Ενας πατέρας και δύο κόρες
Αλλά αν οι γονείς είναι μυθικά σύμβολα για τα παιδιά τους, το ίδιο μυθικά σύμβολα είναι και τα παιδιά για τους γονείς τους.
Η Δέσποινα κάθισε στην μέση του καναπέ στην βεράντα και δίπλα της κάθισαν οι δυο «κολλητές» της. Η Αλίκη και η Στεφανία. Και πιο δίπλα η αδελφή της, η Αφροδίτη. Εγώ και η Ευγενία, γράφαμε την εικόνα στα κινητά μας. «Happy birthday to you…» οι παιδικές φωνούλες ακούστηκαν νωρίς το απόγευμα. Και μετά στα ελληνικά. « Να ζήσεις Ντοτούλα…». Το χαϊδευτικό της είναι Ντότη. Εξ αντανακλάσεως από το χαϊδευτικό της αδελφής της. Η Αφροδίτη έγινε Ντίτη όταν ήταν βρέφος, για να το ακούει πιο εύκολα και η μικρή έγινε Ντότυ, γιατί πακετάρεται πιο εύκολα με το άλλο. Η Ντίτη και η Ντότη. Η Αφροδίτη και η Δέσποινα. Οι κόρες μου. Κόρες ήθελα. Η γενιά μου στο αρσενικό της μέρος, θα τελειώσει εδώ με μένα. Θα συνεχίσει ως θηλυκή γενιά. Θα ζω μέσα στις κόρες μου. Όπως και οι γονείς μου ζουν εντός μου. Συνεχίζουμε αενάως ο ένας μέσα στον άλλον. Ενσωματώνουμε τους αγαπημένους μας, όπως ενσωματώνουμε και τους έρωτές μας. Ενεστώτες και παρελθόντες.
Όταν γεννήθηκε η Αφροδίτη και αργότερα όταν γεννήθηκε και η Δέσποινα, απέκτησα μια διττή αντίληψη της ζωής. Από τη μια ζούσα μεν την δική μου ζωή και από την άλλη η ζωή μου είναι η μελλοντική ανάμνηση που θα έχουν οι κόρες μου. Πολύ συχνά άφηνα την προσωπική μου ζωή και ζούσα μόνο ως μελλοντική ανάμνηση. Αυτά που κάνω , οι πράξεις μου, οι κινήσεις μου τα λόγια μου, είναι το ένα μέρος της λεωφόρου μέσα στο οποίο θα κινηθεί η ζωή τους. Τα άλλο μέρος, είναι οι πράξεις, οι κινήσεις και τα λόγια της Ευγενίας. Της μητέρας τους.
Από την στιγμή που αποκτούν παιδιά οι γονείς παύουν να είναι απλώς άνθρωποι για τα παιδιά τους. Γίνονται σύμβολα. Μυθικά σύμβολα που ζουν στο ασυνείδητο των παιδιών τους. Το παράδειγμά τους, είτε το εγκρίνουν είτε το απορρίπτουν, καθορίζει το μοτίβο των επιλογών τους.
Αλλά αν οι γονείς είναι μυθικά σύμβολα για τα παιδιά τους, το ίδιο μυθικά σύμβολα είναι και τα παιδιά για τους γονείς τους. Οι δυο κόρες μου, η Αφροδίτη και η Δέσποινα, όπως ξέρω τώρα, ήταν οι πιο βαθιές ρίζες της ζωής μου. Αγαπούσα πολύ τους δικούς μου γονείς, τον Ευάγγελο και την Αφροδίτη. Ήταν οι καλύτεροι άνθρωποι, που θα μπορούσε να έχει ορίσει η μοίρα μου. Αλλά όταν έφυγαν, δεν βίωσα το αίσθημα της απώλειας. Δεν βίωσα τίποτα, παρά μόνο ένα αίσθημα γαλήνης. Εδώ και χρόνια, ο Ευάγγελος και η Αφροδίτη, αφού περιπλανήθηκαν, εκεί που περιπλανήθηκαν, γύρισαν και ζουν εντός μου. Εγώ περιπλανιέμαι εδώ και σε ένα μέρος που μου είναι ακόμη άγνωστο.
