ήταν αλλαγμένη. Για περίπου μια ώρα αρνιόταν ότι συνέβαινε κάτι περίεργο. Ήθελε απλώς να πάει μόνη της σ’ αυτό το πάρτι, αλλά ήταν περισσότερο από εμφανές ότι κάτι άλλο συνέβαινε. Και όλη αυτή την ώρα της έλεγα μόνο μια φράση. “Πες μου τι συμβαίνει”.
Της πήρε μια ώρα για να μπορέσει να μου το πει. “Στο είχα πει” μου είπε ” ότι αν δεν με πρόσεχες θα συνέβαινε”. Αυτό που έλεγε ήταν έξω από τη σχέση μας. Ήμουν μαζί της και μόνο μαζί της. Μέσα μου υπήρχε ήδη μια κρύα αίσθηση. Ήταν φανερό πως στα επόμενα δευτερόλεπτα θα άκουγα κάτι που δεν θα μου άρεσε καθόλου. “Θα βγω με τον Βασίλη” μου είπε ” είμαι μαζί του εδώ και κάποιες μέρες”.
Πως αισθάνεσαι όταν η πρώτη σταθερή σου σχέση και ο πρώτος ολοκληρωμένος έρωτας της ζωής σου, δεν σου λέει απλώς πως σε απάτησε, αλλά πως είναι ήδη με άλλον;
Σαν να γκρεμίζονται οι δίδυμοι πύργοι της Νέας Υόρκης μέσα στο μυαλό σου. Μια κατάρρευση. Κάτι που σπάει μέσα σου και γίνεται κομμάτια. Αστροπελέκι. Ηλεκτροπληξία. Εικονικός θάνατος με πνιγμό στο Γκουαντάναμο.
Εκείνο που αισθάνθηκα πρακτικά, “κλινικά” ας πούμε, ήταν σαν να έφυγε το αίμα από το μυαλό μου και ένα αίσθημα δυσφορίας και μια αίσθηση κρύου κενού στο στήθος.
Αυτή ήταν η αίσθηση που βίωσα. Γιατί ο καθένας μπορεί να αισθανθεί διαφορετικά όταν πάρει ένα τέτοιο μήνυμα.
Αν είχα σπουδάσει ιατρική θα καταλάβαινα το μηχανισμό που είχε μπει σε λειτουργία κινητοποιώντας ολόκληρο τον οργανισμό μου. Πράγματα που θα τα μάθαινα αργότερα στη ζωή μου.
Είχα όμως πάντα μεγάλη περιέργεια για το πως τα γεγονότα της ζωής, μπορούν να έχουν τέτοιες καταλυτικές επιπτώσεις στην διάθεση μας και στην αίσθηση της ζωής.
Υπάρχουν δυο βασικοί πυλώνες της ψυχολογίας μας.
Ο πρώτος από αυτούς έχει να κάνει με τα πρόσωπα της ζωής μας. Είναι οι γονείς, τα αδέλφια μας, οι υπόλοιποι συγγενείς και αργότερα όταν μεγαλώσουμε, το ταίρι μας και τα παιδιά που θα κάνουμε. Είναι οι φίλοι. Και τέλος οι ερωτικές μας σχέσεις. Όχι όλες, αλλά εκείνες που θεωρούμε σοβαρές και ενσαρκώνουν την πιθανότητα γάμου. Είναι όμως και οι απλώς έντονες ερωτικές σχέσεις. Οι σχέσεις πάθους.
Οποιαδήποτε απώλεια που έχει σχέση με αυτά τα πρόσωπα, είτε λόγω θανάτου είτε λόγω χωρισμού, είναι σαν να φεύγει μια κολώνα από αυτές που στηρίζουν το οικοδόμημα της προσωπικής μας ψυχολογίας. Οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή σχέση μας, έχει φτιάξει στο μυαλό μας, ένα μεγάλο σύνολο από νευρώνες, που αν φανταστούμε το μυαλό μας σαν ένα κομπιούτερ, έχει δημιουργήσει έναν μεγάλο “φάκελο” γεμάτο αναμνήσεις. Αναμνησεις δυναμικές όμως, γιατί είναι φορτωμένες με συναισθήματα.
