Μπλανς Επιφανί
«Μην φοβάσαι, βρε χαζό», της είπαν, «δεν είναι αυτό που νομίζεις. Θα σου αρέσει». Ήταν κι η κακομοίρα η μάνα της άρρωστη στο σπίτι με ανθρωπιστική κρίση, και να τώρα! Εξηπατήθη η κακομοίρα, η Πρώτη Φορά Αριστερά - ούτε η Μπλανς Επιφανί να ήταν.
Μας το ’λεγε η κακομοίρα «πρώτη φορά, αριστερά». Άβγαλτη και αθώα. Αλλά ηθική. Λαϊκό κορίτσι από τίμιο σπίτι. Και την έβγαλαν εκεί στα μεγάλα σαλόνια, αντιστάθηκε, είχε τις κόκκινες γραμμές της («Α! Μα σας είπα, μέχρι εδώ, μην επιμένετε, δεν είμαι τέτοια εγώ.»), αλλά εξηπατήθη, ως άλλη Μπλανς Επιφανί. Να, εκείνος ο Γερμανός γέρος με το διαβολικό βλέμμα, που την ταχτάριζε στα γόνατά του, να, εκείνος ο Ολλανδός που της το ’παιζε σκληρός, να, ο Γάλλος με τα γλυκόλογά του, το κορόιδεψαν το κορίτσι με υποσχέσεις και βρέθηκε σε μια στιγμή αδυναμίας, τους εμπιστεύτηκε και να τώρα.
Όχι, αυτή είχε αρχές, δεν ήταν τέτοια. Αγωνίστρια και ηθική, στις πλατείες μεγάλωσε με Φαραντούρη και Αλεξίου. Όχι σαν αυτές τις νεοφιλελεύθερες που όλο λάιφ στάιλ και ακριβά γούστα, που γύριζαν στα γιούρογκρουπς και τις νύχτες έμπαζαν τις τρόικες κρυφά στο σπίτι. Αυτή ήταν κορίτσι με αρχές. Τους το ξέκοψε από την αρχή, κοντά τα χέρια τους. Αλλά βρέθηκε σε μια στιγμή αδυναμίας, άβγαλτη ήταν, πρώτη φορά, λέμε, αριστερά. Ήταν κι η κακομοίρα η μάνα της, άρρωστη στο σπίτι με ανθρωπιστική κρίση, που ξενόπλενε τόσα χρόνια στα ακριβά τα σπίτια των Ευρωπαίων και αυτήν την μεγάλωσαν τα ξένα χέρια και τα άκαρδα τα μνημόνια. Τι να κάνει, την εξαπάτησαν, την αποπλάνησαν και να τώρα.
Της έφεραν εκείνη τη συμφωνία, «μην φοβάσαι, βρε χαζό», της είπαν, «δεν είναι αυτό που νομίζεις. Θα σου αρέσει». Και της υποσχέθηκαν και δόσεις, και της έβαζαν κι εκείνοι οι κεντρικοί τραπεζίτες εκείνο το ELA μέσα στο ποτήρι, αμάθητη ήταν στο σκληρό αλκοόλ, ψιλοζαλίστηκε. Ήταν κι η μανούλα της άρρωστη με ανθρωπιστική κρίση, τι να σου κάνει… Μια πρόωρη σύνταξη κι ένα κομμένο εφάπαξ, έπεσαν κι αντιστάσεις από εκείνο το ELA, και να τώρα. Ένα λάθος έκανε και τώρα την εκβιάζουν να την βγάλουν στο κλαρί για να μην πετάξουν την μανούλα από το ευρώ στον δρόμο οι άκαρδοι πιστωταί.
Εκείνη βέβαια τους είχε πει: «Α, λίγη δημιουργική ασάφεια μόνο, όχι παραπέρα, είμαι κορίτσι με αρχές». Και ξύπνησε το πρωί μετά από εκείνο το γιούρογκρουπ, ζαλισμένη, και βρήκε ένα υπογεγραμμένο χαρτί στο κομοδίνο, που υποσχόταν ότι θα κάνει παραχωρήσεις από τις αριστερές αρχές της για να της πληρώσουν το νοίκι της μανούλας που ήταν άρρωστη με ανθρωπιστική κρίση και να μην την πετάξουν στον δρόμο. Αυτή που είχε την λαϊκή εντολή φυλαχτό στον κόρφο της. Εξηπατήθη. Παραπλανήθηκε. Βρέθηκε σε μια στιγμή αδυναμίας, και να τώρα.
Ούτε η Μπλανς Επιφανί να ήταν.