Lea Seydoux: Η γυναίκα που επισκίασε την Monica Beluchi

Lea Seydoux: Η γυναίκα που επισκίασε την Monica Beluchi

Το καινούργιο κορίτσι της εποχής, η γυναίκα της χρονιάς όπως λένε κάποιoi, η Λεά Σεϊντού, δεν ξελόγιασε μόνο τον Τζέημς Μποντ, αλλά ολόκληρο το Χόλιγουντ

Η Μόνικα Μπελούτσι είναι εδώ και χρόνια η Γυναίκα. Το σύμβολο της θηλυκότητας. ΣΕ όποια ταινία και αν έχει εμφανιστεί ως τώρα, ήταν εκείνη που κατάφερνε πάντα να κλέβει την παράσταση. Στην καινούργια ταινία του Τζέημς Μποντ, το Spectre , που ήδη προβάλλεται και στην Ελλάδα, τα μάτια ήταν στραμμένα σ` ένα άλλο πρόσωπο. Την Λεά Σεϊντού. Ίσως ήταν και ο ρόλος της. Ίσως και το ότι η Μόνικα Μπελούτσι, γιόρτασε φέτος τα πενήντα της χρόνια. Αλλά το γεγονός παραμένει ότι η Λεά Σεϊντού, που την είδαμε πέρσι, σ` ένα τελείως προκλητικό ρόλο και τελείως γυμνή, στη Αντέλ, φέτος αν και ντυμένη δίπλα στον Μποντ, δεν έκλεψε μόνο την καρδιά του υπερπράκτορα, αλλά και όλα τα αντρικά βλέμματα. Και τα γυναικεία. 

Η Λέα Σεϊντού γεννήθηκε το 1985, είναι κόρη του επιχειρηματία Aνρί Σεϊντού και της φιλανθρώπου Βαλερί Σλουμπέργκερ. Γεννήθηκε στο Παρίσι, στο 16ο διαμέρισμα του Παρισιού, αλλά μεγάλωσε στο Σεν-Ζερμέν-ντε-Πρε στο 6ο διαμέρισμα. Έχει 5 νεότερα αδέλφια, και μία μεγαλύτερη αδελφή, την Καμίγ, που δουλεύει ως στυλίστριά της.. Οι γονείς της έχουν καταγωγή από Γερμανία. Ο πατέρας της είναι δισέγγονο του επιχειρηματία και εφευρέτη Μαρσέλ Σλουμπέργκερ, ενώ η μητέρα της είναι εγγονή του αδερφού του Μαρσέλ, Μορίς Σλουμπέργκερ.

 Οι γονείς της Σεϊντού είχαν χωρίσει όταν εκείνη ήταν 3 ετών και ήταν συχνά μακριά της, με τη μητέρα της στην Αφρική και τον πατέρα της μακριά για επαγγελματικούς λόγους. Αυτό σε συνδυασμό με τη μεγάλη οικογένεια, την ώθησαν να δηλώσει: “ένιωθα χαμένη μέσα στο πλήθος… Ήμουν πολύ μοναχική ως παιδί. Στ` αλήθεια είχα το αίσθημα ότι ήμουν ορφανή”. Μέσω της συμμετοχή της οικογένειάς της στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και της ψυχαγωγίας, η Σεϊντού μεγάλωσε σε επαφή με εξέχοντες καλλιτέχνες, όπως η φωτογράφος Ναν Γκόλντιν, οι μουσικοί Λου Ριντ και Μικ Τζάγκερ και ο σχεδιαστής υποδημάτων Κριστιάν Λουμπουτέν. Για έξι χρόνια, πήγαινε στην καλοκαιρινή κατασκήνωση στην Αμερική, με εντολή του πατέρα της, επειδή ήθελε να μάθει να μιλά Αγγλικά. Είχε μια αυστηρή προτεσταντική ανατροφή, παρόλο που είναι άθεη.

Δεν υπήρχαν ηθοποιοί στην οικογένειά μου. Ήμουν η πρώτη. Όταν αποφάσισα να γίνω ηθοποιός, ήταν επιλογή μου. Οι άνθρωποι γύρω μου είπαν όχι, αλλά το έκανα. Ήμουν σε θέση να κάνω αυτό που ήθελα, αλλά δεν ήταν λογικό.

