Κωνσταντίνε Μενελάου, πώς γύρισες την ανεπίσημη βιογραφία της Αλίκης Βιουγιουκλάκη;
Με την ταινία «Θηλυκό» ο σκηνοθέτης θολώνει τα όρια μεταξύ μύθου και τεκμηρίου πραγματοποιώντας ένα ρομαντικό φόρο τιμής στη διάσημη ηθοποιό.
Οι κινηματογραφικές βιογραφίες εμβληματικών προσωπικοτήτων έχουν πληθύνει χαρακτηριστικά τα τελευταία χρόνια, με το ελληνικό σινεμά να ακολουθεί την τάση επενδύοντας αδρά προς αυτήν την κατεύθυνση («Υπάρχω», «Καποδίστριας»). Τώρα, όμως, στον κατάλογο των σχετικών παραγωγών προστίθεται το «Θηλυκό». Ένα φιλμ υβριδικό, στο πνεύμα των ιδιοσυγκρασιακών biopics του Πάμπλο Λαραΐν («Maria», «Spencer»), το οποίο υπό ένα πρίσμα εντελώς προσωπικό, τα βιώματα και τις εντυπώσεις του σκηνοθέτη Κωνσταντίνου Μενελάου, επιχειρείται η απεικόνιση της ζωής της Αλίκης Βουγιουκλάκης.
Φυσικά, δεν πρόκειται για μια επίσημη μεταφορά της ζωής της διάσημης ηθοποιού, αλλά ακριβώς για αυτό το «Θηλυκό» έχει μια σπάνια γοητεία. Στην ταινία ο Μενελάου θολώνει πλήρως τα όρια μεταξύ ονειρικού, πραγματικού και μύθου, θέλοντας να εμβαθύνει στην αύρα και την υπερβατική κληρονομιά της Βουγιουκλάκη. Ενός προσώπου που άλλαξε άρδην τον εγχώριο κινηματογράφο, μας εξοικείωσε με την έννοια της σταρ και έζησε σχεδόν αδιάκοπα όντας σε πρώτο πλάνο. Με αφορμή, λοιπόν, τις προβολές του «Θηλυκού» στο Cinobo Πατησίων, ζητήσαμε από τον Μεναλάου να απαντήσει στις ερωτήσεις μας.

Το να γυρίσεις μια οποιαδήποτε παραγωγή για μια σταρ αυτού του βεληνεκούς είναι πάντα απαιτητικό. Ωστόσο, εδώ ποια ήταν η αφετηρία σας;
Η αφετηρία ήταν μια ανάγκη να υπερασπιστώ το ποπ — όχι απλώς ως έννοια ή αισθητική, αλλά ως στάση ζωής. Το κουβαλάω μέσα μου, συχνά σε αντίθεση με αυτό που θεωρείται «cool» ή «υψηλό» καλλιτεχνικά. Πάντα ένιωθα όμως ότι υπάρχει αξία εκεί, απλώς δεν έχει διατυπωθεί στην Ελλάδα με τον τρόπο που του αξίζει. Η Αλίκη είναι μία από τις πιο έντονες ποπ αναφορές μου. Μέσα από εκείνη βρήκα έναν τρόπο να συνδέσω αυτή την αγάπη με μια πιο θεωρητική προσέγγιση για να κατανοήσω και, τελικά, να επαναξιολογήσω κάτι που συχνά υποτιμάται. Το σημείο εκκίνησης ήταν να πάρω κάτι που θεωρείται «ελαφρύ» και να δείξω πόσο βάθος μπορεί να έχει.
Συναντήσατε εμπόδια κατά τη δημιουργία της ταινίας; Είτε από τον κύκλο της ηθοποιού είτε από κάποιο άλλο παράγοντα;
Η ταινία δεν είναι μια κλασική βιογραφία και δεν χρησιμοποιεί αρχειακό υλικό — όλα είναι κατασκευασμένα. Η αναφορά στη Βουγιουκλάκη λειτουργεί ως μέρος μιας καλλιτεχνικής γλώσσας, όχι ως καταγραφή – βιογραφία. Οπότε, δεν υπήρξαν εμπόδια από τον κύκλο της. Τα εμπόδια προέκυψαν από τον τρόπο που το ίδιο το κινηματογραφικό και πολιτιστικό περιβάλλον αντιμετωπίζει τόσο την Αλίκη όσο και το είδος της ταινίας. Υπήρχε μια έντονη προκατάληψη — πολύ κοντά σε αυτή που η ίδια βίωνε στην εποχή της. Ήταν εύκολο να γίνει η παραγωγή της ταινίας. Διαπίστωσα ότι υπάρχει ακόμη μια αρκετά περιορισμένη αντίληψη για το τι θεωρείται «σοβαρό» ή «καλλιτεχνικό» σινεμά στην Ελλάδα. Συγκεκριμένες φόρμες, δομές και μια ανάγκη το έργο να μοιάζει με κάτι ήδη αποδεκτό. Οτιδήποτε αποκλίνει από αυτό, δυσκολεύεται να βρει χώρο. Έτσι, το μεγαλύτερο εμπόδιο ήταν ακριβώς αυτή η αντίσταση απέναντι σε κάτι που προσπαθεί να κινηθεί διαφορετικά — τόσο αισθητικά όσο και θεματικά. Υπήρξαν βέβαια και φωτεινές εξαιρέσεις. Αλλά συνολικά, η εμπειρία ανέδειξε πόσο δύσκολο παραμένει να προωθηθεί μια νέα φόρμα μέσα σε ένα συντηρητικό πλαίσιο.