Ο άλλος πυλώνας της ζωής μας είναι ο δημιουργικός και οικονομικός. Ο τρόπος που βγάζουμε χρήματα για να ζήσουμε εμάς και την οικογένεια μας. Οι επαγγελματικές επιτυχίες και αποτυχίες. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.
Την στιγμή που η Αλεξάνδρα, μου είπε ότι είχε βρει άλλον και άρα με άφηνε. το “κύκλωμα”-φάκελος στο μυαλό μου με τίτλο Αλεξάνδρα κατέρρευσε μέσα από ένα “βραχυκύκλωμα”. Τα βραχυκυκλώματα πετάνε σπίθες και αν σε αγγίξει το ηλεκτρικό ρεύμα πονάς. Έτσι “πονάει” και το μυαλό από την είδηση της κατάρρευσης ενός κυκλώματος. Είναι “πόνος” που το αισθανόμαστε είτε στο μυαλό μας ως δυσφορία, ή με σφίξιμο στο ηλιακό πλέγμα, ανάλογα με την βιολογική ιδιοσυγκρασία του καθενός. Ένας “φάκελος” φορτωμένος κυρίως με θετικές πληροφορίες και ερωτικές αναμνήσεις έγινε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μια αρνητική ενέργεια εντός μου. Οι αρνητικές ενέργειες δεν είναι στατικές. Είναι δυναμικές.
Το “σύστημα” μας, ψυχολογικό και βιολογικό, αντιλαμβάνεται μια παρόμοια εμπειρία ως σοβαρό κίνδυνο. Αυτή η αντίληψη έχει σχέση με αυτό που θα αισθανόταν ένας πρωτόγονος άνθρωπος, αν ξαφνικά πρόβαλε μπροστά του μια πεινασμένη τίγρης, ή κάτι άλλο που θα εκλάμβανε ως σοβαρή ή θανάσιμη απειλή.
Σ’ αυτήν την περίπτωση το σύστημα μας ενεργοποιείται άμεσα. Τα επινεφρίδια μας αρχίζουν να παράγουν σε ικανές ποσότητες τις λεγόμενες “ορμόνες του στρες”. Κορτιζόλη και αδρεναλίνη. Είναι οι ορμόνες που ενεργοποιούσαν τον πρωτόγονο άνθρωπο για να κάνει ένα από τα μόνα δυο πράγματα που θα τον βοηθούσαν να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο. Ή να βρεί δύναμη περισσότερη από ότι συνήθως για να παλέψει με την τίγρη, ή να το βάλει στα πόδια με ταχύτητα και αντοχή μεγαλύτερη από το συνηθισμένο.
Είναι ένας μηχανισμός που για αιώνες βοήθησε το ανθρώπινο είδος να επιβιώσει από αμέτρητους κινδύνους, να βρίσκει τροφή, να βελτιώσει τις συνθήκες ψυχολογικής “άμυνας” ή να μπορέσει να διεξάγει αμυντικούς ή επιθετικούς πολέμους. Στην σημερινή εποχή αυτός ο μηχανισμός είναι κατά 90% άχρηστος. Οι συνθήκες είναι διαφορετικές.
Αντί να “θεραπεύει” αυτός ο αρχαίος ψυχολογικός μηχανισμός, πολύ συχνά δημιουργεί προβλήματα στον σύγχρονοι άνθρωπο που δίνουν αρκετή δουλειά σε ψυχολόγους και ψυχίατρους. Είναι σωτήριο το ότι η ψυχολογία, η ψυχιατρική και η φαρμακολογία, αναπτύχθηκαν τόσο που μπορούν να μας προστατεύουν από τον εαυτό μας κυρίως και τις ανεξέλεγκτες αντιδράσεις του. Γιατί τι μπορείς να κάνεις με την αδρεναλίνη και την κορτιζόλη να σε πλημμυρίζουν επειδή σε άφησε η γυναίκα σου ή έχασες την δουλειά σου και καταστράφηκες ; Να αρχίσεις να τρέχεις γύρω από το τετράγωνο για να μην σε προλάβουν οι σφραγισμένες επιταγές, ή για να ξεφύγεις από τον χωρισμό ;
Άχρηστος αλλά και επικίνδυνος μηχανισμός.
