Λαϊκή Δεξιά: Η πολύφερνη νύφη
Δεν είναι κόμμα. Δεν είναι παράταξη. Είναι κοινό. Και σήμερα όλοι το διεκδικούν. Από πολιτικούς μέχρι «αντισυστημικούς» πρωταγωνιστές, η λαϊκή δεξιά έχει γίνει το νέο hot εκλογικό ακροατήριο.
Αν η πολιτική ήταν dating app, η «λαϊκή δεξιά» θα είχε τα πιο πολλά matches. Και όχι άδικα. Από τον Κυριάκο Βελόπουλο και την Αφροδίτη Λατινοπούλου μέχρι τον Αντώνη Σαμαρά και ένα κομμάτι της ΝΔ, αλλά και πρόσφατα με την είσοδο της Μαρίας Καρυστιανού, όλοι την γυροφέρνουν. Μνηστήρες που πολλαπλασιάζονται και της ψιθυρίζουν στο αυτί υποσχέσεις.
Η νύφη μπορεί να είναι περιζήτητη, όμως δεν είναι αυτό που λέμε φρέσκια. Η «λαϊκή δεξιά» έχει περάσει από πολλά στάδια μέχρι να μετεξελιχθεί και να πάρει τη σημερινή της μορφή. Στην Ελλάδα, την πρωτογνωρίσαμε κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’70, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής την «εγκόλπωσε» στη Νέα Δημοκρατία, δημιουργώντας ένα κόμμα μαζικό, πατριωτικό αλλά θεσμικό. Προσπάθησε μάλιστα να την κάνει και Ευρωπαία. Στόχος τότε ήταν οι δεξιοί και μετριοπαθείς κεντρώοι ψηφοφόροι.
Μετά το 2010 όμως, με τα μνημόνια και την κρίση, η έννοια άλλαξε. Η λαϊκή δεξιά έγινε θυμωμένη, καχύποπτη, αντισυστημική. Όχι λόγω ιδεολογικής ωρίμανσης, αλλά λόγω ψυχικής ματαίωσης. Όμως, της συνέβη και κάτι καλό: η νύφη ξαφνικά απέκτησε μεγάλη προίκα και τρελή ζήτηση.
Ψυχολογικό προφίλ
Αν θέλεις να καταλάβεις τη λαϊκή δεξιά, δεν κοιτάζεις πρώτα το εισόδημα, αλλά στοχεύεις απευθείας στο συναίσθημα της. Το βασικό τρίπτυχο είναι: Θυμός, ανασφάλεια, νοσταλγία. Έναν «παλιό καλό καιρό» που μάλλον δεν υπήρξε ποτέ όπως τον θυμούνται αυτοί που την ασπάζονται. Κάτι σαν τον έρωτα που μένει ανεκπλήρωτος και καταλήγει να παίρνει μυθικές διαστάσεις στο μυαλό σου.
Είναι ο ψηφοφόρος που νιώθει προδομένος, δεν εμπιστεύεται πλέον ούτε τους πολιτικούς ούτε τους θεσμούς και δεν του αρέσουν οι μετανάστες που του παίρνουν τις δουλειές. Πιστεύει ότι αξίζει περισσότερα από αυτά που έχει. Και έχει ανάγκη κάποιος να του χτυπήσει την πλάτη και να του πει: «Σε καταλαβαίνω. Δε φταις εσύ».
Είναι η λαϊκή δεξιά boomer;
Υπάρχει ένα στερεότυπο που πλέον αμφισβητείται: ότι η λαϊκή δεξιά συνδέεται μόνο με μεγαλύτερες ηλικίες. Ίσως να έχει κάποια βάση. Αλλά όχι απόλυτη. Ο βασικός πυρήνας της κινείται από 40 μέχρι 70+. Άνθρωποι που πρόλαβαν «καλές εποχές», θυμούνται ΠΑΣΟΚ, «ένδοξες δεκαετίες», «λεφτά υπάρχουν»… έστω κι αν ήταν δανεικά.
Απέχει από τη γενιά του TikTok. Είναι ένα ακροατήριο περισσότερο εξοικειωμένο με το Facebook. Υπάρχουν όμως και νεότερες ηλικίες. Συνήθως απογοητευμένοι νέοι που νιώθουν παραγκωνισμένοι και εκτός συστήματος. Δεν πίνουν matcha ούτε κυκλοφορούν στα πιο hot στέκια.
