Η συγκλονιστική κινηματογραφική εμπειρία που είναι η «Φωνή της Χιντ Ρατζάμπ»
©Mime Films & Tanit Films

Η συγκλονιστική κινηματογραφική εμπειρία που είναι η «Φωνή της Χιντ Ρατζάμπ»

Το βασισμένο σε πραγματικό γεγονός δράμα της Κάουθερ Μπεν Χανία μιλά για τη φρίκη της γενοκτονίας στην Παλαιστίνη με τον πιο αφοπλιστικό τρόπο.

Μια προβληματική που παρατηρείται σταθερά στον κινηματογράφο, σχεδόν άμα τη εμφανίση του, αφορά τη μετατροπή της οδύνης σε οπτικοακουστικό θέαμα. Τη δυναμική των ορίων, δηλαδή, μεταξύ του σκηνοθετικού χειρισμού των αντιδράσεων του κοινού και της εκμετάλλευσης δυσάρεστων καταστάσεων με στόχο τη ψυχαγωγία (και την εμπορικότητα). Ως αφηγηματική τέχνη, το σινεμά είναι αναπόφευκτο να λειτουργήσει ως πεδίο διαφυγής και άρα διασκέδασης, όμως, τι συμβαίνει όταν αφετηρία μιας ταινίας είναι ακριβώς μια πλοκή που υπόσχεται την εμβάθυνση σε ένα ψυχικό άλγος το οποίο, τουλάχιστον, δεν είναι το δικό μας;

Πειστικές, ουσιαστικά σπουδαίες, απαντήσεις έχουν δώσει οι σκηνοθέτες του ρεαλισμού. Από τον Βιτόριο ντε Σίκα («Κλέφτης Ποδηλάτων», «Λούστρος Παπουτσιών») μέχρι τον Κεν Λόουτς («Kes», «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ») και τα αδέρφια Νταρντέν («Ροζέτα», «Το Παιδί με το Ποδήλατο»), οι εν λόγω δημιουργοί, έχοντας λάβει σοβαρά υπόψη το εκάστοτε ιστορικό – πολιτισμικό πλαίσιο, διατυπώνουν κοινωνικές καταγγελίες που πετυχαίνουν το στόχο τους εξαιτίας του ειλικρινούς ανθρωπισμού που χρησιμοποιούν ως γνώμονα. Με απλούστερα λόγια, νοιάζονται αρκετά για τους χαρακτήρες τους, ώστε να μην επενδύουν αδρά στον πόνο τους για την εξαγωγή καθολικών ή προσωπικών αλήθειων. Κάτι που, για παράδειγμα, βλέπουμε συνήθως στα φιλμ σκηνοθετών όπως ο Ντάρεν Αρονόφσκι («Ρέκβιεμ για Ένα Όνειρο», «Η Φάλαινα») και η Ναντίν Λαμπακί («Καπερναούμ»), όπου η εξωτικοποίηση των μη προνομιούχων, η αισθητική επιτήδευση και ο συναισθηματικός εκβιασμός… πάνε σύννεφο. Παραδόξως, καθαρά υπό το πρίσμα της κινηματογραφικής γλώσσας της, στην τελευταία κατηγορία ανήκει η «Φωνή της Χιντ Ρατζάμπ».