Η κορτιζόλη και η αδρεναλίνη που μένουν εγκλωβισμένες στο σώμα μας και στον εγκέφαλό μας, συνήθως μπλοκάρουν την παραγωγή σεροτονίνης, κάτι που μας κάνει να αισθανόμαστε ιδιαίτερα άσχημα. Κάνουν επίσης δύσκολη την επικοινωνία σε μεγάλα μπλοκ νευροδιαβιβαστών στον εγκέφαλό μας, οπότε η πραγματικότητα γίνεται απόμακρη και μη διαχειρίσιμη. Είναι αυτό που μας οδηγεί σε κρίσεις πανικού.
Όλα αυτά μου συνέβαιναν καθώς σε κατάσταση σύγχυσης προσπαθούσα μάταια να απορροφήσω το εύρος της αλλαγής στη ζωή μου. Για ώρες ή για μέρες, το σύστημα μας ή δεν μπορεί ή δεν δέχεται να προσαρμοστεί στις ξαφνικές αλλαγές. Είναι αυτό που λέμε “δεν το χωράει ο νούς μου”. Πολλά “γιατί” που δεν βρίσκουν απάντηση, ενώ ψάχνουμε για κάποιο “σωσίβιο” που θα απαλύνει αυτό που αισθανόμαστε. Κάποιο φίλο ή φίλη που θα μας καταλάβει. Κάποιο πρόσωπο με το οποίο θα μπορέσουμε να μοιραστούμε τη δύσκολη στιγμή μας.
Για μένα ήταν ένας από τους φίλους εκείνης της εποχής. Σταμάτησα σε κάποιο καφέ και τον πήρα τηλέφωνο. “Τι έχεις;” με ρώτησε, καθώς από τη φωνή μου φαινόταν πως δεν ήμουν καλά. “Άστα… χάλια, με χώρισε η Αλεξάνδρα” του είπα.. “Α τέλεια” είπε ο Δημήτρης “πάμε Κάσμπα”. Η Κάσμπα ήταν ένα μοδάτο μπουζουξίδικο εκείνης της εποχής, που όμως εκτός από τα μπουζούκια, είχε και ορχήστρα που έπαιζε ξένες επιτυχίες. “Μα τι λες; Είσαι καλά ; Με χώρισε η Αλεξάνδρα σου είπα”. “Το άκουσα, το άκουσα, είναι κάτι που έπρεπε να έχει γίνει από καιρό, αλλά δεν καταλάβαινες. Έλα ‘δω και θα πάμε Κάσμπα”
Έτσι γύρω στις 12 εκείνο το βράδυ βρέθηκα στην Κάσμπα με μια μεγάλη παρέα, αγόρια και κορίτσια, γύρω στα 20-25 μας, που θα γινόταν σταδιακά η καινούργια παρέα μου τους επόμενους μήνες. Φίλοι και φίλες για πολλά χρόνια. Ανάμεσα στις κοπέλες της παρέας εκείνο το βράδυ ήταν και μια πολύ όμορφη κοκκινομάλλα, που ας την πούμε Λίζα, για χάρη της διήγησης. Γύρω στη 1 το πρωί, καθώς η ορχήστρα έπαιζε διάφορα μπλουζ βρέθηκα να χορεύω μαζί της, προσπαθώντας να κοντρολάρω αυτήν την καινούργια πραγματικότητα.