Η οικογένεια Σεϊντού είναι ευρέως γνωστή στη Γαλλία. Ο παππούς της, Ζερόμ Σεϊντού, είναι ο πρόεδρος της Παρθέ, ο θείος της, Νικολά Σεϊντού, είναι ο πρόεδρος της Gaumont Film Company, ο άλλος θείος της, Μισέλ Σεϊντού, είναι παραγωγός του κινηματογράφου, είναι σήμερα ο πρόεδρος της λέσχης ποδοσφαίρου της Λιλ και ο πατέρας της είναι διευθύνων σύμβουλος της γαλλικής εταιρεία ασύρματης τηλεφωνίας Parrot. Παρά τις διάφορες διασυνδέσεις της οικογένειας Σεϊντού, δεν έδειξαν ενδιαφέρον για την κινηματογραφική της καριέρα και δεν την βοήθησαν. Σαν παιδί, δεν είχε καμία επιθυμία για την υποκριτική. Ήθελε να γίνει τραγουδίστρια της όπερας, σπουδάζοντας μουσική στο Conservatoire de Paris.

Η μητέρα της Βαλερί Σλουμπέργκερ είναι πρώην ηθοποιός που έγινε φιλάνθρωπος και ιδρυτής της μπουτίκ CSAO (Compagnie d`Afrique du Sénégal et de l`Afrique de l`ouest), το οποίο προωθεί το έργο των Αφρικανών καλλιτεχνών. Η Σεϊντού κάποτε εργαζόταν ως μοντέλο για τη γραμμή κοσμημάτων Jokko. Η Σλουμπέργκερ, η οποία έζησε στη Σενεγάληως έφηβη, είναι επίσης ιδρυτής των φιλανθρωπικών οργανώσεων ASAO (Association pour le Sénégal et l`Afrique de l`Ouest) και της Empire des enfants, ένα κέντρο για τα άστεγα παιδιά στο Ντακάρ, στο οποίο η Σεϊντού είναι «νονά» του.

Η Σεϊντού περιγράφει τον εαυτό της στα νεανικά χρόνια ως κορίτσι με ελαφρώς ατημέλητα κοντά μαλλιά, που την θεωρούσαν λίγο περίεργη: “Αν και ήμουν συμπαθής στον κόσμο, πάντα ένιωθα κάπως απροσάρμοστη.” Ανησυχεί ακόμα, ως ενήλικη, για την συστολή της και παραδέχτηκε πως είχε κρίση άγχους κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ των Καννώντου 2009.

Η Σεϊντού έχει δηλώσει ότι όταν ήταν μικρή ήθελε να γίνει τραγουδίστρια της όπερας, σπουδάζοντας μουσική στο Conservatoire de Paris, αλλά τελικά η ντροπαλότητά της την ανάγκασε να εγκαταλείψει αυτή την ιδέα. Στην ηλικία των δεκαοκτώ ετών αποφάσισε να γίνει ηθοποιός.Ένας από τους φίλους της ήταν ηθοποιός: “Βρήκα τη ζωή του υπέροχη”, σκέφτηκα, `Θεέ μου, μπορείς να ταξιδέψεις, είσαι ελεύθερος, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, εσύ είσαι το αφεντικό.`” Στη συνέχεια ερωτεύτηκε έναν ηθοποιό και αποφάσισε να γίνει ηθοποιός για να τον εντυπωσιάσει. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής στη Γαλλική δραματική σχολή Les Enfants Terribles, και το 2007 πήρε περαιτέρω κατάρτιση στο Στούντιο ηθοποιών της Νέας Υόρκης.

Το 2005, η Σεϊντού εμφανίστηκε στο μουσικό βίντεο του Ραφαέλ Αρός στο τραγούδι “Ne Partons Pas Fâches”. Κατά το επόμενο έτος, η Σεϊντού έπαιξε τον πρώτο της μεγάλο ρόλο στην οθόνης ως μία από τους κύριους χαρακτήρες στο Mes Copines. Πρωταγωνίστησε στην ταινία μικρού μήκους του Νικολά Κλοτζ, La Consolation, που προβλήθηκε το 2007 στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών. Αυτά τα χρόνια, έκανε και την πρώτη δουλειά της ως μοντέλο για την American Apparel, ποζάροντας για την καμπάνια τους Pantytime, και είχε ένα ρόλο στις ταινίες 13 French Street και το `Une vieille maîtresse`.