Η μεγαλύτερη απώλεια της ζωής μου ήταν η ρίζα με τις κόρες μου. Όταν χωρίσαμε με την Ευγενία, κάτι που έπρεπε να γίνει και μια και εγώ είχα πέσει, η Ευγενία έπρεπε να μείνει όρθια για να προστατέψει την Αφροδίτη και την Δέσποινα. Αλλά αυτό αναγκαστικά σήμαινε ότι έπρεπε να χάσω ένα μέρος από το βίωμα τους μεγαλώματός τους. Ήθελα να τους διαβάζω τον Μικρό Πρίγκιπα, όταν έπεφταν να κοιμηθούν και να κάνω την Αλεπού και τον έναν και τον άλλον. Ήθελα το πρωί όταν ξυπνάνε να έρχονται και να χοροπηδάνε πάνω στο κεφάλι μου. Δεν το έζησα αυτό και είναι κάτι που δεν αντικαθίσταται. Μου βγήκε η καρδιά, όταν έπαψα να ζω με τις κόρες μου. Μου βγήκε η καρδιά και δεν πρόκειται, ούτε θέλω να επιστρέψει. Αυτή ήταν η μοίρα μου και όλα είναι καλά καμωμένα. Είμαι ένας άλλος άνθρωπος. Έτσι έπρεπε να γίνω. Έχω αισθήματα. Ερωτεύομαι. Αγαπάω. Και όταν θέλω όλα σβήνουν.
Οι δυο κόρες μου, η Αφροδίτη και η Δέσποινα, είναι ότι καλύτερο μου επεφύλασσε η μοίρα μου. Δεν έχω κανέναν παράπονο από τη ζωή μου. Όλα είναι καλά καμωμένα.
Όταν γεννήθηκε η Αφροδίτη, πριν δεκαπέντε και μισό χρόνια, τότε που ήμουν ένας άλλος άνθρωπος, είχα γράψει ένα άλλο σημείωμα. Την Γέννηση.
Η ΓΕΝΝΗΣΗ
(Δεκέμβριος 1999)

Mήπως σας βρίσκεται ένα τσιγάρο;» ρώτησα τον κύριο που καθόταν δυο καθίσματα πιο εκεί.«Βεβαίως, βεβαίως», μου είπε εκείνος και, λίγο ξαφνιασμένος που τον έβγαλα από τις σκέψεις του, έβγαλε με βιαστικές κινήσεις ένα πακέτο από την τσέπη του και μου έδωσε ένα τσιγάρο. Μετά, ξανάβαλε το πακέτο στην τσέπη του και ξαναβυθίστηκε στις σκέψεις του. “Εβαλα το τσιγάρο στο στόμα μου και περίμενα. Εκείνος τίποτα. Συγγνώμη, μήπως έχετε κι έναν αναπτήρα, γιατί δεν ξέρω τον χορό της φωτιάς», του είπα. «Ω, βέβαια ,συγγνώμη, μου είπε, «ξέρετε…» και μου έδωσε τον αναπτήρα του. «Ξέρω», του είπα ανάβοντας το τσιγάρο. «Κοριτσάκι»; τον ρώτησα ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα. Όχι, αγοράκι» μου είπε. «Να σας ζήσει», του είπα. «Ευχαριστώ», μου είπε, «εσείς αγοράκι;» Οχι, κοριτσάκι`, του είπα. «Α, να σας ζήσει. Ωραία είναι τα κοριτσάκια, έχω κι εγώ ένα», μου είπε. «Ευχαριστώ», του είπα και κοιταχτήκαμε κουνώντας τα κεφάλια μας με αλληλο- κατανόηση. Μετά πήγα μέχρι την πόρτα της αίθουσας αναμονής και βγήκα έξω. Το πρωινό της 23ης Δεκεμβρίου ήταν ένα ωραίο και κρύο χειμωνιάτικο πρωινό. `Ηταν γύρω στις εννιά παρά τέταρτο. Τα σύννεφα πάνω από τον Υμηττό είχαν τραβηχτεί αφήνοντας το ήλιο να ξεπραβάλει. «Ωραία είναι», σκέφτηκα. Όταν τέλειωσα το τσιγάρο, ξαναμπήκα μέσα και κάθισα πάλι κοντά στη Δέσποινα και στον Νίκο.Kαπνίζεις πάλι;» μου είπε η Δέσποινα. «Μόλις ξανάρχισαν, της είπα. Καθίσαμε για λίγο χωρίς να μιλάμε. Μετά ακούστηκε το όνομά μου από τα μεγάφωνα και ο Σπύρος Σαρρής εμφανίστηκε σε μια πόρτα στο βάθος του διαδρόμου.