Μερικές ώρες πριν, ήμουν σε ένα δεσμό δυόμισι ετών και τώρα ήμουν χωρισμένος και είχα στην αγκαλιά μου μια πολύ όμορφη κοπέλα.Εμοιαζε τρελό. Παρόλο που γενικά δεν πίνω, εκείνο το βράδυ μισό ποτήρι βότκα είχε βοηθήσει το κέφι μου να ανέβει σε κάποιο καλό επίπεδο και η παρουσία της Λίζας, μαζί με μια συμπάθεια που ήταν φανερή και από τις δυο μεριές, αλλά δεν εκδηλώθηκε εκείνο το βράδυ – ήταν πολύ νωρίς για μένα – είχε κάνει τα πράγματα αρκετά καλύτερα.
Όταν πήγα για ύπνο κατά τις τέσσερις ήμουν σε υποφερτή κατάσταση, αλλά δεν ήξερα καθόλου πως θα ξυπνούσα το πρωί. Η παρέα, οι συζητήσεις και το μισό ποτήρι βότκα με είχαν βοηθήσει κάπως να ξεχαστώ, αλλά ήξερα πως το πρωί δεν θα ήταν το ίδιο.
Και έτσι ξημέρωσε η επόμενη μέρα. Η Κυριακή. Μια συννεφιασμένη και βαριά Κυριακή. Οι παρέες της περασμένης νύχτας είχαν χαθεί και μαζί με τις παρέες είχε χαθεί και η Λίζα. Καθώς η μέρα είχε φτάσει στο απόγευμα, το κέφι μου είχε αρχίσει να βυθίζεται. Όταν βράδιασε είχα “βραδιάσει” και εγώ. Το κέφι στο ναδίρ και η αίσθηση της απώλειας από τον χωρισμό με την Αλεξάνδρα, ένιωθα να με πνίγει. Γύρω στις 8-9 το βράδυ με πήρε τηλέφωνο η Αλεξάνδρα. Η φωνή της έδειχνε ευχάριστη και χαρούμενη. Η δική μου η φωνή έμοιαζε να βγαίνει από το πηγάδι. Δεν άλλαξε τίποτα με το τηλεφώνημα, ούτε προσπάθησα να την μεταπεισω. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να είμαι πάλι μαζί της, μετά από αυτό που είχε συμβεί. Αλλά ο πόνος από τον χωρισμό και από την βεβαιότητα ήταν με άλλον, ήταν ακόμη χειρότερος από το προηγούμενο βράδυ. Η σκέψη πως αυτά που κάναμε μαζί, τα έκανε αυτή τη στιγμή με κάποιον άλλον, ήταν αφόρητη. Όποιος έχει περάσει χωρισμό ξέρει πως είναι το συναίσθημα που βγάζει ο συνδυασμός εγκατάλειψης και ζήλειας.
Το βράδυ δεν ήταν εύκολο να κοιμηθώ. Το κέφι στο ναδίρ. Αισθανόμουν τόσο βαρύς και χωρίς ανάσα που νόμιζα ότι θα τρυπούσα το κρεβάτι και το πάτωμα από κάτω.
Τα έβαζα και με τον εαυτό μου. Είχα την εντύπωση πως θα μπορούσα να χειριστώ καλύτερα έναν χωρισμό. Νομίζουμε πολλά για τον εαυτό μας, αλλά στην πράξη βλέπουμε τι καταφέρνουμε να χειριστούμε και τι όχι.
Χρόνια αργότερα, επειδή τα ψυχολογικά ήταν πολύ ενδιαφέροντα, θα καταλάβαινε ότι ο τροπος που αντιδρούμε σε μια κρίση, δεν είναι στον έλεγχο μας. Έχει σε κάποιο μέρος να κάνει μετα γονίδια μας, αλλά και στον τρόπο που ο εγκέφαλος και ο ψυχισμός μας, έχει έτοιμες αντιδράσεις για οτιδήποτε μας συμβεί.
