Πηγαίνοντας στην  (ανώνυμη) πηγή, δεν πίνεις πάντα νερό

Πηγαίνοντας στην (ανώνυμη) πηγή, δεν πίνεις πάντα νερό

Τα τελευταία χρόνια, με την εξάπλωση της ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, οι μάσκες φοριούνται πολύ

Ήταν ανέκαθεν το όπλο της αποκαλούμενης τέταρτης εξουσίας. Οι πολύτιμες ανώνυμες πηγές, κάποιες φορές  –βλέπε Watergate-πιο πολύτιμες και από αυτές των Ακαρνανικών Όρεων, είναι ικανές να βγάλουν από  την ανωνυμία τον δημοσιογράφο που θα αξιοποιώντας τες θα βγάλει από την κρυψώνα του το «λαβράκι», αρκεί βέβαια να υπογράφει ο ίδιος το κείμενό του και να μην κρύβεται κι αυτός επίσης πίσω από την άχαρη αλλά τόσο βολική μάσκα της ανωνυμίας.

Τα τελευταία χρόνια, με την εξάπλωση της ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αυτές οι μάσκες φοριούνται πολύ. Κρυμμένος πίσω της ή πίσω από ένα εξίσου άχρωμο, άοσμο και άγευστο ψευδώνυμο μπορείς να γράψεις ό,τι θέλεις, να ασκήσεις κριτική (καλοπροαίρετη πάντα) σε όποιον θέλεις, να εκσφενδονίσεις την πιο τερατώδη φήμη σε βάρος όποιου σου κάνει κέφι και, όταν αφορά σε θέματα σαν αυτά που κυριαρχούν την τελευταία πενταετία στην ελληνική επικαιρότητα, να προκαλέσεις από μίνι πανικό μέχρι κραχ.

Το κακό έχει παραγίνει. Κάποιος (συνηθέστερα αναφέρονται ως «ανώνυμος αξιωματούχος» ή «κυβερνητική πηγή» ή «άνθρωπος που γνωρίζει καλά») λέει κάτι σε κάποιο μέσο και όλοι σπεύδουν να το αναπαράξουν σαν να πρόκειται για τον τελευταίο χρησμό της Πυθίας μετά από υπερβολική δόση δαφνόφυλλου. Είτε το διαψεύσουν είτε όχι, η «αποκάλυψη» μένει να αιωρείται σαν τη λευκή γραμμή από τα απομεινάρια όλων αυτών που μας ψεκάζουν. Και είναι τόσες πολλές αυτές οι ανώνυμες αποκαλύψεις που κανείς δεν μπορεί να πει αν στο τέλος επιβεβαιώνονται ή όχι: κανείς δεν μπορεί να θυμηθεί τι έλεγαν ακριβώς, αφού την ίδια κιόλας ημέρα «κουκουλώνονται» από άλλες, εξίσου «συγκλονιστικές αποκαλύψεις»

Πολύ χειρότερα είναι τα πράγματα στα όχι και τόσο σοβαρά θέματα, αυτά της αποκαλούμενης -εδώ γελάμε-  showbiz. Πριν από μερικές εβδομάδες έπεσα πάνω στη συνέντευξη ενός λαϊκού τραγουδιστή. Βρισκόταν στην επικαιρότητα εξαιτίας μιας («κοιλιακής», όπως αποδείχτηκε, αφού κάποιος την είχε βγάλει απλώς από την κοιλιά του) φήμης που τον ήθελε να έχει εισαχθεί εσπευσμένα στο νοσοκομείο και να χαροπαλεύει, ενώ κάποιοι έγραψαν ακόμη και ότι αποδήμησε εις Κύριον. Το παράπονο του αοιδού ήταν σαφές και μονότονο: «Έχω τόσο καλή σχέση με τους δημοσιογράφους. Ούτε ένας τους δεν μπήκε στον κόπο να με πάρει ένα τηλέφωνο να μάθουν τι ισχύει». Δεν ήταν η πρώτη φορά και σίγουρα δεν θα είναι η τελευταία.

Από τότε που το να αγοράσεις ένα χαλάκι μπάνιου έγινε πιο ακριβή επιχείρηση από το να στήσεις ένα «ενημερωτικό site» αναγκάζοντας παιδιά που αν δεν υπήρχε το autocorrect και το google translator θα ήταν τώρα ανθρακωρύχοι στο Βέλγιο να παίρνουν χαρτζιλίκι αντί για μισθό, είναι λογικό κανείς να μην μπαίνει στον κόπο να επιβεβαιώνει αυτές τις πηγές ή να φιλοξενεί και την αντίθετη άποψη. Όσο η λογική είναι «κυνήγα την ποσότητα, χέσε την ποιότητα» άνθρωποι θα μαθαίνουν από ρεπόρτερ ότι πέθαναν, τα ελληνικά θα μοιάζουν όλο και πιο πολύ με τα αλαμπουρνέζικα, τα πρωτοσέλιδα και τα εξώφυλλα θα στηρίζονται αποκλειστικά και μόνο σε μια καλά… παρα-πληροφορημένη πηγή η μπαρουφλογία θα πηγαίνει σύννεφο και η «είδηση» θα πεθαίνει τελικά από ακατάσχετο copy – paste.

Τελευταία έχω πάθει μια αλλεργία στις ανώνυμες πηγές. Με το που διαβάζω κάτι που ξεκινάει ή περιέχει την πρόταση «σύμφωνα με τον τάδε που θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του» πατάω «x» και πηγαίνω παρακάτω. Είναι άλλωστε αποδεδειγμένο. Το επώνυμο το πληρώνεις λίγο πιο ακριβά αλλά κρατάει μια ζωή. Ισχύει από την είδηση που διαβάζεις μέχρι το παντελόνι που φοράς.

Σχετικά άρθρα