Γιάννης Οικονομίδης στο ΚΛΙΚ: «Το σινάφι, μέσω των βραβείων Ίρις, έριξε δυο ταινίες μου στο χαντάκι»
«Αν κάνεις μια καλή ταινία, θα σου 'ρθει η νέα γενιά. Το κοινό είναι εκεί, μικροί μεγάλοι», λέει ο Γιάννης Οικονομίδης, λίγο πριν τη φετινή τελετή των βραβείων Ίρις της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, όπου η «Σπασμένη Φλέβα» έχει δώδεκα υποψηφιότητες.
Δύο σκηνοθέτες μου έρχονται στο μυαλό που έχουν καταφέρει να έχουν «δικό» τους επίθετο, έκαστος κορυφαίος στο είδος του. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος και ο Γιάννης Οικονομίδης. Το «αγγελοπουλικό» αναφέρεται συνήθως στο στυλ κινηματογράφησης, τα αργά πλάνα, τις σιωπές, τα μονοπλάνα κτλ, ενοποιημένα στον όρο «ποιητικό σινεμά» και μπορώ να φανταστώ πόσο από χαρά μπορεί να «φουσκώσει» ένας νέος σκηνοθέτης εάν του αποδώσουν τέτοιο χαρακτηρισμό. Το «οικονομιδικός» παραπέμπει κι αυτό προφανώς σε ένα στυλ- ένα καρέ φτάνει για να αναγνωρίσεις ταινία του Οικονομίδη- που έφτασε να επηρεάσει με τον ρεαλισμό του καλλιτεχνικά και το σινεμά αλλά και το θέατρο (ακόμα μιλάμε για το «Στέλλα κοιμήσου»). Το «οικονομιδικό» όμως, τελικά σηματοδοτεί και ένα ολόκληρο σύμπαν από το οποίο ξεπήδησαν απίστευτοι τύποι, μυθικών πλέον διαστάσεων, με πρώτο τον Μήτσο του «Σπιρτόκουτου» πριν από εικοσιτέσσερα χρόνια και βέβαια, διάσημες ατάκες, που είναι μονίμως viral, με τον Οικονομίδη να βάζει μπροστά από τον φακό του τον νεοέλληνα της μεσοαστικής τάξης που υπήρξε για χρόνια ο «πυλώνας» της ελληνικής κοινωνίας αλλά βρέθηκε να παλεύει για να σταθεί στα πόδια του σε έναν κόσμο που καταρρέει, όχι μόνο οικονομικά, κυρίως ηθικά.
Το σινεμά του Γιάννη Οικονομίδη, που μας έδειξε σε γκρο πλαν, στη μεγάλη οθόνη τον νεοέλληνα που αγκομαχά να βγάλει άλλη μια μέρα με το πιστόλι στον κρόταφο, είναι και ένα φαινόμενο που κέρδισε ταινία με την ταινία την ολόδικη του θέση σε αυτό που λέμε ποπ κουλτούρα. Αυτό κι αν είναι δικαίωση για ένα σινεμά που έχει όραμα και φαντασία, είναι αυθάδικο και τολμηρό, αγαπήθηκε και απέκτησε ορκισμένους φαν. Αλήθεια ποιός δεν έχει πέσει σε παρέες πιτσιρικάδων που μάλλον δεν σκαμπάζουν από ελληνικό κινηματογράφο αλλά έχουν παρ’ όλα αυτά δει ταινίες του Οικονομίδη; Ο σκηνοθέτης κατέχει και ένα ιδιότυπο και σημαντικό ρεκόρ που μεταφράζεται σε αποδοχή από τους κριτικούς κινηματογράφου, αφού και οι έξι του μεγάλου μήκους ταινίες έχουν ψηφιστεί καλύτερη ταινία η καθεμία στη χρονιά της από την Π.Ε.Κ.