Η μάνα μου είχε υποστεί οικογενειακά δυο ξεριζωμούς. Έναν από την Ήπειρο που γεννήθηκε, όταν μετά από κάποια οικονομική καταστροφή, πήγαν οικογενεικά στην Κωνσταντινούπολη και άλλον έναν όταν μετά την καταστροφή του 1922 έφυγαν κι από κεί για να έρθουν στην Αθήνα. Ο πατέρας μου επίσης άλλους δυο ξεριζωμούς. Είχε γεννηθεί στα Δαρδανέλια της Τουρκίας αλλά σε ηλικία 15 ετώ βρέθηκε στην Ίμβρο. Αργότερα το 22 κι αυτός βρέθηκε οικογενειακώς στον Πειραιά, όπου χρόνια αργότερα γνώρισε την μητέρα μου. Στον πατέρα μου οι ξεριζωμοί δεν είχαν αφήσει ψυχολογικά ίχνη. Στην μητέρα μου όμως, αρκούσε να δεις το βλέμμα της για να δεις πάντα την θλίψη για το χαμένο παρελθόν.
Πέρα από τα γονίδια μας, η ψυχολογία του καθενός έχει έτοιμες αντιδράσεις για οτιδήποτε συμβεί. Δύο διαφορετικά άτομα, δίνουν τελείως ξεχωριστό βάρος σε έναν παρόμοιο χωρισμό.
Υπάρχει όμως και η προσωπική μας χημεία. Άλλοι και σε επικίνδυνες καταστάσεις, δεν αντιμετωπίζουν παρόμοιες εκκρίσεις κορτιζόλης και αδρεναλίνης.
Σε άλλους επίσης τα επίπεδα της σεροτονίνης που ρυθμίζουν το κέφι μας και την πορεία προς την κατάθλιψη, έχουν μεγαλύτερες αντοχές στις επιθέσεις της κορτιζόλης και της αδρεναλίνης.
Εκείνο το βράδυ ο οργανισμός μου είχε μπει σε ολισθηρή πορεία, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάθλιψη.
Το πρωί ξύπνησα στα ίδια χάλια. Πήγα στα γραφεία της Γυναίκας που ήταν στην Ερμού αλλά αυτό δεν βοήθησε καθόλου. Κατά τις δώδεκα ήταν αδύνατον να συγκεντρωθώ. Μια μικρή κρίση πανικού. Υποφερτή αλλά περίεργη, μια και δεν μου είχε ξανασυμβεί.
Έφυγα από το γραφείο και πήγα στο Κολωνάκι. Πήρα τηλέφωνο και τον Δημήτρη που ήταν εκεί κοντά και ήρθε.
Καθόμασταν στην Λυκόβρυση στα ακριανά τραπέζια.
Πόσες πιθανότητες υπήρχαν να συμβεί αυτό που συνέβη μετά ;
Από την Αναγνωστοπούλου πιο ψηλά, φάνηκε μια κατακοκκινη Φεράρι. Εκείνη την εποχή δεν ξέρω αν υπήρχε και άλλη Φεράρι σε όλη την Ελλάδα. Η κόκκινη Φεράρι κατηφόρισε προς την Πλατεία και σταμάτησε πέντε μέτρα από εκεί που καθόμουν. Η πόρτα άνοιξε και από μέσα βγήκε η Αλεξάνδρα !
Από όλη την Αθήνα, εκείνη την συγκεκριμένη ώρα ακριβώς, βρήκε να κατέβει ακριβώς μπροστά μου ; Ήταν και όμορφη και μου φαινόταν καλύτερη από ποτέ. Νόμιζα ότι τα σίδερα που κρατούσαν την τέντα από πάνω μου, είχαν πέσει στο κεφάλι μου. Η καρδιά μου πρέπει να είχε πιάσει τους 150 σφυγμούς. Μαχαιριά.
“Πάμε να φύγουμε” είπα στον Δημήτρη. Δεν γινόταν να κάτσω άλλο εκεί.
Φύγαμε πράγματι και πήγαμε στο σπίτι του.