`Ηταν η ώρα για την επίσημη ενημέρωση. «Ωραία ποδιά», του είπα, όταν τον πλησίασα, «πού μπορώ να βρω κι εγώ μία; Πάντα ήθελα να γίνω παγωτατζής». «Βρε άσε τις σαχλαμά- ρες. Τώρα είσαι πατέρας πρέπει να σοβαρευτείς», μου είπε ο Σπύρος. «Σοβαρά το λέω, μου αρέσει αυτό το τυρκουάζ χρώμα», του είπα. «Λοιπόν, όλα πήγαν καλά, το μωράκι σου το είδες, είναι μια χαρά, θα κρατήσω την Ευγενία κάνα δυο ώρες ακόμη μέχρι να συνέλθει, γιατί χρειάστηκε να της κάνουμε ολική νάρκωση, και μετά θα σου τη στείλω επάνω στο δωμάτιο. Εσείς μπορείτε να πάτε επάνω από τώρα. Να σου ζήσει». «Σ` ευχαριστώ, Σπύρο μου», του είπα σφίγγοντάς του το χέρι, «αλλά να ξέρεις, αν σε ξαναδώ με τη γυναίκα μου Θα το πώ στη γυναίκα σου». «Βρε, άντε από `δώ», μου είπε ο Σπύρος. Πήρα τη Δέσποινα και τον Νίκο και ανεβήκαμε στο δωμάτιο. “Ωσπου να ξυπνήσει η Ευγενία, θα πάω να το πω στη μητέρα μου, θα περάσω λίγο κι από το γραφείο και θα ξανάρθω» είπα στη Δέσποινα. Ύστερα από λίγο βρισκόμουν στο Ψυχικό. Η μάνα μου χάρηκε πολύ μόλις της είπα ότι, εκτός από μάνα μου, την είχα κάνει και γιαγιά. Μόνο που δεν χοροπήδαγε. Κι εγώ χάρηκα που χάρηκε. Και για το ότι ήταν κοριτσάκι και της δώσαμε το όνομά της. Αφροδίτη. Ωραίο όνομα. Τη μάνα μου την αγαπάω πολύ. Τώρα πια έχω μεγαλώσει, έχω κόψει τον ψυχολογικό ομφάλιο λώρο που με συνέδεε μέχρι και πριν από λίγα χρόνια μαζί της, είμαι πια κι εγώ πατέρας και από αυτή τη μεριά μπορώ να την καταλάβω καλύτερα, αλλά η αγάπη παραμένει η ίδια. `Ηταν πάντα μια καλή μάνα. Και τον Ευάγγελο, τον πατέρα μου, τον αγαπάω το ίδιο, παρ` όλο που έχει φύγει εδώ και εννιά χρόνια. `Ηταν κι αυτός καλός πατέρας. Τώρα μπορώ κι αυτόν να τον καταλάβω καλύτερα.
Ζει, βέβαια. Τον αισθάνομαι και στα κύτταρά μου και στην ψυχή μου. Και ο Άγγελος, ο πατέρας της Ευγενίας που κι αυτός έφυγε πριν από λίγα χρόνια, ζει μέσα από την Ευγενία και τώρα μέσα στη μικρή Αφροδίτη. Και ο Ευάγγελος και η Αφροδίτη, η μάνα νου, και ο Αγγελος και η Δέσποινα και εγώ αι η Ευγενία συναντιόμαστε μέσα στη μικρή Aφροδίτη. Είμαστε όλοι μια οικογένεια. Κατά τις δέκα έφυγα από το σπίτι της μάνας μου στο Ψυχικό και άρχισα να ανεβαίνω προς το Μαρούσι, στα γραφεία της Γυναίκας. Το ψιλό χιονόνερο που έπεφτε εκείνη την ώρα και ο ήλιος από την άλλη μεριά σχημάτιζαν ένα ουράνιο τόξο πάνω από το Ιασώ τη ώρα που περνούσα μπροστά από την Κηφισίας. «Ωραίο εφέ ο Μεγαλοδύναμος», σκέφτηκα. Τα γραφεία ήταν σχεδόν άδεια λόγω των Χριστουγέννων. Πήγα στο γραφείο μου στον τέταρτο όροφο περίμενα να έρθει ο καφές μου και μετά άναψα ένα ακόμη τσιγάρο. «Ωραία», σκέφτηκα κοιτάζοντας και τον ήλιο και τα σύννεφα και το χιονόνερο. «Ωραία».
