Ήρθε η άνοιξη

Ήρθε η άνοιξη

Προχθές το βράδυ σε είδα από μακριά μόνη σου στην πλατεία. Έκανε κρύο. Φόραγες ένα κολάν και το κοντό μαύρο δερμάτινο σου, περπάταγες με το μαλλί ανακατεμένο. Κάποια αγόρια γύρισαν να σε κοιτάξουν. Παράγγειλες ένα ποτό. Το κορίτσι που σέρβιρε ήταν όμορφο. Πολύ όμορφο. Της έπιασες κουβέντα. Ρουμάνα, σπουδάζει οδοντίατρος, στέλνει λεφτά στην οικογένεια. Μόλις τελειώσει τη σχολή θα πάει να ζήσει Αμερική. Τη ρώτησες αν αυτή νοιώθει ποτέ χαρούμενη. Είπε ευτυχισμένη είμαι.

Σε θυμάμαι από το σχολείο. Ο κόσμος σου φαινόταν πάντα μικρός και άχαρος. Η πόλη βρώμικη, οι άνθρωποι άσκημοι. Τους χειμώνες γκρίνιαζες για το κρύο και τα καλοκαίρια δεν σου άρεσε η ζέστη. Όλα τα αγόρια προσπαθούσαν να σου τραβήξουν την προσοχή και μάταια αναζητούσαν ένα χαμόγελο σου. 

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Μετά, διακοπές στα νησιά, βόλτες, κουβέντες στα καφέ γύρω από τη σχολή, ξενύχτια, έρωτες. Πάλι κάτι σου έλειπε. Τότε γνώρισες τον Πέτρο και αυτός ήταν ακριβώς όπως έπρεπε να είναι. Πετυχημένος, αλλά όχι τόσο ώστε να είναι βαρετός, ωραίος και διαφορετικός. Του άρεσαν τα όμορφα πράγματα, όπως και σε εσένα. 

Ο γάμος σας για τα περιοδικά. Το σπίτι για φωτογράφιση, τα παιδιά στο καλύτερο σχολείο, τα πράγματα σου αγορασμένα μόνο στα σωστά μαγαζιά. Τα καλοκαίρια στο νησί και το χειμώνα στο βουνό. Πάντα τα καλύτερα, αλλά πάντα ένοιωθες σαν κάτι να έλειπε. Άξιζε κάτι καλύτερο σε σένα.

Η δουλειά συνέχιζε να βγάζει λεφτά, καλά να είναι το δημόσιο με τις παραγγελίες του. Κάθε κόμμα που ψήφιζες στην κυβέρνηση. Και μετά ψήφιζες τους επόμενους. Πάντα τους έβριζες, πάντα τους ψήφιζες. 

Και όταν πια όλα πήγαιναν καλά και κόντευες να τα καταφέρεις, έριξαν αυτοί οι ανόητοι τη χώρα στα βράχια. Πάει η δουλειά, πάνε τα σχολεία, τα σπίτια βραχνάς. Έσφιξες τα δόντια, προσπάθησες μη σε πάρει από κάτω. Μίσησες τη γειτόνισσα που δεν την ακούμπησε η φάση. Ξενέρωσες με τον άντρα σου, ακόμα και τώρα κάποιοι τα κατάφερναν, αυτός όχι.

Έπειτα, ήρθε το “success story”. Αναθάρρησες, ξανάβγαλες το μεγάλο αμάξι, φόρεσες τα κοσμήματα. Δεν ντρεπόσουν πια που εσύ δεν τα έχασες όλα. Δεν είμαστε και όλοι ίδιοι στο κάτω-κάτω είπες. Συμφώνησες ότι ήρθε η ώρα να γυρίσει η χώρα σελίδα. Τους ψήφισες, αριστερή ήσουν πάντα και εσύ άλλωστε.

Εκείνοι ξεκίνησαν διαφορετικά, δεν είχαν τα παντελόνια κατεβασμένα έλεγες. Μετά πάλι όλοι μαζί να μιλάνε για χρεοκοπία, για κατάρρευση, για τέλος. Άρχισε να στη δίνει ακόμα περισσότερο η ζωή σου, το σπίτι σου, ο άντρας σου. Ένα μπέρδεμα πια όλα στο μυαλό σου. 

Προχθές το βράδυ σε είδα από μακριά μόνη σου στην πλατεία. Έκανε κρύο. Φόραγες ένα κολάν και το κοντό μαύρο δερμάτινο σου, περπάταγες με το μαλλί ανακατεμένο. Κάποια αγόρια γύρισαν να σε κοιτάξουν. Παράγγειλες ένα ποτό. Το κορίτσι που σέρβιρε ήταν όμορφο. Πολύ όμορφο. Της έπιασες κουβέντα. Ρουμάνα, σπουδάζει οδοντίατρος, στέλνει λεφτά στην οικογένεια. Μόλις τελειώσει τη σχολή θα πάει να ζήσει Αμερική. Τη ρώτησες αν αυτή νοιώθει ποτέ χαρούμενη. Είπε ευτυχισμένη είμαι. 

Άφησες λίγα κέρματα στο τραπέζι και σε είδα που έφευγες μέσα στη νύχτα. 

Σχετικά άρθρα