Κ. (Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου). Ισχύει η βράβευση και για την τελευταία του, την «Σπασμένη φλέβα» που είναι το αποκορύφωμα μιας διαδρομής καταρχάς καλλιτεχνικά, είναι η πιο ώριμη στιγμή του σκηνοθετικά, με τους τόνους να έχουν πέσει, με ένα σενάριο (Οικονομίδης & Βαγγέλης Μουρίκης) κέντημα με στοιχεία θρίλερ, τραγωδίας και κοινωνικού δράματος, βραδυφλεγές μέχρι να γίνει το μεγάλο μπαμ αναπάντεχα και κάτω απ’ τη μύτη μας και με σπουδαίες ερμηνείες. Για ποιόν να πρωτογράψεις, για τον Βασίλη Μπισμπίκη (ο καλύτερος που έχουμε δει ever), τον Γιάννη Νιάρρο, την Μαρία Κεχαγιόγλου ή την Μπέττυ Αρβανίτη που κάνει την πιο γενναία της εμφάνιση; Η ταινία έχει ήδη κόψει 163.000 (!) εισιτήρια και συνεχίζει ακάθεκτη για να πείσει και τον πιο δύσπιστο ότι το ελληνικό καλλιτεχνικό σινεμά μπορεί να κάνει μεγάλη εμπορική επιτυχία και να τινάξει το μποξ όφις στον αέρα, χωρίς απαραίτητα να έχει πρωταγωνιστές εθνικούς ευεργέτες και λαΐκά σύμβολα.
Διαβάστε επίσης
Η «Σπασμένη φλέβα» είναι υποψήφια για δώδεκα βραβεία Ίρις της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου με την τελετή απονομής να γίνεται την Τετάρτη 17/6 στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Ενώ στα προσεχώς σημειώστε και το 5ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Αιγίου «Θόδωρος Αγγελόπουλος» (21 έως 28 Ιουνίου) όπου ο Γιάννης Οικονομίδης θα δώσει ένα masterclass, θα προβληθεί εννοείται η «Σπασμένη φλέβα», «Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς» και το «Σπιρτόκουτο» και γενικά ο σκηνοθέτης θα είναι το κεντρικό τιμώμενο πρόσωπο, μια απολύτως ταιριαστή επιλογή αφού ο θεματικός άξονας του φετινού φετιβάλ έχει τίτλο «Φωτίζοντας τον διάλογο». Κι αν έχει γράψει Ιστορία ο Οικονομίδης με τους διαλόγους του.
Βλέπω μια δεύτερη «ζωή», καλοκαιρινή», για την «Σπασμένη Φλέβα» με προβολές στα θερινά, σε διάφορες γειτονιές.
Στην πραγματικότητα δεν έχει σταματήσει να παίζεται από τα τέλη Νοεμβρίου που βγήκε στις αίθουσες. Έστω και σε κάποιους λίγους χειμερινούς κινηματογράφους έμεινε έως τώρα που μπήκαμε στο καλοκαίρι. Πλέον αρχίζει και ανοίγει σε θερινούς, σε νησιά, από εδώ και από εκεί… Λειτούργησε αυτό που λέμε «από στόμα σε στόμα».
Το «από στόμα σε στόμα» πάντοτε λειτουργούσε για τις ταινίες σου.
Ναι, τις πιο πολλές φορές λειτουργούσε, αλλά όχι στους κινηματογράφους, αργότερα. Είχαν, δηλαδή, αυτή την ατυχία οι ταινίες μου. Λειτουργούσε το «από στόμα σε στόμα» κατόπιν εορτής. Ο κόσμος τις ανακάλυψε μέσα στα χρόνια, μέσα από το youtube, το dvd, το VHS παλιά επί «Σπιρτόκουτου» και «Ψυχής στο στόμα» που υπήρχε ακόμα η κασέτα. Τελευταία και από την πλατφόρμα του Cinobo, που έχει όλες τις ταινίες και ένας κόσμος γυρίζει πίσω και ξαναβλέπει τις παλιές ή τις ανακαλύπτει για πρώτη φορά με αφορμή την «Σπασμένη φλέβα». Θέλω να πω ότι είναι η πρώτη φορά που το «από στόμα σε στόμα» δούλεψε ενώ η ταινία παίζεται στη μεγάλη οθόνη.

