Ο Hugo Dixon καλεί τον Αλέξη Τσίπρα να μην αφήσει την κρίση να πάει χαμένη.
Σχηματισμό εθνικής κυβέρνησης με τα φιλοευρωπαικά κόμματα με 3ετή συμφωνία, νέο, ξεκάθαρο δημοψήφισμα για την αναγκαία νομιμοποίηση και εφαρμογή του προγράμματος προτείνει ο ιδρυτής του Breakingviews
Ο πρώην διευθυντής προσωπικού του Λευκού Οίκου, Rahm Emanuel, είπε κάποτε πως μια σοβαρή κρίση δεν πρέπει ποτέ να μένει αναξιοποίητη. Ο Αλέξης Τσίπρας πρέπει να δώσει μεγάλη προσοχή σε αυτή τη συμβουλή.
Τώρα που το κόμμα του Έλληνα πρωθυπουργού, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α φαίνεται να διασπάται μετά την υπογραφή του σε μια συμφωνία που απαιτεί σκληρές αλλά απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, ο ίδιος έχει την ευκαιρία να κάνει ένα reset. Μπορεί πια να σχηματίσει μια αξιόπιστη και σταθερή νέα κυβέρνηση, να επαναφέρει τις σχέσεις με τους πιστωτές της χώρας στην ομαλότητα και να αλλάξει την πτωτική πορεία της οικονομίας.
Μια τέτοια μεταμόρφωση θα είναι σίγουρα ψυχοφθόρα. Ο Αλέξης Τσίπτας είναι ένας αριστερός πολιτικός προσκολλημένος σε μια χρεοκοπημένη ιδεολογία. Από την άλλη, έχει ήδη περιορίσει τους δεσμούς με τους ακραίους συνεργάτες του. Δεν υπάρχει κανένα νόημα στο να βάζει το συμφέρον του κόμματος πάνω από το συμφέρον της χώρας του.
Αν και ο Τσίπρας δεν μπορεί να διατηρήσει την πειθαρχία στη χώρα του, συνεχίζει να ελπίζει πως δε χρειάζεται να μοιραστεί την εξουσία. Δείχνει να τον δελεάζει η ιδέα να ανασχηματίσει την κυβέρνησή του με την ανεπίσημη στήριξη από τα τρία φιλοευρωπαϊκά κόμματα της αντιπολίτευσης, Νέα Δημοκρατία, Ποτάμι και ΠΑΣΟΚ.
Οι πιστωτές της Ελλάδας όμως δε θα έδειχναν εύκολα εμπιστοσύνη σε μια τόσο ασταθή προσπάθεια. Και αυτό γιατί η Ελλάδα έχει ακόμη πολλά και σημαντικά να διαπραγματευτεί με την Ευρωζώνη – όπως τους δημοσιονομικούς στόχους και τη φύση μιας πιθανής αναδιάρθρωσης χρέους.
Τώρα που το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο γίνεται όλο και πιο επίμονο υπέρ μιας γενναίας διαγραφής χρέους, ο Τσίπρας έχει ένα σημαντικό σύμμαχο στο θέμα. Όσο λιγότερη εμπιστοσύνη φαίνεται να έχουν οι πιστωτές απέναντί του, τόσο πιο σκληροί θα γίνονται.
Ομολογιούχοι και καταθέτες προστίθενται σε αυτούς που ανησυχούν με το ενδεχόμενο μιας πιθανής κατάρρευσης μιας κυβέρνησης μειοψηφίας. Με ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ήταν δύσκολο η οικονομία να αρχίσει να αναπτύσσεται και χωρίς αυτό, Τσίπρας και Ελλάδα θα ήταν καταδικασμένοι.
Έτσι ο πρωθυπουργός ίσως προσπαθήσει να ξαναπάρει στα χέρια του την πλειοψηφία του κόμματός του δείχνοντας την έξοδο στους «επαναστάτες» με την προκήρυξη εκλογών. Αυτό δεν θα μπορούσε να το κάνει αμέσως, καθώς προέχει η ψήφιση των αναγκαίων για τη συμφωνία μεταρρυθμίσεων από το Ελληνικό κοινοβούλιο. Μετά πρέπει να ολοκληρώσει το σχέδιο διάσωσης της χώρας με την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ. Στην πράξη, αυτό σημαίνει εκλογές το νωρίτερο στα μέσα του Σεπτεμβρίου.
Ο Αλέξης Τσίπρας είναι πιθανό να κερδίσει αυτές τις εκλογές που θα του δώσουν τη δυνατότητα να σχηματίσει μια σταθερή κυβέρνηση. Πρόβλημα θα παραμείνει η έλλειψη αξιοπιστίας. Με ελάχιστες μόνο εξαιρέσεις, ο πρωθυπουργός απέτυχε μέχρι τώρα να βρει στο κόμμα του άτομα ικανά για τις υπουργικές θέσεις. Αν ο Τσίπρας αποτύχει να φτιάξει μια κυβέρνηση που θα μπορέσει να ολοκληρώσει το σχέδιο της συμφωνίας χρηματοδότησης, θα συνεχίσει να κυλάει όλο και πιο βαθιά στην κρίση.
