Πόση πραγματικότητα αντέχουμε;
Γιατί η κατάσταση στην Ελλάδα δημιουργεί συνειρμούς από τις τελευταίες μέρες της Πομπηίας
Ο αρθρογράφος των Financial Times Τόνυ Μπάρμπερ, σε πρόσφατη ανταπόκρισή του από την Αθήνα, περιγράφει την καθημερινότητα των κατοίκων της παραπέμποντας στην Πομπηία του 79 μΧ. λίγο πριν την έκρηξη του Βεζούβιου, τότε που η ζωή ακολουθούσε τους συνηθισμένους ρυθμούς της χωρίς τίποτε να προοιωνίζεται την τραγική συνέχεια. Ομολογουμένως πρόκειται για πετυχημένη μεταφορά ενθυμούμενοι μάλιστα ότι στο κλασσικό μυθιστόρημα «Οι τελευταίες μέρες της Πομπηίας» του βρετανού Έντουαρντ Μπούλβερ-Λύττον, οι κεντρικοί ήρωες δεν είναι Ρωμαίοι αλλά Αθηναίοι.
Οι αντιστοιχίες όμως σταματούν εδώ καθώς οι κάτοικοι της Πομπηίας σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν την επερχόμενη καταστροφή. Αντίθετα, παρά τον καταιγισμό της συνεχούς και λεπτομερούς πληροφόρησης για τις εξελίξεις της χώρας, εμείς συνεχίζουμε να χορεύουμε αμέριμνοι στην εξώθυρα της χρεοκοπίας θυμίζοντας τους Τρώες στην Αινειάδα του Βιργιλίου, όπου «με τραγούδια και χαρές, έφεραν μέσα τον θάνατο, την απάτη και την καταστροφή».
Το φαινόμενο δεν είναι ανεξήγητο και ο βρετανός ανταποκριτής δεν πρέπει διόλου να παραξενεύεται, αν κρίνουμε από τον λεπτό τόνο ειρωνείας του κειμένου. Άλλωστε την απάντηση τη δίνει ο επίσης βρετανός ποιητής Τ.Σ. Έλιοτ επισημαίνοντας πως «οι άνθρωποι δεν αντέχουν πολύ πραγματικότητα». Και αν μη τι άλλο, η πραγματικότητα μας περίσσεψε τα τελευταία χρόνια.
Επιχειρώντας να προσεγγίσουμε την ελληνική πραγματικότητα, είναι ίσως χρήσιμο να καταφύγουμε στα αναλυτικά εργαλεία της πολιτικής ψυχολογίας, Γίνεται λοιπόν εύκολα αντιληπτό ότι, οι πολίτες αδυνατούν να ερμηνεύσουν τη σύνθετη πολιτική, οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα που μοιάζει να τους ξεπερνά. Μεγάλες ομάδες του πληθυσμού βιώνουν μία πρωτοφανή συρρίκνωση των εισοδημάτων τους και για ευρύτατα κοινωνικά στρώματα ακόμη και η καθημερινή επιβίωση αποκτά δραματικά χαρακτηριστικά. Χειρότερη όμως όλων είναι η αβεβαιότητα, η απουσία προοπτικής, η αδυναμία πρόβλεψης των επερχόμενων, η κατά Χέγκελ «σκιά του μέλλοντος», ώστε το άτομο να προσανατολίσει ανάλογα τη δράση του. «Ας μας πει κάποιος πού τελειώνει», όπως δήλωσε χαρακτηριστικά μία νεαρή γυναίκα σε κυριακάτική εφημερίδα. Μπροστά λοιπόν στα αισθήματα άγχους που κατακλύζουν καθημερινά τα άτομα και απειλούν να τα βυθίσουν στην απόγνωση, τίθενται σε λειτουργία αμυντικοί μηχανισμοί του ασυνείδητου με σκοπό την προφύλαξη της ψυχικής του υγείας- στην προκειμένη περίπτωση, με κυρίαρχο τον μηχανισμό της «άρνησης».