Εννοείς ότι έκοψε εισιτήρια. Έκοψε εισιτήρια και ικανοποίησε. Εισιτήρια μπορεί να κόψει μια ταινία αλλά να είναι απλώς ένα προΐόν – αποτέλεσμα του μάρκετινγκ, να γίνει ένα ντου τον πρώτο καιρό και μετά η ταινία να «κάτσει» γιατί δεν ικανοποιήθηκε ο κόσμος. Στην περίπτωση της «Φλέβας» ένας κόσμος έφερε έναν άλλον κόσμο κι αυτός έναν άλλον κόσμο, μικρό και μεγάλο. Η ταινία συζητήθηκε και ικανοποίησε. Αυτή είναι η μεγάλη επιτυχία στην πραγματικότητα. Και αυτή τη φορά το θαύμα έγινε μέσα στα σινεμά.
Πώς το εισέπραξες; Είναι τελικά η εμπορική επιτυχία η μεγαλύτερη δικαίωση; Δεν είναι μόνο τα εισιτήρια. Φτιάχνω μια ταινία για να παιχτεί και να συναντήσει το κοινό της στον φυσικό της χώρο, που είναι η μεγάλη οθόνη, εκεί όπου η ταινία είναι «ντυμένη» με τα σωστά της ρούχα, είναι σωστή η εικόνα, σωστός ο ήχος, βλέπεις την ταινία στην απλωσιά της μεγάλης οθόνης μέσα στη μυσταγωγία του κινηματογράφου. Για μένα σαν filmmaker αυτή είναι η μεγάλη μου ικανοποίηση. Το κοινό συνάντησε την ταινία στους κινηματογράφους κι όχι μετά στον υπολογιστή, στα κινητά, στα λάπτοπ, στην τηλεόραση του σπιτιού.
Ωραία μετέφρασες το τι σημαίνει εμπορική επιτυχία για σένα. Να σε ανακαλύπτουν στην μεγάλη οθόνη.
Η εμπορική επιτυχία, στην πραγματικότητα, είναι πιο πολύ για τους άλλους. Όπως είναι δομημένο όλο το «κόλπο» του κινηματογράφου κερδίζουν οι παραγωγοί και οι διανομείς που έχουν επενδύσει στην ταινία. Για μένα επιτυχία είναι να μπαίνει μια παρακαταθήκη για την επόμενη ταινία μου. Να είναι ικανοποιημένοι οι συνεργάτες μου, η εταιρεία διανομής, ο παραγωγός μου και οι συμπαραγωγοί, ώστε να πάμε παρακάτω στην επόμενη δουλειά.

Αυτό σημαίνει κάθε φορά και αύξηση του μπάτζετ; Ενδεχομένως, ανάλογα και τις απαιτήσεις που θα έχει η καινούργια ιστορία, το σενάριο, χωρίς να είναι όμως, αυτονόητο. Αλλά το θέμα είναι να γίνουν λίγο πιο εύκολα τα πράγματα για μένα. Γιατί είναι πάντα ένα ζήτημα το να βρεις τα χρήματα να κάνεις την ταινία σου. Αυτή τη στιγμή η συμμετοχή των θεσμικών χρηματοδοτών σε μια ταινία είναι πιο κάτω κι απ’ το μισό, άρα πρέπει να βρεις λεφτά και από αλλού, από ευρωπαϊκές συμπαραγωγές, από ιδιώτες παραγωγούς.
