Νικηφόρος Βρεττάκος : Τα μεγάλα ταξίδια που δεν έκαμα βρήκα μέσα στα μάτια σου…

Νικηφόρος Βρεττάκος : Τα μεγάλα ταξίδια που δεν έκαμα βρήκα μέσα στα μάτια σου…

Το υπέροχο ποίημα του ποιητή της αγάπης & της ειρήνης, Νικηφόρου Βρεττάκου, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στις 4 Αυγούστου του 1991.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

“Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε, δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.” είπε κάποτε ο σπουδαίος  Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής και δοκιμιογράφος, Νικηφόρος Βρεττάκος.

Ο άνθρωπος που πίστευε πως μέσα από την αγάπη και την ομόνοια μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα και να ξεπεράσουμε κάθε εμπόδιο… 

`Ενας τρυφερός ποιητής που πέρασε μια ζωή με πολλές αντιξοότητες από τα παιδικά του χρόνια, πικράθηκε και θέλησε να μεταστρέψει την πίκρα  σε αγάπη και να κάνει τον κόσμο καλύτερο.

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος προτάθηκε τέσσερεις φορές για Νόμπελ Λογοτεχνίας και η  μία  φορά ήταν  μετά από πρόταση του Γιάννη Ρίτσου. Απέσπασε πολλά βραβεία για το έργο του, ανάμεσά τους : τo  Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1940, το 1965 και το 1982, το Βραβείο Ουράνη το 1974, το Βραβείο «Knocken» και το βραβείο της Εταιρίας Σικελικών Γραμμάτων και Τεχνών το 1980, καθώς και το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1989. Λίγους μήνες φύγει από τη ζωή, αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου στο τμήμα Φιλολογίας.

Το ποιητικό του έργο, μπορεί σύμφωνα με το περιεχόμενό του,  να χωριστεί σε τέσσερις περιόδους. Ταλαντεύτηκε  μεταξύ αισιοδοξίας και πεσιμισμού, μεταξύ χαράς και απογοήτευσης.

Το ποίημα του,  “Τα μάτια της Μαργαρίτας”,  ανήκει στη Συλλογή “Το βιβλίο της Μαργαρίτας”, γραμμένο το 1949, που εντάσσεται στην δεύτερη (1939 – 1960) από τις 4 περιόδους και χαρακτηρίζεται από  αισιοδοξία και αγωνιστικότητα.

Η Μαργαρίτα  -ένα όνομα που παραπέμπει στο ομώνυμο λουλούδι, στο φως και στην ομορφιά της άνοιξης- είναι ένα φανταστικό πρόσωπο που συμβολίζει την αθωότητα, την  ομορφιά και τον ερωτισμό, σκορπίζοντας την αγάπη και το κάλλος  σ’ ολόκληρο τον κόσμο…

Τα μάτια της Μαργαρίτας 

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τα βιβλία που δεν έγραψα. Θάλασσες. Κόσμους. Πολιτείες. Ορίζοντες. Κανάλια. Βρήκα τ’ αυτοκρατορικά όρη της γης κι απάνω τους τις δύσες με τα κόκκινα σύννεφα. Τα μεγάλα ταξίδια που δεν έκαμα βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τους γελαστούς μου φίλους που μου τους σκέπασεν η γης, η χλόη, το χιόνι, η νύχτα. Τα λόγια που θα μου ’λεγαν βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα τους μελαγχολικούς γήλοφους της πατρίδας μας να στέκονται μες στη σιωπή σα ν’ ακούσανε τη φωνή μου. Έρχομαι! ως να τους φώναζα, «έρχομαι» να κουνάνε τις ταπεινές τους κουμαριές, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον πόλεμο τελειωμένο. Πουλάκια και ήλιος στα κλαδιά! Το παιδικό μου σύμπαν με τις χρυσές του ζωγραφιές, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Όσους σταυρούς δεν έμπηξαν στη γης μετά τις μάχες, χιλιάδες, σ’ έναν κόκκινο κάμπο από παπαρούνες, μακριές σειρές, ανώνυμους σταυρούς, πάνω και κάτω, τους σταυρούς όλων των εθνών, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τις νύχτες να κυλάνε μεγάλους ποταμούς σιωπής, όπως στα έξι μου χρόνια. Της θλίψης την αστροφεγγιά βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον κόσμο να με θυμάται κι όλα όσα αντίκρυσα παιδί να με φωνάζουν με τ’ όνομά μου. Της δικαιοσύνης η σκηνή∙ την καλοσύνη που έγνεφε να πλησιάσουν τα βουνά βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα την αιωνιότητα του ήλιου ανανεωμένη. Τη χλόη να φέγγει των αρνιών τα πόδια. Την αυγή να βάφει το άσπρο τους μαλλί. Στ’ άσπρα σαν την ειρήνη ντυμένη τη μητέρα μου βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, όπως η «καληνύχτα» κ’ η «καλημέρα», όπως το φως στα τζάμια την αυγή, αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, τότε, σ’ αυτόν τον κόσμο, θε να ’χαμε ένα απέραντο σπίτι. Θε να ’μαστε άγγελοι. Το αιώνιο μου παράπονο βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Αύριο, όταν φύγεις, άνοιξε τα μάτια σου να ιδεί, να ξέρει ο ήλιος, ο Θεός να ιδεί, όσα με γνώρισαν όλα να ιδούν στα μάτια σου. Σου αφήνω αυτό που είμαι να ιδούν ότι έμεινα ο πιστός του ανθρώπου. Την ψυχή μου, αυτόν τον λαβωμένο Ιησού αφήνω μέσα στα μάτια σου.

Σχετικά άρθρα