Πήγα και ξάπλωσα σ’ ένα καναπέ προσπαθώντας να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου. Αδύνατον. Την έβλεπα να κατεβαίνει από την κόκκινη Φεράρι, σαν να ήταν λούπα που έδειχνε συνεχώς την ίδια σκηνή. Να ανοίγει η πόρτα της Φεράρι και να βγαίνει η Αλεξάνδρα. Ήταν ένας ωραίος κατακόκκινμος εφιάλτης.
Ξαπλωμένος όπως ήμουν στον καναπέ, αισθανόμουν το ταβάνι να κατεβαίνει και να με συνθλίβει.
Η πραγματικότητα όσο παιρνούσε η ώρα είχε αρχίσει να παίρνει καφετί χρώμα.
Αργότερα στο μέλλον θα επιβεβαιωνα, ότι στην περίπτωση μου τουλάχιστον, όταν η κορτιζόλη και η αδρεναλίνη έχουν αρχίσει να οδηγούν τα επίπεδα της σεροτιονίνης σε κατάρρευση, η πραγματικότητα αρχίζει να γίνεται καφετιά. Την ίδια ώρα οι νευροδιαβιβαστές σε διάφορες τυχαίες περιοχές του εγκεφάλου μου, είχαν αρχίσει να μπλοκάρουν. Δεν ήξερα πως να ξεφορτωθώ αυτό το βάρος που μου πλάκωνε το στήθος. Έπαιρνα ανάσες, αλλά αισθανόμουν ότι τα πνευμόνια μου δεν γέμιζαν. Ο αέρας δεν ήταν αρκετός.
Κοίταξα το ρολόι μου έτσι όπως ήμουν ξαπλωμένος στον καναπέ. Το θυμάμαι σαν να ήταν τώρα. Ήταν πέντε το απόγευμα παρά ένα λεπτό…Πως θα την έβγαζα έτσι μέχρι το βράδυ. Αλλά και μετά το βράδυ… Και αύριο και μεθαύριο και για πάντα… Η τέλεια καταστροφή…
Στις πέντε ακριβώς, χτύπησε το τηλέφωνο. Είχε περάσει μόλις ένα λεπτό.
Ο Δημήτρης το σήκωσε και κάποια φωνή μίλησε από την άκρη της γραμμής. Ήταν μια γνωστή τραγουδίστρια, η καλύτερη φίλη της Λίζας, που ρώτησε τον Δημήτρη αν ήμουν εκεί και όταν της είπε ναι, ζήτησε να μου μιλήσει. Πήρα το τηλέφωνο. Η Τζίνα η φίλη της Λίζας μου είπε πως η Λίζα ήταν σπίτι της κρυωμένη από την Κυριακή αλλά το σπίτι καθώς είχε μετακομίσει πρόσφατα δεν είχε τηλέφωνο. Ήθελε να πάω να την δω. Ήταν σαν να μου είχε μιλήσει ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Ή ο Μιχαήλ. Ντινγκ Ντανγκ Ντονγκ. Αληλούια !!!
Δεν είχε περάσει παρά μόνο ένα λεπτό. Αλλά η ψυχολογική “μετατόπιση” που συνέβη ήταν από τα πιο περίεργα πράγματα που μου έχουν συμβεί. Ήταν σαν να μπήκε ξαφνικά μια εικόνα της Λίζας στο μυαλό μου, που έδιωξε ολοκληρωτικά τον “φάκελο” όπου ήταν καταγεγραμμένη όλη η εμπειρία των δυόμισι χρόνων με την Αλεξάνδρα.
Είναι φυσιολογικό αν υπάρχει κάποιος οδυνηρός χωρισμός, κάποια στιγμή να τον ξεπεράσεις και συχνά κάποιο άλλο άτομο μετά από κάποιο ικανό χρονικό διάστημα να “σβήσει” το προηγούμενο. Άλλες φορές πάλι κάποια σχέση αφήνει αξεπέραστες αναμνήσεις, που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε για χρόνια, κάτι που δεν είναι και τόσο ευχάριστο.
