Εσύ αποφασίζεις
Αποφασίσαμε ως λαός ότι ήρθε η ώρα για μια αυτόνομη δική μας πρόταση για το μέλλον της χώρας, ένα δικό μας αφήγημα. Όπως φάνηκε γρήγορα δεν ήμασταν έτοιμοι για κάτι τέτοιο, ούτε ως κοινωνία ούτε ως πολιτική ηγεσία.
Στο διάστημα των πρώτων πέντε χρόνων της κρίσης δεχθήκαμε να κάνουμε θυσίες και επίπονες αλλαγές στον τρόπο ζωής μας προκειμένου να εξυγιανθεί η οικονομία της χώρας εντός του ενιαίου Ευρωπαϊκού νομίσματος. Σε αυτό το διάστημα ο ελληνικός λαός αποφάσισε να αναθέσει σε εκείνους τους πολιτικούς που ήταν ουσιαστικά υπεύθυνοι για την κρίση και την ευθύνη της αποκατάστασης του προβλήματος, επενδύοντας στην εμπειρία τους. Οι εκάστοτε κυβερνήσεις, αντί να πραγματοποιήσουν τις δομικές αλλαγές που είχε ανάγκη η οικονομία και το κράτος, κατέφευγαν συστηματικά στην αναβολή. Όταν κάποια στιγμή μέσα στο 2014 μας προβλήθηκε το περίφημο ελληνικό «success story», πρόθυμα βιαστήκαμε να δεχτούμε ότι τα χειρότερα είχαν περάσει και είχε πια έρθει η σειρά του καθενός να προσμένει τη δική του οικονομική αποκατάσταση και ευημερία.

Έπειτα ήρθαν οι εκλογές και εκείνοι που μας έλεγαν ότι τα χειρότερα ανήκαν στο παρελθόν, βάλθηκαν να μας εξηγήσουν την καταστροφή που μας περίμενε αν δεν ακολουθούσαμε τις οδυνηρές συνταγές που υπαγορεύονταν ξανά. Στις εκλογές αυτές η κούραση του κοινωνικού σώματος υπέθαλψε μια άλλη λογική. Μία λογική που υποστήριζε ότι μια χώρα που δεν είναι σε θέση να αναδείξει έναν ηγεμονικό έλεγχο του εαυτού της, δεν μπορεί να περιμένει από τους άλλους να την αντιμετωπίζουν με σεβασμό και εκτίμηση, δεν μπορεί στην κρίσιμη ώρα να περιμένει τη φροντίδα και την αλληλεγγύη, παρά μόνο τις αυστηρές νουθεσίες, την ταπείνωση και τελικά την τιμωρία. Αποφασίσαμε τότε ως λαός ότι ήταν η ώρα για μια αυτόνομη δική μας πρόταση για το μέλλον της χώρας, ένα δικό μας αφήγημα.

Όπως φάνηκε γρήγορα δεν ήμασταν έτοιμοι για κάτι τέτοιο, ούτε ως κοινωνία ούτε ως πολιτική ηγεσία. Σε εκείνους του εξωτερικού που περίμεναν να ακούσουν μια νέα αριθμητική προσέγγιση, εμείς απευθυνθήκαμε με δημιουργική ασάφεια βαλκανικής αισθητικής. Αποφασίσαμε να βάλουμε στο μπλέντερ τα πάντα, παραλείποντας έστω να κλείσουμε το καπάκι. Μέσα σε ελάχιστο διάστημα καταφέραμε να καταπλήξουμε τους πάντες, εχθρούς και φίλους, συνθέτοντας ένα εκρηκτικό μείγμα πολιτικής. Ένα μείγμα, που πέρα από το χρέος μας, συμπεριλαμβάνει τις γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις, τη στάση μας στο Ουκρανικό ζήτημα, το ενεργειακό φλερτ με τη Ρωσία, την νέα αντίληψη για την τρομοκρατία και τις επιπλοκές της στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, την όξυνση των σχέσεων με την Τουρκία, το μεταναστευτικό ζήτημα και την αδυναμία της κυβέρνησης να συμβιβαστεί με την μοναδικότητα του δικαιώματος της στην άσκηση της πολιτικής βίας στο εσωτερικό. Παράλληλα, η κυβέρνηση αδυνατεί να συγκροτήσει ένα ενιαίο και κυρίαρχο αφήγημα εντός της χώρας, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται όλες οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη κλίματος σύγκρουσης τόσο στο κυβερνητικό όσο και στο κοινωνικό πεδίο.

Και όταν πλέον η κατάσταση μοιάζει ότι οδηγείται σε αδιέξοδο, τότε η πολιτική τάξη αρχίζει να διαπραγματεύεται την άποψη ότι θα πρέπει ο κυρίαρχος λαός να αποφασίσει για τις κρίσιμες εξελίξεις. Η περίπτωση θυμίζει την ιστορία ηλικιωμένου φίλου, που κάποτε σε επίσκεψη του σε μικρή επαρχιακή πόλη αισθάνθηκε την επιθυμία να κουρευτεί. Ο κουρέας, χρησιμοποιώντας από ένα ψαλίδι σε κάθε χέρι, άρχισε να του κόβει ταχύτατα και με εντυπωσιακό τρόπο τα μαλλιά. Στις επανειλημμένες προσπάθειες του φίλου να προσδιορίσει τι ακριβώς θα ήθελε, ο κουρέας του έλεγε χαμογελαστά «περίμενε». Κάποια στιγμή, αφού του είχε κόψει τα μαλλιά γουλί από τη μία μεριά, γύρισε και τον ρώτησε «τώρα πες μου». Εκείνος του απάντησε πλέον απηυδισμένα και μάλλον αδιάφορα, «κόφτα όλα να πάνε στο διάολο».