Από ποιά ταινία σου άρχισες να εισπράττεις πίστη στο σινεμά σου; Έλεγες και στο πρόσφατο masterclass στη Στέγη πόσο δύσκολο ήταν στην αρχή να πείσεις για αυτό που κάνεις. Από ποιά ταινία και μετά πήρες μια ανάσα; Άλλο η πίστη, άλλο η ανάσα. Όσον αφορά στην πίστη στη δουλειά μου, ήδη από την δεύτερη ταινία μέχρι σήμερα δουλεύω με τον ίδιο παραγωγό, τον Παναγιώτη Παπαχατζή («Αργοναύτες»). Και προχωράμε ακάθεκτοι από ταινία σε ταινία. Από την εποχή του «Μαχαιροβγάλτη» συνδέθηκα επίσης βαθιά με τον παραγωγό Χρήστο Κωνσταντακόπουλο της Faliro House Productions, ο οποίος με πιστεύει, με στηρίζει και με έχει βοηθήσει καταλυτικά. Από την «Μπαλάντα» εποχή κι έπειτα μπήκε μέσα στο σύμπαν μου και η πρωτοποριακή Αφροδίτη Παναγιωτάκου από την Stegi Onassis, η οποία στηρίζει κάθε φορά ό,τι κάνω – εξού και το ότι η Στέγη ανέβασε το “Σπιρτόκουτο the musical” δίνοντας τα πάντα σε επίπεδο παραγωγής. Η παράσταση έκανε θραύση, ήταν μεγάλη επιτυχία καλλιτεχνικά και πριμοδότησε νέα παιδιά, τον Γιάννη Νιάρρο, τον Αλέξανδρο Λιβιτσάνο, και όλο τον ταλαντούχο θίασο. Και τελευταία, έχουν μπει στον κύκλο μου η Αλεξάνδρα Δασκαλοπούλου της Frontstage Entertainment και ο Δημήτρης Μάρης από την 24media, οι οποίοι πίστεψαν σε αυτό που πήγα να κάνω με το που διάβασαν το σενάριο -γνώριζαν βέβαια τις δουλειές μου- και τώρα είμαστε στην πραγματικότητα μια ομάδα. Είμαστε και φίλοι. Και δεν πρέπει να παραλείψω και την εκπληκτική εταιρεία διανομής που είχα την τύχη να συνεργαστώ μαζί της για πρώτη φορά, την Tanweer και τον αρχηγό της – όσον αφορά στο τμήμα της διανομής – τον Γιάννη Καλφακάκο, με τον οποίο έχουν ταιριάξει πάρα πολύ τα χνώτα μας.
Διαβάστε επίσης
Ο δρόμος δεν ήταν στρωμένος από την αρχή για τις ταινίες σου. Μήπως τώρα «κολλάει» η ανάσα που σε ρώτησα πριν; Μπορώ να σου πω ότι στα γυρίσματα της «Μπαλάντας της τρύπιας καρδιάς» είχε κινδυνεύσει να σταματήσει η παραγωγή λόγω έλλειψης χρημάτων. Αυτή τη φορά, με την «Σπασμένη φλέβα» πήγαν πολύ καλά τα πράγματα, υπήρχε ένα δυνατό σενάριο και σε όσους απευθύνθηκα να συμμετάσχουν στην παραγωγή δεν αρνήθηκε κανείς. Πιστεύω ότι από εδώ και πέρα θα είναι κάπως πιο βατός ο δρόμος. Αλλά εντάξει, δεν έχω παράπονο, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο πάντα έβρισκα τρόπους και λύσεις, τα κατάφερνα. Το θέμα πάντα είναι να κρατήσω άθικτο το όραμα μου και να μην κάνω υποχωρήσεις.
Έκανες ποτέ;
Όχι.

