Η Παρί των πανάκριβων μικρών
Η Παρί Σεν Ζερμέν κατέκτησε δύο διαδοχικά Τσάμπιονς Λιγκ όχι επειδή απαρνήθηκε τους σταρ, αλλά επειδή επένδυσε ακριβά σε νεότερους παίκτες με φιλοδοξία.
Διαβάζω, ενώ επιστρέφω από τη Βουδαπέστη (για την οποία θα σας γράψω αύριο), ότι η Παρί Σεν Ζερμέν κέρδισε το δεύτερο σερί Τσάμπιονς Λιγκ στην ιστορία της γιατί έδιωξε τον Εμπαπέ κι έφτιαξε μια ομάδα χωρίς φίρμες κτλ. κτλ. Πρόκειται για υπερβολές. Αν πεις στον Ντεμπελέ, στον Κβαρατσκέλια και στον Μαρκίνιος ότι δεν είναι μεγάλοι ποδοσφαιριστές, αν δεν σε δείρουν, θα βάλουν τα γέλια. Κι αν πεις στον Λουίς Ενρίκε ότι η ομάδα κερδίζει αποκλειστικά χάρη στον έλεγχό του, θα σε κοιτάξει όπως κοιτάμε τους ανθρώπους που παραληρούν.
Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Η Παρί παρουσίασε πέρυσι, για να κερδίσει την Ίντερ, μια παράσταση ποδοσφαιρικής τελειότητας. Ίσως γιατί μόνο όντας αψεγάδιαστη μπορούσε να κατακτήσει ένα τρόπαιο που η ίδια δεν είχε κερδίσει ποτέ. Ο προπονητής της, ο καλός Λουίς Ενρίκε, το είχε κατακτήσει το 2015. Όταν το κατέκτησε με την Παρί, απέδειξε πως δεν το είχε πετύχει καθόλου τυχαία τότε. Τότε έλεγαν πως το κέρδισε γιατί είχε τον Νεϊμάρ, τον Μέσι και τον Σουάρες· τον αδικούσαν, γιατί χωρίς αυτόν αυτοί το τρόπαιο αυτό δεν το ξανακέρδισαν ποτέ. Τώρα λένε πως κερδίζει γιατί στην Παρί δεν υπάρχουν τέτοιοι παίκτες – ο τελευταίος ήταν ο Εμπαπέ, τον οποίο άφησε να φύγει. Και πάλι τον αδικούν, γιατί είναι σαν να λένε πως δεν αντέχει να διοικεί μεγάλους παίκτες. Ενώ μια χαρά μπορεί. Με μία διαφορά: οι παίκτες αυτοί να τον ακούνε και να τον σέβονται. Δεν υπάρχει αθλητικός θρίαμβος που να μη βασίζεται σε αυτό.
Το καλοκαίρι που η Παρί άφησε τον Εμπαπέ να φύγει, ήθελε να φύγει και ο Λουίς Ενρίκε. Είχε συμφωνήσει με την Τσέλσι, αλλά του άλλαξαν γνώμη. Πώς; Οι Καταριανοί ιδιοκτήτες τον έπεισαν πως η φυγή του Εμπαπέ, που ακολούθησε εκείνες του Μέσι και του Νεϊμάρ, δεν ήταν σημάδι αλλαγής στρατηγικής: η Παρί θα συνέχιζε να ξοδεύει πολλά. Απλώς αποφάσισε να το κάνει αλλάζοντας στόχο. Τα πολλά χρήματα δόθηκαν έκτοτε σε παίκτες διψασμένους να αναλάβουν ηγετικούς ρόλους, αλλά και με διάθεση να κερδίσουν το Τσάμπιονς Λιγκ, το οποίο στο Παρίσι κυνηγούσαν. Κάπως έτσι ήρθαν ο Ντεμπελέ από την Μπαρτσελόνα και ο Κβαρατσκέλια από τη Νάπολι: για τους δυο πληρώθηκαν πάνω από 150 εκατ. ευρώ συνολικά. Αλλά και ο Μπαρκολά, ο Ντουέ, ο Βιτίνια, ο Ρουίθ, ο Νέβες, ο Χακίμι: παίκτες δηλαδή με προοπτική και δυνατότητες, που μόνο φτηνοί δεν είναι.
Η Παρί απλώς βρήκε το δικό της μοντέλο δημιουργίας ομάδας – τον δικό της δρόμο. Η δύο φορές στη σειρά πρωταθλήτρια Ευρώπης δεν μοιάζει με καμία από τις προηγούμενες ομάδες της Παρί που βλέπαμε να φτάνουν κοντά στην κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ και να αποτυγχάνουν: είναι διαφορετική. Είναι μια ομάδα με ακριβούς και σπάνιους πιτσιρικάδες, που όμως δεν βγήκαν από τις ακαδημίες της, όπως συμβαίνει σε ομάδες όπως η Μπαρτσελόνα, π.χ., αλλά αποκτήθηκαν πολύ προσεκτικά. Το αποκορύφωμα αυτής της στοχευμένης προσπάθειας υπήρξε σαφώς η απόκτηση του Κβαρατσκέλια από τη Νάπολι. Τον Ιανουάριο του 2025 όλοι στη Γαλλία έλεγαν ότι η Παρί χρειαζόταν ένα σέντερ φορ μετά τις δυσκολίες της στο ξεκίνημα της League Phase του Τσάμπιονς Λιγκ. Ο Ενρίκε διαφωνούσε. Αυτός όχι μόνο δεν πήρε φορ, αλλά έστειλε και τον Κόλο Μουανί, τον βασικό του φορ, δανεικό στη Γιουβέντους. Το παζλ που είχε στο μυαλό του το ολοκλήρωσε με τον Γεωργιανό, έναν παίκτη που θα έκανε ακόμα πιο λειτουργική μια επιθετική γραμμή αποτελούμενη από παίκτες που συνεργάζονται και πιέζουν. Σήμερα ο Ντεμπελέ είναι κάτοχος της Χρυσής Μπάλας, ο Κβαρατσκέλια MVP του Τσάμπιονς Λιγκ και ο Ντουέ ο ανερχόμενος σταρ του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.
Φτηνοί παίκτες στην Παρί δεν υπάρχουν. Αν ήθελε να έχει τέτοιους ο Λουίς Ενρίκε, θα δούλευε στην Τσέλσι από πέρυσι. Και τώρα θα ήταν στόχος της Ρεάλ, που ψάχνει προπονητή. Και θα πήγαινε για να συνεργαστεί με τον Εμπαπέ…