Εν είδη αρχειακού υλικού, χρησιμοποιήσατε διαφορετικές κινηματογραφικές υφές για να απεικονίσετε στιγμές της ηρωίδας στο όριο του βιωματικού και του ψυχολογικού. Περιγράψτε μας, αν θέλετε, πώς προσεγγίσατε τις επιμέρους σκηνές τεχνικά αλλά και υφολογικά;
Επειδή δεν χρησιμοποιήσαμε αρχειακό υλικό, έπρεπε να «κατασκευάσουμε» τη μνήμη. Οι διαφορετικές κινηματογραφικές υφές προέκυψαν από τη σκέψη ότι κάθε επίπεδο — το βιωματικό, το ψυχολογικό, το μυθολογικό — θα πρέπει να έχει τη δική του αισθητική ταυτότητα. Αυτό στην πράξη σήμαινε αλλαγές στη φωτογραφία, στις κάμερες, στο texture της εικόνας, στον ρυθμό του μοντάζ και στο πώς κινούνται τα σώματα μέσα στο κάδρο. Υφολογικά, η προσέγγιση ήταν να κινηθούμε κάπου ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό — εκεί όπου η μνήμη και η επιθυμία μπλέκονται και δεν ξεχωρίζουν εύκολα. Με έναν τρόπο, κάθε σκηνή δεν προσπαθεί να αναπαραστήσει κάτι που συνέβη, αλλά να αποδώσει τα συναισθήματα που προκαλεί αυτό που συνέβη.

Το «Θηλυκό» συντονίζεται με την τάση των τελευταίων χρόνων που θέλει την κινηματογραφική αναπαράσταση εμβληματικών προσωπικοτήτων να γίνεται όχι τόσο με όρους ιστορικής ακρίβειας, αλλά συναισθηματικής σύνδεσης. Υπό αυτήν την έννοια, θα ήθελα να ρωτήσω αφενός εάν συμφωνείτε, αφετέρου τι σημαίνει για εσάς η Αλίκη.
Νομίζω ότι σήμερα μας ενδιαφέρει λιγότερο η απόλυτη ιστορική ακρίβεια γιατί έχουμε ανάγκη την εμπειρία — το να μπορέσουμε να νιώσουμε έναν άνθρωπο, ακόμη κι αν είναι στην οθόνη. Να τον φέρουμε πιο κοντά μας, να αναγνωρίσουμε κάτι δικό μας μέσα του. Μια ταινία που ήταν ακριβώς αυτό για μένα είναι το «Spencer». Εκεί δεν παρακολουθείς γεγονότα — μπαίνεις σε μια κατάσταση, σε έναν ψυχισμό. Την νιώθεις την πριγκίπισσα Νταϊάνα. Κάπως έτσι λειτούργησε και το «Θηλυκό». Όχι ως συνειδητή επιλογή να ακολουθήσει μια τάση, αλλά ως ανάγκη να νιώσω την Αλίκη. Για μένα, η Αλίκη συνδέεται με την παιδική ηλικία, με ένα αίσθημα ασφάλειας και αγάπης. Μεγάλωσα έχοντας μια σχεδόν προσωπική σχέση με τέτοιες φιγούρες — σαν να συνομιλώ μαζί τους, να επηρεάζουν τον τρόπο που σκέφτομαι και αποφασίζω. Η Αλίκη ήταν πάντα μια τέτοια δύναμη για μένα. H ταινία είναι ένας τρόπος να την πλησιάσω — και να μοιραστώ αυτή τη σύνδεση.

Είναι αδύνατο να μην αναφερθώ στην επιλογή των ηθοποιών, ο πλουραλισμός των οποίων αποδεικνύει και την πληθωρικότητα της ηρωίδας. Με ποια κριτήρια τις επιλέξατε και πώς δουλέψατε μαζί το σενάριο;
Η επιλογή των ηθοποιών προέκυψε από αυτή την ιδέα της πολλαπλότητας και της πληθωρικότητας της Αλίκης. Δεν θα μπορούσε εύκολα να περιοριστεί σε ένα σώμα, οπότε χρειαζόμασταν τρεις διαφορετικές παρουσίες, τρεις διαφορετικές ενέργειες. Δε με ενδιέφερε η ομοιότητα, αλλά το τι φέρνει η καθεμία μέσα στο κάδρο. Η διαδικασία με το σενάριο ήταν αρκετά ανοιχτή. Υπήρχε ένας βασικός άξονας, αλλά δουλέψαμε με δοκιμές, αυτοσχεδιασμό, συζήτηση. Δεν ήθελα να «παίξουν» την Αλίκη. Ήθελα να τη περάσουν μέσα από τον εαυτό τους. Ακόμη και στην περίπτωση της Τάνυας, που είχε ένα στοιχείο μίμησης, αυτό που προέκυψε δεν ήταν αντιγραφή — ήταν μια καινούρια ανάγνωση.