Η αποδοχή από το σινάφι σου είναι εξίσου σημαντική για σένα; Την έχεις εισπράξει; Όχι, μάλλον το αντίθετο. Αλλά δεν με νοιάζει κιόλας, γιατί ένα μεγάλο μέρος του σιναφιού της ελληνικής κινηματογραφίας είναι – δυστυχώς – επιεικώς άσχετοι. Οπότε δεν είναι ότι θα χάσω και τον ύπνο μου. Αρκεί να θυμηθείς ότι, στην εποχή του, το «Μικρό ψάρι» στα βραβεία Ίρις (2015) το πετάξανε στο χαντάκι. Έξι χρόνια μετά, την «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς» (2021) την πετάξανε κι αυτή στο χαντάκι. Μεγάλη προσβολή και απρέπεια. Δύο ταινίες, δύο πολύτιμα κινηματογραφικά δώρα – όπως αποδείχθηκε σε βάθος χρόνου – προς το σύγχρονο ελληνικό σινεμά. Και όμως, το σινάφι, μέσω των βραβείων Ίρις της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, αποφάσισε: χαντάκι! Και τώρα πολύ πιθανόν να συμβεί το ίδιο και με την «Σπασμένη φλέβα». Το βλέπω να ΄ρχεται… Ας πούμε, δεν έχει υποψηφιότητα στην κατηγορία της διεύθυνσης φωτογραφίας (Δημήτρης Κατσαΐτης) και σκηνογραφίας (Σταμάτης Δεληγιάννης). Κι αν έχει φωτογραφία η ταινία! Κι αν έχει σκηνογραφία η ταινία! Σου θυμίζω ότι η καντίνα είναι εξ ολοκλήρου φτιαγμένη, όλο το σπίτι του γιου με τα υπόγεια είναι φτιαγμένο, όλο το πατάρι-καβάτζα του Θωμά Αλεξόπουλου είναι φτιαγμένο, τα σπίτια των ηρώων, πλουσίων, μεσαίας τάξης, φτωχών, όλα φτιαγμένα. Άρα ποιοί είναι αυτοί που κρίνουν, τι καταλαβαίνουν, τι γνωρίζουν… Τρέχα γύρευε… Η μισή ταινία διαδραματίζεται νύχτα, έχει ατμοσφαιρική φωτογραφία, ολόκληρες σκηνές γλυπτικής με το φως… Μάλλον δεν κατάλαβαν τίποτα αυτοί που ψήφισαν. Ντροπή, ξεφτίλα, αίσχος. Πολλοί από το σινάφι μου λένε ότι ακόμα δεν έχουν δει την ταινία. Δεν ξεκουβαληθήκανε να πάνε στο σινεμά. Φαντάζομαι, τώρα, με τις υποψηφιότητες για τα βραβεία, θα την είδαν, αλλά στον υπολογιστή. Ως κινηματογραφιστές και άνθρωποι του χώρου δεν οφείλουν να την δούνε στη μεγάλη οθόνη; Ειδικά αυτή την ταινία που ανοίγει κι ένα δρόμο ανάμεσα στο εμπορικό, στο ποιοτικό και στο arthouse για πρώτη φορά. Τελευταία φορά που συνέβη κάτι τέτοιο ήταν με το «Suntan» του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου. Χοροπηδάγαμε με τα 35.000 εισιτήρια, λέγαμε επιτέλους μια ταινία που είναι arthouse που λίγο σπάει και το φράγμα και συνομιλεί και με ένα άλλο κοινό, που μπαίνει με τσαμπουκά στο εμπορικό. Και τώρα πήγαμε στα 163.000 εισιτήρια. Είναι σαν ένας κόσμος να ανακαλύπτει ξανά το ελληνικό σινεμά. Τις προάλλες πέτυχα έναν άλλον – που είναι και διευθυντής σε μεγάλη κινηματογραφική σχολή – και μου λέει «δεν την είδα την ταινία σου ακόμα γιατί δεν με κάλεσες στην πρεμιέρα. Κι αν κάνεις κάποια προβολή να με καλέσεις να την δω στο σινεμά, δε θέλω να την δω στον υπολογιστή». Σε λίγο θα μου ζητήσει να του στείλω μια λιμουζίνα να τον πάρει και να τον πάει να δει την ταινία.