Το προηγούμενο βράδυ είχα γυρίσει αργά στο σπίτι, γύρω στις δυόμισι. Η Ευγενία θα γεννούσε έτσι κι αλλιώς με καισαρική και είχαμε κανονίσει να μπούμε στο μαιευτήριο μετά από λίγες μέρες, ώστε η Αφροδίτη να γεννηθεί στα δικά μου γενέθλια. Διάβασα λίγο, έσβησα το φως κατά τις τρεις και μετά από κάνα δεκάλεπτο με είχε πάρει ο ύπνος. Ξύπνησα γύρω στις τέσσερις και τέταρτο από το φως που άναψε ξαφνικά στο δωμάτιο. Η Ευγενία στεκόταν στην πόρτα του μπάνιου. «Ξύπνα», μου είπε, «έχω αίμα. Πρέπει να πάμε στο νοσοκομείο. Θα γεννήσω». Σηκώθηκα και άρχισα να βάζω το παντελόνι μου. Καθώς έκανα δυο βήματα πιο εκεί μου ήρθε μια ζαλάδα. Το στομάχι μου είχε γίνει φιόγκος. Η έλλειψη ύπνου και αυτή η φράση «έχω αίμα, θα γεννήσω» μου έφεραν σκοτοδίνη. Κάθισα ατην άκρη ου κρεβατιού. «Έχεις τίποτα;» μου είπε η Ευγενία. «Εχεις γίνει σαν τον Φου Μαν Τσου». Δώσε μου δυο λεπτά να κάνω μια ανακατανομή της ροής του αίματος», της είπα και κάθισα ανάσκελα στο κρεβάτι. «Αν δεν μπορείς να οδηγήσεις, δεν πειράζει», είπε η Ευγενία, «έλα Θα οδηγήσω εγώ, Θα σέ αφήσουμε εσένα στο ΚΑΤ κι έρχεσαι να μας βρεις αργότερα. «Βρε, άντε από `δώ», της είπα. Τα αίμα είχε αρχίσει να έρχεται πάλι στο κεφάλι μου. Σηκώθηκα και έβαλα το μπουφάν μου «Πάμε», της είπα. `Υστερα από δέκα λεπτά βρισκόμασταν στο Ιασώ. Η Ευγενία γέννησε με καισαρική. Η επισκληρίδιος δεν την έπιασε καλά και χρειάστηκε να κάνει ολική νάρκωση Ταλαιπωρήθηκε λιγάκι, αλλά τα πήγε μια χαρά. Η Ευγενία είναι πιο γενναία απ όσα συνήθως νομίζει. Η Αφροδίτη γεννήθηκε οκτώ και είκοσι το πρωΐ της 23ης Δεκεμβρίου τού 1999. Την είδα για πρώτη φορά λίγο μετά το οκτώμισι. Σκύψαμε από πάνω της μαζί με τη Δέσποινα και τον Νίκο και κοιτάζαμε σαν χαζοί το μικρό φασκιωμένο πλασματάκι. «Ιδια εσύ είναι», είπε στο τέλος η Δέσποινα. «Κανείς δεν είναι τέλειος», της απάντησα. Λίγε αργότερα στην αίθουσα των νεογέννητων είχα μείνει να κοιτάζω με περιέργεια ανάμικτη με θαυμασμό για το ακατανόητο γεγονός, την νεογέννητη κόρη μου. Όταν μετά από καμιά δεκαριά λεπτά Θυμήθηκα να σηκώσω το κεφάλι, πρόσεξα ότι όλοι οι γονείς κάθονταν πάνω από τα μωράκια τους κοιτάζοντάς τα αμίλητοι, λες και έβλεπαν άλιεν. Από μία άποψη έχουν δίκιο.