Η Σεϊντού στο Prix Lumieres τον Ιανουάριο του 2014.

Η Σεϊντού για πρώτη φορά τράβηξε την προσοχή το 2008, όταν εμφανίστηκε στην ταινία του Κριστόφ Ανόρ,The Beautiful Person, ένα ρόλο που της χάρισε το 2009 το βραβείο Trophée Chopard από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών για την «Καλύτερη Ανερχόμενη Ηθοποιό» και μια υποψηφιότητα για Βραβείο Σεζάρ για την πολλά υποσχόμενη ηθοποιό. Το 2009 είχε ένα σημαντικό ρόλο στη ταινία της Τζέσικα Χάουσνερ Προσκύνημα Στη Λούρδη, και ένα μικρό ρόλο στην πρώτη χολυγουντιανή της ταινία, του Κουέντιν ΤαραντίνοΆδωξοι Μπάσταρδη. Το 2010 πρωταγωνίστησε μαζί με τονΡάσελ Κρόου στην ταινία του Ρίντλεϊ Σκοτ, Ρομπέν των Δασών, παίζοντας την Ισαβέλλα της Ανγκουλέμ. Άλλα έργα της το 2010 περιλαμβάνουν την ταινία του Λουί Γκαρέλ, Petit tailleur και της Ρεμπέκα Ζλοτόφσκι, Belle Épine, με την οποία κέρδισε την δεύτερη υποψηφιότητα της για Βραβείο Σεζάρ της ανερχόμενης ηθοποιού.

Η Σεϊντού έκανε οντισιόν για να παίξει το ρόλο της Λίσμπεθ Σαλάντερ στην ταινία Το Κορίτσι με το Τατουάζ, αλλά ο ρόλος κατέληξε τελικά στην ηθοποιό Ρούνι Μάρα. Η Σεϊντού δήλωσε σε μια συνέντευξη:. “Ήμουν αναστατωμένη, αλλά δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να κάνω κάτι για να πάρω εκείνο τον ρόλο. Ήταν τελείως ενάντια στην φύση μου. Δούλεψα σκληρά, αλλά η Λίσμπεθ ήταν σχεδόν ανορεξική. Δεν ήμουν έτσι.” Η Σεϊντού επελέγη ωστόσο να παίξει την Γκαμπριέλ στην ταινία Μεσάνυχτα στο Παρίσι, του Γούντι Άλλεν, τον οποίο αποκαλεί έναν από τους αγαπημένους της σκηνοθέτες όλων των εποχών. Δεν υπήρχε κάστινγκ – στον Άλλεν δόθηκαν εικόνες από τρεις Γαλλίδες ηθοποιούς και από όλες επέλεξε την Σεϊντού. Το 2011 συμμετείχε σε μια άλλη παραγωγή του Χόλυγουντ, το Επικίνδυνη αποστολή – Πρωτόκολλο: Φάντασμα, στην οποία έπαιξε τη δολοφόνο Σαμπίν Μωρό μαζί με τους Τομ ΚρουζΤζέρεμι Ρένερ και Βλαντίμιρ Μασκόφ.

Μετά την ταινία αυτή, η Σεϊντού επέστρεψε στο γαλλικό κινηματογράφο, πρωταγωνίστρια στο Le Roman de Ma Femme και Roses à Crédit το 2011, και το Αντίο, βασίλισσά μου καιΗ Αδελφή μου το 2012. Επίσης το 2012, η Σεϊντού έπαιξε στην ταινία Η Ζωή της Αντέλ του Αμπντελατίφ Κεσίς και στο Grand Central της Ρεμπέκα Ζλοτόφσκι, οι οποίες προβλήθηκαν στο Φεστιβάλ των Καννών. Για την ερμηνεία της στην ταινία Η Ζωή της Αντέλ βραβεύτηκε με Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών, μαζί με τη συμπρωταγωνίστριά της Αντέλ Εξαρχόπουλος και τον σκηνοθέτη της ταινίας Αμπντελατίφ Κεσίς. Ήταν η δεύτερη φορά στο θεσμό που γυναίκα δέχεται αυτό το βραβείο.

Σχετικά άρθρα