Αδιαφορία; Τι; Είναι το σύνδρομο της μικρής κοινωνίας, της επαρχίας, του χωριού. Κακό πράγμα τα λίγα σπίτια. Η ύπαρξη μου και μόνο τους θυμίζει αυτό που δεν κατάφεραν. Ένας σκηνοθέτης που ήρθε από το πουθενά, ένα παιδί χωρίς επώνυμο- δεν είμαι γόνος- και κάνει την μία ταινία μετά την άλλη. Και επίσης, με αποδοχή και αγάπη από τον κόσμο. Δεν μπορείς να φανταστείς τι αγάπη παίρνουμε κι εγώ και η ομάδα μου και οι ηθοποιοί. Αποδοχή, αξιοπρέπεια, πρόσφατα και μια εμπορική επιτυχία, ανυποχώρητο σινεμά, υψηλού επιπέδου σινεμά σε όλα τα επίπεδα, σενάριο, ερμηνεία, κατασκευή, ένα σινεμά που στέκει ισάξια δίπλα σε ευρωπαΐκές ακόμα και αμερικάνικες ταινίες. Δηλαδή ποιός Αμερικάνος είναι καλύτερος από τον Μπισμπίκη και τον Μουρίκη, οι οποίοι το έχουν τερματίσει στις συνεργασίες μας; Ή τον Λίτση; Ή την Κεχαγιόγλου; Που υστερούν οι δικοί μας; Άρα είναι ένα πράγμα συνολικότερο που ενοχλεί, προκαλεί – σα να λένε “κακώς που υπάρχεις και μας θυμίζεις τη δική μας μετριότητα”.
Υπάρχουν συνάδελφοι σου με τους οποίους νιώθεις μια καλλιτεχνική συγγένεια, σκηνοθέτες με τους οποίους αισθάνεσαι συνοδοιπόρος; Είναι τα παιδιά που κατά καιρούς παίζω και στις ταινίες τους.
Είναι δηλαδή και μια χειρονομία εκτίμησης ας πούμε το ότι κάνεις cameo στις ταινίες τους; Τους εκτιμώ και προσπαθώ να βοηθήσω όπως μπορώ. Φέτος έπαιξα στην ταινία του Γιώργου Γεωργόπουλου («Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ»), παλιότερα στου Αργύρη Παπαδημητρόπουλου (Suntan»), στου Ηλία Γιαννακάκη, στις μικρού μήκους του Μαρίνου Σκλαβουνάκη, στου Φωκίωνα Μπόγρη («Το πρόστιμο»). Είναι ένας κόσμος που κάνει σινεμά και αγωνίζεται. Αν μου ζητηθεί να είμαι δίπλα τους, θα το κάνω και θα γουστάρω. Όπως τώρα, που εμπνευστήκαμε με τον Γιάννη Καλφακάκο της Tanweer αυτή την ιστορία με το «Ελλάδα 3.0», τρεις μικρού μήκους που βγήκαν ως ένα slot στις αίθουσες. Είχα δει τις ταινίες, μου άρεσαν, τυχαίνει να ξέρω και τα παιδιά που τις έκαναν και μου ήρθε η ιδέα. Τις έδειξα στον Γιάννη, του άρεσαν πολύ και η ομάδα της Tanweer συμφώνησε ότι εδώ κάτι υπάρχει και το έστησαν. Αν μπορώ να βοηθήσω, γιατί να μην το κάνω; Δε νιώθω απειλή. Όλοι για το ίδιο αγωνιζόμαστε, να πάει παρακάτω αυτό το πράγμα που λέγεται κινηματογράφος εν Ελλάδι, να σταματήσει αυτή η μιζέρια, η σαπίλα.
Διαβάστε επίσης
Τα τελευταία χρόνια γίνεται πολλή κουβέντα για τον ωμό ρεαλισμό στο σινεμά και το θέατρο, πάντα πέφτει το όνομα σου στο τραπέζι. Νιώθεις ιδρυτής σχολής, τάσης; Εντάξει, δεν μπορώ να το πω εγώ τώρα αυτό, αλλά σίγουρα μπήκα και κάλυψα ένα κενό, εκεί που υπήρχε μια μεγάλη τρύπα, την οποία έβλεπα και με ενοχλούσε.