Μας έφεραν την Αφροδίτη στο δωμάτια την επομένη το πρωί. `Ηταν 24 Δεκεμβρίου, η μέρα της γιορτής της Ευγενίας, που είχε μεν συνέλθει, αλλά ακόμη πονούσε από την καισαρική. Ήταν η πρώτη στιγμή που η Ευγενία έβλεπε κανονικά το μωράκι της. Της το είχαν δώσει και αμέσως μετά τη γέννα, αλλά έτσι όπως ήταν ναρκωμένη δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα. Βλέποντάς τες και τις δυο μαζί είχα την εντύπωση ότι παρακολουθούσα μια ταυτόχρονη, διπλή γέννα. Η Αφροδίτη που γεννιόταν ως μωρό και η Ευγενία που γεννιόταν για δεύτερη φορά, ως μητέρα τώρα. Αν μπορούσα να δω την εικόνα από μακριά, τότε θα έβλεπα μια τριπλή γέννα. Γεννιόμουν κι εγώ ως πατέρας. Η νοσοκόμα έδωσε στην Ευγενία το μωράκι, που το πήρε στα χέρια της προσεκτικά. Στα μάτια της ήταν ζωγραφισμένο το Θαύμα. Όπως κι εγώ, δεν μπορούσε και εκείνη να συνειδητοποιήσει ότι ήταν το παιδί της. `Ετσι είναι με τα μεγάλα γεγονότα της ζωής. Υπάρχει μια επιφανειακή συνειδητοποίηση, αλλά η πραγματική εσωτερική συνειδητοποίηση έρχεται αργότερα γύρω στους έξι μήνες μετά το συμβάν. `Ενα δευτερόλεπτο της ψυχής κρατάει όσο έξι ανθρώπινοι μήνες. «Θέλετε να το πάρετε κι εσείς στα χέρια σας; Μην φοβάστε, δεν σπάει», μου είπε η νοσοκόμα καθώς με έβλεπε να διστάζω. «Προσέξτε μόνο να κρατάτε το κεφαλάκι της σταθερό, να μην γύρει μπρος ή πίσω». Την πήρα στα χέρια μου προσεκτικά. Τελικά, δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Η νοσοκόμα είχε δίκιο. Τα μωρά δεν σπάνε εύκολα.
Ύστερα από λίγο βρήκα έναν πρακτικό τρόπο να την κρατάω και να έχω ελεύθερο και το ένα μου χέρι. Πέρασα το δεξί μου χέρι μέσα από το νυχτικό της, ακούμπησα την πλατούλα της στην παλάμη μου και πέρασα τον αντίχειρα κάτω από την αριστερή της μασχάλη. Ανάμεσα στον δείκτη και στον μέσο στήριξα το κεφαλάκι της, ενώ με τον παράμεσο και τον μικρό τύλιξα το δεξί της ώμο.” Έτσι που την κρατάς είναι σαν τον Φασουλή”, είπε η Ευγενία. `Εμεινα έτσι στην πολυθρόνα κρατώντας την περισσότερο από μιάμιση ώρα. Ήταν η μέρα που έρχονταν οι πρώτες επισκέψεις, και ήταν η πρώτη φορά που η κόρη μου με κάλεσε στον κόσμο της. Οι ήχοι έγιναν λίγο μακρινοί. Ήμουν εκεί και ήμουν πέρα. «Ωραία», σκέφτηκα. Οι φίλοι έμπαιναν κι έβγαιναν και εγώ κουνούσα απλώς το κεφάλι μου σαν να έβλεπα ταινία. Η Αφροδίτη μου έλεγε ποιος ήταν τι. Έτσι όπως ήταν καθαρή η ψυχή της, τους έβλεπε όλους έτσι ακριβώς όπως ήταν και με τον μυστικιστικό της τρόπο μου το περνούσε κι εμένα. `Ηταν όλα όπως τα περίμενα. Άλλο, βέβαια, να το υποθέτεις και άλλο να το ζεις.