Και δεν έχουν απαραίτητα ως κοινό στοιχείο τη μόρφωση. Μπορεί να είναι πτυχιούχοι, επαγγελματίες, πρώην βολεμένοι ή απόφοιτοι λυκείου. Που σήμερα ζορίζονται και νιώθουν ανασφάλεια.
Οι γαμπροί της αγανάκτησης
Η λαϊκή δεξιά είναι πολύφερνη νύφη, γιατί η προίκα της αποτιμάται σε ψήφους. Δεν είναι όμως εύκολη στη διαχείριση γιατί κουβαλάει νεύρα και τραύματα. Και όλοι ξέρουμε τι σημαίνει αυτό σε μια σχέση.
Μέχρι να την γοητεύσουν όμως ο καθένας παίζει το ρόλο του όσο καλύτερα μπορεί. Η Λατινοπούλου με το χαρτί της ωμής ειλικρίνειας, χωρίς κανένα φίλτρο.
Ο Βελόπουλος συνεχίζει τη γνωστή συνταγή του εθνικοπατριωτικού λαϊκισμού, με μπόλικο τηλεοπτικό σόου και υπερβολή.
Η ΝΙΚΗ επενδύει στο θρησκευτικό και ηθικό συντηρητισμό.
Η Καρυστιανού εκφράζει έναν κόσμο πληγωμένο και θυμωμένο χωρίς υποτίθεται κομματική ταμπέλα.
Ο Σαμαράς εμφανίζεται ως η φωνή της παλιάς λαϊκής δεξιάς, υπενθυμίζοντας ότι υπάρχει πιο εθνική, πιο παραδοσιακή στις παλιές της αξίες Νέα Δημοκρατία.
Το κοινό αυτό δεν έχει ιδεολογική ταυτότητα. Έχει συναισθηματική. Στις τελευταίες ευρωεκλογές, τον Ιούνιο του 2024, η Ελληνική Λύση και η ΝΙΚΗ άντλησαν τα υψηλότερα ποσοστά τους από ψηφοφόρους που αυτοτοποθετούνται στο κέντρο (10,2 για την Ελληνική Λύση και 6,2 για τη ΝΙΚΗ) ενώ πήραν μικρότερα ποσοστά από όσους αυτοτοποθετούνται στη Δεξιά (8,6 και 4,7 αντίστοιχα), σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του exit poll. Με άλλα λόγια εισέπραξαν ένα σημαντικό ποσοστό γενικότερης αντισυστημικής ψήφου.
Γιατί ένα μέρος του κόσμου ζητάει εναγωνίως έκφραση σε αντισυστημικούς φορείς για να διοχετεύσει έστω και περιστασιακά τη διαμαρτυρία του, χωρίς απαραίτητα να ταυτίζεται με συγκεκριμένο πολιτικό χώρο.
Το είδαμε να συμβαίνει και στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα το 2012. Χρησιμοποίησε κι αυτός το θυμό ως πολιτικό καύσιμο. Με συνθήματα, υποσχέσεις και μπόλικο λαϊκισμό, «θα σκίσουμε τα μνημόνια», «τελειώνουμε με το σύστημα», «θα χορεύουν με τα νταούλια». Δεν είχε σημασία το περιτύλιγμα. Δεξιό ή αριστερό. Μόνο το θυμικό.
Όταν το 2015 έγινε πρωθυπουργός και χάλασε ο γάμος. Κέρδισε τη νύφη (τον θυμωμένο ψηφοφόρο) αλλά δεν έκανε αυτά που είχε υποσχεθεί. Και εκεί κάπου το love story της «πρώτη φορά Αριστερά» κυβέρνησης με τους αγανακτισμένους, τελείωσε.
Η λαϊκή δεξιά παραμένει ωστόσο η πιο περιζήτητη και επικίνδυνη νύφη της πολιτικής σκηνής. Όλοι την φλερτάρουν. Όλοι θέλουν την προίκα. Όλοι την χρησιμοποιούν. Αλλά κανείς δε θέλει πραγματικά το γάμο. Γιατί είναι άλλο να επενδύεις στο θυμό κι άλλο να κυβερνάς με τις συνέπειες του.