Η τρύπα αναφέρεται σε αυτό που είχες πει, πάλι στο πρόσφατο masterclass, για την σοβαροφάνεια του ελληνικού κινηματογράφου; Η σοβαροφάνεια, το ξύλινο παίξιμο, οι κακοί διάλογοι, το συμβολικό – μεταφορικό στήσιμο που πάντα απέφευγε να μιλήσει κατευθείαν, η δηθενιά, όλο αυτό το στοχαστικοδοκιμιακό, η “κουλτούρα να φύγουμε” και η απουσία πραγματικής ανθρωπιάς και πραγματικής αγωνίας να πλησιάσεις τον άνθρωπο και τις ανθρώπινες ιστορίες, τη συγκίνηση, τη δραματουργία βάθους, τους χαρακτήρες, τα σοβαρά διακυβεύματα που ταλανίζουν τη ζωή και την ύπαρξη μας με έναν τρόπο που να βγάζει αίμα, ιδρώτα, ενέργεια, αλήθεια. Πρέπει να πάλλεται ένα έργο τέχνης, ένα κινηματογραφικό έργο. Και βέβαια, να γίνεται με έναν τρόπο που να μπορεί να επικοινωνήσει κι ο θεατής, να ταυτιστεί, να αναγνωρίσει τη ζωή του εκεί μέσα, ανθρώπους που τους ξέρει, που τους καταλαβαίνει. Ο μόνος δρόμος, λοιπόν, ήταν η σωστή αναπαράσταση, ο ρεαλισμός. Αυτό είναι κάτι αυτονόητο για μένα.
Και δεν έχεις μετακινηθεί από αυτό ούτε εκατοστό.
Έχει προυπάρξει μια παράδοση στο ελληνικό σινεμά: ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο Κώστας Μανουσάκης, ο Πάνος Γλυκοφρύδης, η Τώνια Μαρκετάκη, ο Αλέξης Δαμιανός κι αργότερα ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης. Αλλά ήταν σαν να βρίσκεται στο περιθώριο του κυρίαρχου ελληνικού σινεμά, ενώ έπρεπε να είναι αυτό το κύριο σώμα – αυτό ήταν που μου έκανε φοβερή εντύπωση. Απλώς εγώ το πήγα παραπέρα, το τερμάτισα και μάλλον ξεθάρρεψε κι ένας άλλος κόσμος και είπε «ώπα». Το έκαναν και στο θέατρο.

Τελικά οι ταινίες σου είναι πολιτικές; Οι ταινίες μου είναι πολιτικές με την έννοια που είναι πολιτικό και το free cinema, ο ιταλικός νεορεαλισμός, η νουβέλ βαγκ, το ανεξάρτητο αμερικάνικο – ακόμα κι ένα κομμάτι του Χόλιγουντ είναι πολιτικό. Εάν στοχάζεσαι πάνω στον άνθρωπο και τον κόσμο που τον περιβάλλει με ειλικρίνεια και θάρρος, δεν μπορεί να μην είναι πολιτικό αυτό που προκύπτει. Τι είναι δηλαδή πολιτικό; Μόνο τα συνθήματα, οι ιαχές και τα ιδεολογήματα;
Από τον Μήτσο του «Σπιρτόκουτου» στον Θωμά της «Σπασμένης φλέβας» τι απόσταση έχουμε διανύσει ως κοινωνία; Είναι εμφανής η κατρακύλα, αλλά ήδη είχε ξεκινήσει από την εποχή που βγήκε η «Ψυχή στο στόμα», που κατά την άποψη μου είναι και η πιο επίκαιρη ταινία σήμερα. Ήταν σαν να βλέπαμε πολύ μπροστά. Δεν ξέρω πώς έγινε όλο αυτό. Απλώς, τώρα τα πράγματα είναι ακόμα πιο άγρια. Πιο πολλή μοναξιά, πιο πολλή βία- η βία στα πιτσιρίκια… είναι καινούργια πράγματα αυτά. Η διάλυση της οικογένειας έχει επέλθει πια οριστικά, έχει τελειώσει αυτό, έχουμε μπει σε άλλη κατάσταση πλέον και ο θεός βοηθός. Μαζί με την αφραγκία και την οικονομική κρίση. Θυμάσαι τότε που μιλάγαμε για την «Ψυχή στο στόμα» και λέγαμε για λατινοαμερικανοποίηση της Ελλάδας; Ε, αυτό το ζούμε πια. Έφτασε, είναι εδώ.
