Το damage control του Κυριάκου Μητσοτάκη

Το damage control του Κυριάκου Μητσοτάκη

Το πελατειακό κράτος παραμένει ο πιο ανθεκτικός μηχανισμός της ελληνικής πολιτικής. Το διάγγελμα του Μητσοτάκη απλά το επιβεβαίωσε.

Το διάγγελμα του πρωθυπουργού εντάσσεται ευθέως στην επιχείρηση damage control που επιχειρεί η κυβέρνηση μετά τη νέα δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τα στοιχεία που αφορούν 11 βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναζητά έναν τρόπο να ανακτήσει την πολιτική πρωτοβουλία, να αποκαταστήσει την εικόνα της σταθερότητας και να μεταφέρει τη συζήτηση από τη φθορά του σκανδάλου στο πεδίο της διακυβέρνησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, προσπάθησε να κλείσει τη συζήτηση περί πρόωρων εκλογών, επαναλαμβάνοντας ότι αυτές θα γίνουν το 2027, και ταυτόχρονα να προτάξει τη θεσμική συνέχεια ως προϋπόθεση για την υλοποίηση πολιτικών επιλογών.

Το βασικό μήνυμα ήταν σαφές: η κυβέρνηση θέλει να δείξει ότι εξακολουθεί να ελέγχει την ατζέντα, ακόμη κι αν η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, την πιέζει ασφυκτικά.

Εκεί όμως αρχίζει και η βασική αντίφαση. Γιατί την ίδια στιγμή που ο πρωθυπουργός μιλά για κατάργηση του ρουσφετιού και των πελατειακών σχέσεων, η επαναφορά της ρητορικής περί βαθέος κράτους, δημιουργεί εύλογα ένα ερώτημα που δύσκολα πλέον αποφεύγεται: πως γίνεται μια κυβέρνηση που εξελέγη με σημαία την αποτελεσματικότητα, τον εκσυγχρονισμό και το επιτελικό κράτος, εφτά χρόνια μετά να εμφανίζεται σα να ανακάλυψε τώρα ότι το βαθύ κράτος εξακολουθεί να αντιστέκεται; Αν το «επιτελικό μοντέλο διακυβέρνησης» αποτέλεσε το εμβληματικό πρότζεκτ της πρώτης τετραετίας, τότε είτε απέτυχε να ξηλώσει τις παθογένειες που υποσχέθηκε ότι θα αντιμετωπίσει είτε τις ανέχτηκε όσο δεν δημιουργούσαν σοβαρό πολιτικό κόστος.

Ναι, το ρουσφέτι δεν γεννήθηκε στην Ελλάδα ούτε με την ίδρυση του ΟΠΕΚΕΠΕ ούτε φυσικά με την άνοδο της Νέας Δημοκρατίας στην εξουσία. Το πελατειακό κράτος έχει βαθιές ρίζες και διακομματική ιστορία. Όποιος θυμάται παλαιότερες εποχές, ξέρει καλά ότι οι αγροτικές επιδοτήσεις υπήρξαν επί δεκαετίες πεδίο συναλλαγής, εξυπηρετήσεων και πολιτικής υποκρισίας. Αυτό όμως ακριβώς κάνει το σημερινό επιχείρημα πιο προβληματικό: δεν αρκεί να περιγράφεις μια χρόνια παθογένεια, όταν έχεις κυβερνήσει επί εφτά συνεχόμενα χρόνια υποσχόμενος ότι θα τη διορθώσεις.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο πιεστικό επειδή η υπόθεση δεν ήρθε στην επιφάνεια από κάποιο εσωτερικό σύστημα αυτοκάθαρσης, αλλά μέσα από την έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να κινηθεί γρήγορα και να αποφανθεί άμεσα αν και σε ποιους θα ασκήσει διώξεις. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται πως η υπόθεση δεν επιδέχεται πλέον απλή επικοινωνιακή διαχείριση.