Το βράδυ του Σαββάτου ήταν η δεύτερη φορά που συναντούσα την Λίζα και αυτό που είχε υπάρξει μεταξύ μας εκείνο το παραζαλισμένο για μένα βράδυ, ήταν ααπλώς μια υποψία φλερτ.
Η εικόνα της όμως έσβησε τελείως την εικόνα της Αλεξάνδρας και από την καρδιά και από την ψυχολογία μου και από την ψυχή μου. Είχε απομείνει μόνο η νοητική γνώση της εμπειρίας.
Στην διάρκεια αυτού του ενός λεπτού στο μυαλό μου συντελέστηκε μια χημική επανάσταση. Η ροή της αδρεναλίνης και της κορτιζόλης σταμάτησε αστραπιαία και αντικαταστάθηκε μάλλον από ντοπαμίνες, ενδορφίνες , εγκεφαλίνες και εγώ δεν ξέρω τι άλλο.
Δεν έχει σημασία τι έγινε στη συνέχεια. Ή μάλλον έχει γιατί υπάρχουν κάποια διδακτικά, για την ψυχολογία των σχέσεων και τον τρόπο που λειτουργούμε κάτω από την πίεση των χημικών μας. Αλλά ίσως τα πούμε αυτά κάποια άλλη φορά.
Καθώς μπήκα στο αυτοκίνητο για να πάω να συναντήσω την Λίζα, αυτό που με απασχολούσε ήταν ο περίεργος τρόπος που λειτουργεί το μυαλό μας και το πόσο μια απρόβλεπτη συγκυρία μπορεί να αλλάξει τη ζωή μας.
Όμως εκείνο που μου έμεινε από αυτή την εμπειρία ήταν η κατανόηση της χημικής υπόστασης των συναισθημάτων μου. Τόσο ο έρωτας μου για την Αλεξάνδρα αυτό που είχα ζήσει επί δυόμισι χρόνια, όσο και η στεναχώρια μου για το ότι με είχε αφήσει, δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα χημικών διεργασιών που δεν μπορούσα να ελέγξω.
Πως γινόταν ένα τηλεφώνημα και τα λόγια που άκουσα ( που “τεχνικά” ήταν ένα ηλεκτρικό σήμα που διαβιβάστηκε στους νευρώνες μου), να ήταν αρκετό, για να άλλάξει ολότελα το τοπίο.
Απλώς ήταν. Δεν ξέρω πως, αλλά ήταν.
Γιατί χάρη σ’ αυτό το τηλεφώνημα από μια κοπέλα που δεν είχα καν σχέση, έσβησε ολοκληρωτικά μια ερωτική εμπειρία. Μια εμπειρία που είχε ξαφνικά μεταμορφωθεί σε πληγή. Χρόνια αργότερα θα καταλάβαινα, ότι απλώς είχα υπάρξει πολύ τυχερός.
Η κατάθλιψη είναι από εκείνες τις λέξεις που χρησιμοποιούνται συχνά αλλά κατανοούνται σπάνια. Η κατάθλιψη παρουσιάζεται συνήθως με δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους. Από τη μία πλευρά, ως μια καθαρά βιολογική διαταραχή του εγκεφάλου, που οφείλεται σε έλλειψη ορισμένων νευροδιαβιβαστών, όπως η σεροτονίνη. Από την άλλη, ως ένα ψυχολογικό πρόβλημα που προκύπτει από δύσκολες εμπειρίες ζωής, απογοητεύσεις, απώλειες ή οικονομικές πιέσεις.
Η πραγματικότητα, όπως συμβαίνει συχνά με τα ανθρώπινα φαινόμενα, βρίσκεται κάπου ανάμεσα.
Για όσους έχουν περάσει πραγματικά μέσα από την εμπειρία της κατάθλιψης, το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι κάτι που βιώνεται στο σώμα, στη σκέψη, στη διάθεση και στη σχέση με τον κόσμο. Και εκεί ακριβώς αρχίζει να γίνεται φανερό ότι η διάκριση ανάμεσα στην «ψυχολογική» και τη «χημική» κατάθλιψη είναι σε μεγάλο βαθμό τεχνητή.