Η καλύτερη επιλογή θα ήταν ο σχηματισμός μιας εθνικής κυβέρνησης, υποστηριζόμενης από έμπιστα μέλη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α καθώς και τα τρία κόμματα της αντιπολίτευσης που υποστηρίζουν της Ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Η κυβέρνηση αυτή θα είχε την υποστήριξη των 2/3 του βουλευτικού σώματος. Ο Αλέξης Τσίπρας πρέπει να παραμείνει πρωθυπουργός της χώρας, όχι απλά επειδή αυτόν έχει εκλέξει ο λαός, αλλά επειδή παρ’ όλες τις αστοχίες του, παραμένει απίστευτα αποτελεσματικός στο να πείθει με τις ιδέες του τους Έλληνες. Τα υπόλοιπα όμως μέλη της κυβέρνησης θα πρέπει να προέρχονται από όλους τους χώρους του κοινοβουλευτικού σώματος που θα υποστηρίξουν την προσπάθεια, με έμφαση σε άτομα που είναι αποφασισμένα να προχωρήσουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.
Αν ο Τσίπρας παρουσίαζε ένα τέτοιο σχέδιο στα 3 φιλοευρωπαικά κόμματα του κοινοβουλίου, θα τους ήταν δύσκολο να το απορρίψουν. Ακόμα και αν κάποιοι φοβούνται την πολιτική φθορά από τη σκληρότητα των μέτρων που θα ήταν υποχρεωμένοι να εφαρμόσουν, θα είχαν την ηθική υποχρέωση να το κάνουν. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης φυσικά θα είχαν τους δικούς τους όρους για τη συμμετοχή τους. Θα μπορούσαν για παράδειγμα να απαιτήσουν μια ομότιμη συνεργασία, και όχι απλά κάποιες υπουργικές θέσεις. Ούτως ή άλλως, η αντιπολίτευση θα είχε τη μισή κοινοβουλευτική δύναμη της νέας κυβέρνησης. Θα έπρεπε επίσης να απαιτήσουν από τον Τσίπρα, να δεσμευτεί για μια 3ετή συμφωνία μαζί τους, που θα συμβαδίζει με τη διάρκεια του υπό διαπραγμάτευση οικονομικού προγράμματος. Στο τέλος του προγράμματος, η οικονομία θα βρίσκεται σε ανάπτυξη, οι πιστωτές θα έχουν συμφωνήσει να ελαφρύνουν τα δανειακά βάρη και η κυβέρνηση θα βρίσκεται σε θέση να βγει και πάλι μόνη της στις αγορές.
Αυτό όμως το αισιόδοξο σενάριο μπορεί να γίνει πραγματικότητα μόνο αν η Ελλάδα εφαρμόσει το πρόγραμμα όπως πρέπει. Αν οι πολιτικές παρατάξεις αδιαφορήσουν για ην ενότητα της εθνικής κυβέρνησης, το πρόγραμμα και πάλι θα αποτύχει. Πόσο μάλλον η 3ετής δέσμευση.
Και πόσο εύκολο θα ήταν να μια τέτοια συνεννόηση να αποτύχει; Και γιατί μια τέτοια κυβέρνηση να μην είναι ευάλωτη σε κατηγορίες για έλλειψη νομιμότητας; Ειδικά από τη στιγμή που ο Ελληνικός λαός ψήφισε στο πρόσφατο δημοψήφισμα με ένα συντριπτικό ΟΧΙ που άγγιξε το 61% σε ένα πρόγραμμα που ήταν αρκετά πιο ήπιο από αυτό στο οποίο ο Τσίπρας έχει τώρα συμφωνήσει. Την ώρα που θα βαθαίνει η λιτότητα, η εθνική κυβέρνηση θα δεχόταν τα ισχυρά πυρά των ακραίων σχηματισμών, δεξιάς και αριστεράς που θα σπεύσουν να εκπροσωπήσουν τη λαϊκή βούληση.
Για αυτό το λόγο η εθνική κυβέρνηση θα πρέπει να εξασφαλίσει τη θέση της προχωρώντας σε ένα νέο δημοψήφισμα. Σε αυτό δε θα ζητήσει απλά τη συμφωνία των πολιτών για ένα νέο πρόγραμμα, αλλά και για την 3ετή συνεργασία των κομμάτων ώστε αυτό να υλοποιηθεί. Με αυτό τον τρόπο θα εγκλωβιστεί κάθε πλευρά που στην πορεία θα έχει δεύτερες σκέψεις, καθώς το πολιτικό κόστος μιας αποχώρησης θα ήταν τεράστιο.
Ένα νέο δημοψήφισμα, πιθανότατα θα είχε ένα εντελώς διαφορετικό αποτέλεσμα από αυτό του πρώτου, μιας και ο Τσίπρας θα χρησιμοποιήσει τη δημοφιλή ρητορική του για να αποσπάσει ένα ΝΑΙ αυτή τη φορά . Στο δημοψήφισμα θα πρέπει επίσης να γίνει σαφές πως ένα ΟΧΙ θα σημαίνει και έξοδο από το ευρώ, κάτι που οι Έλληνες δε θέλουν.
Αυτός είναι ένας δρόμος που θα μπορούσε να μετατρέψει την κρίση σε ανάκαμψη. Φυσικά και δεν λέω πως είναι αυτός που ο Τσίπρας τελικά θα διαλέξει να ακολουθήσει.