Η διακεκριμένη σκηνοθέτρια Κάουθερ Μπεν Χανία («Ο Άνθρωπος που Πούλησε το Δέρμα του», «Τέσσερις Κόρες») μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη ένα αδιανόητο συμβάν που συνέβη στη Γάζα τον Ιανουάριο του 2024, καθώς εξελισσόταν (και συνεχίζεται) η γενοκτονία των Παλαιστινίων. Με φόντο ό,τι είχε απομείνει από την ισοπεδωμένη πόλη, σε ένα αυτοκίνητο, βρίσκεται εγκλωβισμένη η Χιντ Ρατζάμπ. Ένα εξάχρονο κορίτσι το οποίο δεν μπορεί να διαφύγει, διότι οι ισραηλινές δυνάμεις έχουν δολοφονήσει τους συνεπιβάτες συγγενείς της, την ίδια ώρα που στρέφουν τα πυρά τους ενάντια σε οποιονδήποτε πλησιάζει το σημείο. Μόνη ελπίδα για τη σωτηρία του παιδιού είναι η Ερυθρά Ημισέληνος, την οποία και έχει καλέσει ζητώντας βοήθεια. Από τη στιγμή που απαντούν στην κλήση οι διασώστες, οι οποίοι βρίσκονται αρκετά χιλιόμετρα μακριά χωρίς να τους δίνεται η άδεια να προσεγγίσουν, ξεκινά μια αγωνιώδης επικοινωνία που διαρκεί ώρες με τα πάντα να βρίσκονται στην κόψη του ξυραφιού.

Με μια σκηνοθετική κίνηση – ματ, η Μπεν Χανία δίνει νέα όρια στην έννοια της κινηματογραφικής αναπαράστασης επιλέγοντας να χρησιμοποιήσει ως βασικό καύσιμο της αφήγησής της την πρωτότυπη, ηχογραφημένη συνομιλία της Ρατζάμπ με την Ερυθρά Ημισέληνο η οποία ακούγεται εξ ολοκλήρου. Γύρω της στήνονται λιγοστές δραματοποιημένες σκηνές, υποστηρικτικές προς το ηχητικό ντοκουμέντο, με αποτέλεσμα η «Φωνή» να αποκτά μια ντοκιμαντερίστικη υφή και μια ποιότητα ωμότατου ρεαλισμού που επιτίθεται στις αισθήσεις, κλονίζοντας συθέμελα την παθητικότητα του κοινού. Πρόκειται για μια προσέγγιση η οποία, σε ένα άλλο πλαίσιο, θα ήταν ισοδύναμη με την εύκολη εργαλειοποίηση της παραπάνω φρικτής συνθήκης. Γιατί, όμως, εν προκειμένω κάτι τέτοιο δε συμβαίνει;

Πρωτίστως, διότι όλα όσα βλέπουμε αποτελούν πραγματικά, αδιάσειστα, ιστορικά γεγονότα. Το φιλμ δε χρειάζεται να κατασκευάσει μια πλοκή για να αναπτύξει την ιστορία της Ρατζάμπ, το άκουσμα της φωνής της αρκεί για να ειπωθούν χωρίς περιστροφές όλα όσα χρειάζονται. Ταυτόχρονα, η συγκεκριμένη λογική τεκμηρίου που υιοθετεί η Μπεν Χανία φροντίζει ώστε να εκμηδενιστούν τα όποια περιθώρια αμφισβήτησης. Είναι ενδεικτικό, μεταξύ άλλων, το πώς η σκηνοθέτρια σμίγει τα αντικειμενικά πειστήρια με τα κινηματογραφικά υλικά. Σε μια χαρακτηριστική σκηνή, ένα από τα βίντεο των διασωστών του 2024 όπου απεικονίζεται η επικοινωνία με το κορίτσι, αναπαράγεται από το κινητό ηθοποιού που υποδύεται υπάλληλο της Ερυθράς Ημισελήνου. Έτσι, προστίθεται και το δημοσιογραφικό στοιχείο σε ένα οικοδόμημα του οποίου η αποστολή, τελικά, είναι η έκθεση της απανθρωπιάς που κινεί τα νήματα στην Παλαιστίνη. Χωρίς να υπάρξει καν ευθεία αναφορά στη γενοκτονία, όταν οι τίτλοι τέλους πέφτουν και η «Φωνή» σιγεί, είναι ακριβώς αυτή που έρχεται στο μυαλό, ως ένα ανοιχτό τραύμα που δεν πρόκειται ποτέ να επουλωθεί, εάν δεν επιστρέψει ο παλαιστινιακός λαός στον τόπο του.

Σχετικά άρθρα