Ως απάντηση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εισηγήθηκε το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή, με αντικατάσταση του Υπουργού στη Βουλή από τον πρώτο επιλαχόντα για όσο συμμετέχει στο Υπουργικό Συμβούλιο. Το μέτρο αυτό, όπως είπε, το οποίο παραπέμπει στη διάκριση εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, θα ενταχθεί στις προτάσεις για τη Συνταγματική Αναθεώρηση και θα ισχύσει από τις μεθεπόμενες εκλογές.

Πρόκειται για μια πρόταση, που εφαρμόζεται στη Γαλλία και θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένα βήμα θεσμικού εκσυγχρονισμού. Δεν παύει όμως να γεννά σοβαρά ερωτήματα ως προς την πραγματική της αποτελεσματικότητα. Γιατί ακόμη κι αν ένας υπουργός παύει τυπικά να είναι βουλευτής όσο μετέχει στην κυβέρνηση, ποιος πιστεύει σοβαρά ότι θα πάψει να διατηρεί πολιτικό μηχανισμό και να ενδιαφέρεται για την επανεκλογή του; Και αν ο υπουργός δεν κλείσει στην πράξη το εκλογικό του γραφείο, ενώ παράλληλα αποκτήσει θεσμικό ρόλο και ο επιλαχών, δεν υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθούν απλώς δύο παράλληλα κέντρα πολιτικής εξυπηρέτησης αντί για ένα;

Έτσι, το διάγγελμα μοιάζει να έχει μια διπλή στόχευση. Από τη μία, να πείσει ότι ο πρωθυπουργός παίρνει αποστάσεις από τις πιο τοξικές όψεις του πελατειακού συστήματος. Από την άλλη, να εμφανίσει μια μεταρρυθμιστική αντεπίθεση τη στιγμή ακριβώς που η κυβέρνηση βρίσκεται σε άμυνα. Αυτό όμως είναι και το πιο ευάλωτο σημείο του εγχειρήματος: όταν η μεταρρύθμιση έρχεται όχι ως προγραμματική τομή αλλά ως απάντηση σε σκάνδαλο, κινδυνεύει να εκληφθεί περισσότερο ως εργαλείο πολιτικής διάσωσης παρά ως πειστικό σχέδιο εξυγίανσης.

Γι’ αυτό και, παρά την επανάληψη ότι οι εκλογές θα γίνουν το 2027, τα πραγματικά διλήμματα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη βρίσκονται μπροστά του. Αν επιλέξει σκληρή γραμμή και επιχειρήσει να στήσει «καθαρά ψηφοδέλτια», θα πρέπει να δείξει στην πράξη ότι δεν χωρά καμία σκιά. Αν όμως η δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι η τελευταία και ακολουθήσουν νέες υποθέσεις ή νέα πρόσωπα, τότε το Μέγαρο Μαξίμου θα βρεθεί μπροστά σε διαδοχικές απομακρύνσεις βουλευτών και στελεχών, με ό,τι αυτό σημαίνει για την εσωτερική συνοχή της κοινοβουλευτικής ομάδας. Το πολιτικό κόστος τότε θα είναι όχι απλά επικοινωνιακό αλλά και οργανικό.

Με αυτά τα δεδομένα, η επίκληση της σταθερότητας μπορεί να αποδειχθεί λιγότερο ισχυρή από όσο υπολογίζει το κυβερνητικό επιτελείο. Γιατί σε ένα πολιτικό σκηνικό που παραμένει ασταθές, με ανοιχτές υποθέσεις, κοινοβουλευτικές τριβές και ένα διεθνές περιβάλλον που επιβαρύνει την οικονομία και την ενέργεια, η πρωτοβουλία των κινήσεων δεν παραμένει για πάντα δεδομένη. Με το σημερινό διάγγελμα ο πρωθυπουργός θέλησε να δείξει ότι εξακολουθεί να ελέγχει την αφήγηση. Το ερώτημα είναι αν ελέγχει ακόμη και τις εξελίξεις.

Σχετικά άρθρα