Καθίσαμε στο μαιευτήριο πέντε μέρες. Γυρίσαμε στο σπίτι στις είκοσι οκτώ του μηνός, στα γενέθλιά μου. `Εχουμε έρθει σ` αυτό το σπίτι εδώ και περίπου έναν χρόνο. Ήταν η πρώτη φορά που κάθισα όλη μέρα στο σπίτι. Κατά τις τέσσερις το απόγευμα η Ευγενία κουράστηκε και κοιμήθηκε. Πήρα μια πολυθρόνα και την έβαλα μπροστά στη μεγάλη μπαλκονόπορτα που έβλεπε προς τη δύση. Πήρα και την Αφροδίτη στα χέρια μου και κάθισα στην πολυθρόνα κοιτάζοντας τα δέντρα και τον ήλιο που έδυε. Ήταν διάφορα δέντρα και μπροστά ένα μεγάλο από εκείνα που χάνουν τα φύλλα τους. Λεύκα ήταν; Δεν ξέρω. Δεν ξέρω κι από δέντρα, ήταν πάντως ένα ψηλό δέντρο. Κοίταξα την υλοποιημένη απόληξη της ψυχής της κόρης μου, που κρατούσα στα χέρια μου, δηλαδή το σωματάκι της. Από μέρες ήδη ένιωθα την ουσία της να μπαίνει μέσα μου. Τα κύτταρά της γέμιζαν τα κύτταρά μου, η ψυχή της έμπαινε μέσα στην ψυχή μου. Γινόμασταν ένα μαζί και με την Ευγενία που κοιμόταν παραδίπλα. Είναι ένα Θαύμα η γέννηση, περισσότερο απ` όσο μπορούσα να φανταστώ. Σ` αυτή τη ζωή υπάρχουν τρεις μεγάλες υπερφυσικές εμπειρίες. Υπάρχουν κι άλλες, βέβαια, αλλά απαιτούν άλλο βαθμό μύησης. Από αυτές, λοιπόν τις τρεις βασικές υπερφυσικές εμπειρίες οι δύο μπαίνουν στη σφαίρα του ακατανόητου από τη συνειδησιακή μεριά των πέντε αισθήσεων. Η πρώτη είναι η γέννησή μας. Συνειδησιακά η δική μας γέννηση δεν μπαίνει στην κατανόησή μας. Παρ` όλο που, τον πρώτο καιρό της γέννησής μας, γνωρίζουμε πολύ περισσότερα από αυτά που συχνά με μεταφυσική αγωνία προσπαθούμε να καταλάβουμε, ή μάλλον να «θυμηθούμε» στην υπόλοιπη ζωή μας, η γέννησή μας, καθώς η «ουσία» μας προσπαθεί να μπορέσει να χειριστεί τα δεδομένα του υλικού κόσμου μέσα από τις ακόμη πολύ περιορισμένες δυνατότητες του εγκεφάλου μας, δεν είναι δυνατόν να καταγραφεί. Ο Θάνατός μας, πάλι, το αντίθετο της γέννησής μας, μας γυρίζει στην πηγή μας και επομένως κι αυτή δεν καταγράφεται συνειδησιακά. Η μόνη υπερφυσική εμπειρία που μπορεί πρακτικά να μας διδάξει συνειδησιακά, καθώς ζούμε σ` αυτόν τον κόσμο, είναι η γέννηση των παιδιών μας. Εκείνο το απόγευμα πέρασα περίπου δύο ώρες κρατώντας την Αφροδίτη στην αγκαλιά μου. Την έβλεπα να βυθίζεται στον κόσμο της, που περιείχε όλη τη γνώση του κόσμου της προέλευσής της και κάποιες στιγμές για ελάχιστα δευτερόλεπτα μόνο, στην αρχή, να «φτάνει» για πρώτη φορά στον δικό μας κόσμο. Ήταν φανερό ότι ακόμη δεν μπορούσε να καταλάβει περί τίνος επρόκειτο ή, για να είμαι πιο ακριβής, δεν μπορούσε να χειριστεί την τεράστια γνώση της – μια γνώση που την έχει κάθε παιδί που γεννιέται – με το ακόμη άγνωστο και «παρθένο» σύστημα του οργανισμού της. Δεν προσπάθησα να καταλάβω. Την άφησα να μου «θυμίσει». Αφέθηκα στον δικό της κόσμο. Το τι κατάλαβα δεν το ξέρω ούτε προσπάθησα να το αποκωδικοποιήσω. `Ηταν πάντως καλό, ό, τι και να ήταν. Τις πρώτες μέρες, τα βράδια, τις ώρες που η Ευγενία κοιμόταν, κρατούσα πάλι την Αφροδίτη στην αγκαλιά μου. «Δεν Θα σου αρέσει καθόλου αυτό», μου έλεγε καμιά φορά η Ευγενία. «Τι λες τώρα», της έλεγα, «πόσες φορές στη ζωή του έχει κανείς την τύχη να περνάει τις νύχτες του αγκαλιά μ` ένα νεογέννητο και να είναι μάλιστα και δικό του; Αυτό είναι τύχη, παιδάκι μου». Από τη δεύτερη μέρα, η επίσης νεογέννητη υπό άλλη ιδιότητα Ευγενία είχε μετατραπεί σε μια άψογη μάνα. Όσες φορές και να ξύπναγε το βράδυ, έμοιαζε να μην την νοιάζει. Έμαθα κι εγώ ν` αλλάζω πάνες. «Μπράβο, γρήγορα έμαθες, μου είπε την τρίτη μέρα η Ευγενία. «Μια ζωή προπόνηση στην αλλαγή πάνας κάναμε, δεν ήταν και δύσκολο», της είπα.