Σε αυτό το πλαίσιο, είναι φανερή η άρνηση πολλών να αποδεχτούν πως η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει θυσίες από όλους, άβολη αλλαγή του τρόπου ζωής. Ως εκ τούτου, είναι πρόθυμοι να αποδεχθούν την ύπαρξη παραγόντων και «λύσεων» που θα μας επιτρέψουν να αποφύγουν την επώδυνη προσαρμογή και να ξεπεράσουμε την κρίση με το μικρότερο δυνατό κόστος. Για κάποιους λοιπόν, η «Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα μας αφήσει να πτωχεύσουμε», ενώ για κάποιους άλλους η χώρα διαθέτει άφθονα κοιτάσματα πετρελαίου, χρυσού, φυσικού αερίου, κ.λπ, που περιμένουν την εκμετάλλευσή τους ώστε να μεταβάλουν τη χώρα σε Ελ Ντοράντο της Μεσογείου. Ορισμένοι «οικονομολογούντες» προχωρούν σε περισσότερο ευφάνταστες προτάσεις, όπως η οικιοθελής έξοδος από την ευρωζώνη και η επιστροφή στη δραχμή, ενώ κάποιοι άλλοι «διεθνολογούντες» προσθέτουν τη γεωπολιτική διάσταση διαβλέποντας τη λύση του δράματος στη συνδρομή του «ξανθού γένους». Ο κατάλογος των «δημιουργικών λύσεων» είναι μακρύς και σίγουρα δεν μας παρηγορεί το γεγονός ότι πολλοί από τους θιασώτες τους εκπροσωπούνται στη σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.
Έχει σημασία να επισημάνουμε ότι ο αμυντικός μηχανισμός της άρνησης πυροδοτήθηκε αρχικά και συνεχίζει να ενισχύεται από τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο, από τη δημιουργική λογιστική των «Ζαππείων 1 και 2» μέχρι τη μονομερή διαγραφή του επαχθούς χρέους. Κυρίως όμως, με την απροθυμία τους να χαράξουν έναν «οδικό χάρτη» εξόδου από την κρίση με δύσκολα πλην όμως αποτελεσματικά βήματα. Και βέβαια, με τις αδύναμες επιδόσεις τους στο πεδίο της εφαρμοσμένης πολιτικής όπου κατεβλήθη κάθε δυνατή προσπάθεια να προστατευτούν οι εκλογικές πελατείες των πολιτικών κομμάτων έστω και αν αυτό σήμαινε την αναπαραγωγή του χρεοκοπημένου συστήματος απλά και μόνο σε κατώτερο σημείο ισορροπίας (δείτε την αποκαλυπτική μελέτη των Γιαννίτση-Ζωγραφάκη για το κόστος της δημοσιονομικής προσαρμογής στα χρόνια της κρίσης).
Έτσι λοιπόν, η απάθεια που χαρακτηρίζει σήμερα ένα μεγάλο μέρος του κοινωνικού σώματος δεν οφείλεται στην ελλειμματική μας παιδεία, την πολιτική μας κουλτούρα, τις καιρικές συνθήκες που ευνοούν τη χαρωπή ραθυμία, ή σε κάποιο άλλο είδος ελληνικού «εξαιρετισμού». Αντίθετα, όσο δυσάρεστα κι αν ακούγεται σε μία περίοδο έντονης πολιτικής αποστασιοποίησης (ορθότερα: αποστροφής), οι απαντήσεις που αναζητούμε βρίσκονται στην πολιτική. Καταστροφικές πολιτικές επιλογές μας οδήγησαν στη σημερινή κρίση και οι κατάλληλες πολιτικές επιλογές θα οδηγήσουν στην υπέρβασή της. Οι πολιτικές δυνάμεις, παλαιές και νέες, οφείλουν να συνεννοηθούν πέρα από τον κοντόθωρο ορίζοντα των πολιτικών ανταγωνισμών τους και να διασφαλίσουν με κάθε κόστος την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας- για όσο ακόμη μας επιτρέπει ο πυκνός πολιτικός χρόνος των ημερών. Μέχρι τότε είμαστε καταδικασμένοι να πορευόμαστε χαρούμενοι στους δρόμους της αδιαφορίας. Ελπίζουμε όχι και πάνω στα χαλάσματα της καταστροφής.