Οι συνθήκες της ζωής επηρεάζουν βαθιά τη χημεία του εγκεφάλου. Και η χημεία του εγκεφάλου επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τη ζωή.
Ο εγκέφαλος δεν είναι μια στατική μηχανή. Είναι ένα ζωντανό, δυναμικό σύστημα που μεταβάλλεται συνεχώς ανάλογα με τις εμπειρίες μας. Οι νευροεπιστήμονες χρησιμοποιούν τον όρο «νευροπλαστικότητα» για να περιγράψουν αυτή τη δυνατότητα του εγκεφάλου να αλλάζει τις συνδέσεις του ανάλογα με αυτά που συμβαίνουν γύρω μας.
Ένα έντονο στρες, μια οικονομική κατάρρευση, μια συναισθηματική απώλεια ή μια περίοδος παρατεταμένης ανασφάλειας, δεν επηρεάζουν μόνο τη διάθεση. Επηρεάζουν πραγματικά τη λειτουργία των νευροδιαβιβαστών, τις ορμόνες του στρες και τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν μεταξύ τους οι νευρώνες.
Με άλλα λόγια, οι εμπειρίες της ζωής γράφονται μέσα στον εγκέφαλο.
Αυτός είναι και ο λόγος που πολλοί άνθρωποι που περνούν κατάθλιψη μπορούν να εντοπίσουν αρκετά καθαρά τη σχέση ανάμεσα στις δυσκολίες της ζωής τους και στη ψυχική τους κατάσταση. Όταν οι συνθήκες γίνονται ασφυκτικές, το μυαλό αρχίζει να βυθίζεται σε μια κατάσταση κόπωσης, απαισιοδοξίας και αδυναμίας.
Και το εντυπωσιακό είναι ότι, μερικές φορές, η κατάθλιψη μπορεί να εξαφανιστεί σχεδόν απότομα όταν αλλάξουν αυτές οι συνθήκες.
Όταν μια οικονομική πίεση λυθεί, όταν μια σχέση που προκαλούσε πόνο τελειώσει, όταν εμφανιστεί μια νέα προοπτική ή μια αίσθηση ελπίδας, η διάθεση μπορεί να μεταβληθεί μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κατάθλιψη ήταν «φανταστική» ή «υπερβολική». Σημαίνει απλώς ότι ο εγκέφαλος ανταποκρίνεται πολύ άμεσα στις αλλαγές του περιβάλλοντος.
Η κατάθλιψη, όσο βαριά κι αν φαίνεται τη στιγμή που τη βιώνει κανείς, δεν είναι μια μόνιμη κατάσταση. Είναι μια φάση στην οποία ο εγκέφαλος βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη ισορροπία — μια ισορροπία που μπορεί να αλλάξει.
Ο άνθρωπος δεν είναι ούτε απλώς μια βιολογική μηχανή ούτε μόνο ένα ψυχολογικό ον. Είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο: ένα πλάσμα στο οποίο η βιολογία, η εμπειρία και το νόημα της ζωής συνδέονται στενά μεταξύ τους.
Και ίσως αυτή η κατανόηση να είναι το πρώτο βήμα για να αντιμετωπίσουμε την κατάθλιψη όχι ως μια μυστηριώδη και ανεξήγητη κατάσταση, αλλά ως μια ανθρώπινη εμπειρία που μπορεί να γίνει κατανοητή και, τελικά, να ξεπεραστεί.
Κάποιες φορές αρκεί ένα τηλεφώνημα…κάποιες άλλες μια σωστή λέξη ή μια σωστή κουβέντα, είναι αρκετές για να μας βγάλουν από το σκοτάδι…
Η Λίζα ήταν πράγματι σπίτι της και με περίμενε…
Και ήταν η πιο όμορφη κοκκινομάλλα που γνώρισα ποτέ…