«Ακόμη δεν μπορώ να πιστέψω ότι έχουμε ένα δικό μας μωράκι, μου είπε ένα απόγευμα η Ευγενία. «Ούτε κι εγώ», της είπα. «Προφανώς παίρνει κάποιο χρόνο. Αλλά να θυμάσαι πως, όσο κι αν είναι δικό μας αυτό το μωράκι, στην πραγματικότητα δεν είναι δικό μας. Κάθε άνθρωπος που γεννιέται είναι καταρχάς “δικός” του και μετά οποιουδήποτε άλλου. Παρ` όλο που πρακτικά εσύ κι εγώ κάναμε την Αφροδίτη, εντούτοις έγινε και από μόνη της ή μάλλον από Αυτόν που μας έκανε όλους. Θα έχει τη δική της μοίρα, που έχει διαγραφεί από τότε που φτιάχτηκε ο κόσμος. Θα ζήσει τη ζωή της με τα καλά της και τα κακά της κι εσύ κι εγώ, όσο και να την αγαπάμε, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι αυτό. Μακάρι να είναι στη μοίρα μας και στη μοίρα της να γίνουμε δυο καλοί γονείς. Και θα πρέπει να την αγαπήσουμε τόσο που να της κάνουμε εύκολο κάποια μέρα να μας αφήσει για να κυνηγήσει τη δική της ζωή. Κατά τ` άλλα είναι περισσότερο δική σου παρά δική μου. Εσύ την κράτησες εννιά μήνες στην κοιλιά σου, εσύ μπήκες στο χειρουργείο, εσύ ξενυχτάς και την θηλάζεις. Στη δική σου αγκαλιά περισσότερο, παρά στη δική μου, αναγνωρίζει τον κόσμο μας. Δική μου δουλειά είναι να σας προστατεύω ακόμη και με τη ζωή μου. Και όχι μόνο εσένα και την Αφροδίτη, αλλά όλες τις μάνες και τα μωρά τους. Αυτό είναι το χρέος τού άντρα. Να γίνεται κυνηγός και προστάτης για τη νέα ζωή. Εγώ έρχομαι πια σε δεύτερη μοίρα. Ο κόσμος ανήκει σε σας».
`Υστερα από καμιά βδομάδα, η Αφροδίτη μπήκε στο ωράριό μας. Διακριτικό μωράκι. Παρ` όλο που το βράδυ πια δεν χρειαζόταν να ξενυχτάω, έμενα πολλές φορές ξάγρυπνος μέχρι αργά. Καθόμουν μόνος μου στο σαλόνι χωρίς να σκέφτομαι. Τα μωρά έχουν αυτή την ιδιότητα. Είναι σαν τη φωτιά και σαν τη Θάλασσα. Μέσα στα βράδια, και ακούγοντας μουσική, το μυαλό έπαυε κάποια διαστήματα να σκέφτεται. Η Αφροδίτη είχε ξυπνήσει πάλι το άλλο μου μυαλό. Εκείνο που δεν σκέφτεται με τον εγκέφαλο. Βαπτίστηκα και πάλι σ` αυτή τη μετουσίωση. Την άφησα να με πάει όσο μακριά ήθελε. Η μετάλλαξη έγινε πια πλήρης…
Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς κύλησε ήσυχα και οικογενειακά. Η Αφροδίτη, η Ευγενία, η Δέσποινα, η Ανέτα κι εγώ. Η μία μετά την άλλη, μέσα από βεγγαλικά και πυροτεχνήματα, οι περιοχές τού κόσμου μπήκαν στο 2000. Τώρα πια όλοι ζούμε στο Μέλλον. Και έτσι όλοι μαζί θα γνωρίσουμε το Ερχόμενον.