Έχεις ένα συναισθηματικό μοτίβο στους ήρωες σου, την ταπείνωση. Για αυτό τους βάζεις να ταπεινώνονται συνέχεια, επειδή δεν βλέπεις φως; Δεν ξέρω γιατί, αλλά, όντως υπάρχει πάντα αυτό το μοτίβο της ταπείνωσης, το οποίο σε μια πιο μεγάλη εικόνα πρόκειται για σχέση εξουσίας. Ο εξουσιαζόμενος με τον εξουσιαστή, ο δούλος κι ο αφέντης, σχέσεις που καταλήγουν στο δίπολο υπεροχή-ταπείνωση. Αλλά η ταπείνωση μπορεί να έρχεται από οπουδήποτε, μπορεί να είναι και ο άνθρωπος από τη ΔΕΗ που έρχεται να σου κόψει το ρεύμα, ο λογαριασμός του νερού που δεν έχεις να πληρώσεις, τα χρήματα που δεν φτάνουν για να ζήσεις το παιδί σου. Κι αυτά ταπείνωση είναι. Πολλές φορές χειρότερη από την διαπροσωπική.
Εσύ έχεις περάσει τα όρια; Αναγνωρίζεις και τον εαυτό σου σε αυτά τα δίπολα; Τα αναγνωρίζω, άλλα τα έχω βιώσει ή τα έχω μυρίσει κι από άλλα έχω περάσει δίπλα τους. Είναι πάντως, πράγματα που τα καταλαβαίνω, για αυτό και βγαίνει το αποτέλεσμα που βγαίνει. Μιλάμε για αυτά που ξέρουμε.
Οι κινηματογραφιστές είστε storytellers. Οι ιστορίες πώς υπήρχαν στη ζωή σου όταν ήσουν παιδί; Δεν το θυμάμαι. Αυτό που ξέρω είναι ότι από πολύ μικρός, σε ηλικία δεκατριών-δεκατεσσάρων ήθελα να μεγαλώσω γρήγορα. Ήξερα ότι δε θα μείνω στην Κύπρο, ήθελα να ξεφύγω από την οικογένεια, να μπλέξω με πιο μεγάλους.
Ψαχνόσουν. Ναι, είτε μέσα από συγκροτήματα, είτε μέσα από μια παρέα μεγαλύτερων φίλων αναρχικών που είχαν φτιάξει ένα στέκι στη Λεμεσό και έβγαζαν μια εφημερίδα και μαζευόμασταν. Διαβάζαμε βιβλία, κάναμε αλητείες και τέτοια. Αλλά χωρίς να ξέρω ακριβώς που πάει το πράγμα. Είχα, όμως, μια αντίδραση, ήμουν με τους λίγους. Ποτέ δεν ήμουν με τους πολλούς. Εκείνη την εποχή όλοι άκουγαν ντίσκο. Εμείς ακούγαμε Τρύπες, Clash, metal, Cure, είμασταν με μηχανές – να μας κυνηγάνε οι γονείς μας. Αλλά με μια αγωνία να καταλάβουμε πράγματα, να εκφραστούμε, κάπως να διαφοροποιηθούμε με έναν τρόπο. Και επίσης με μεγάλη επιθυμία να συνομιλήσουμε με την Ελλάδα, με την μητέρα πατρίδα. Θυμάμαι ήταν κομβικά σημεία της παιδικής μου ηλικίας όταν πρωτοείδαμε το «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη, το «Νοκ άουτ» του Παύλου Τάσσιου, ταινίες που κάτι μας είπαν τότε. Και όταν ακούσαμε τις Ταξιαρχίες, τον «Σταυρό του Νότου», ήταν μια σύνδεση με μια άλλη Ελλάδα, που ήταν σημείο αναφοράς.
Υπάρχουν καρέ της παιδικής σου ηλικίας που έχουν γράψει μέσα σου;
Μου «σκάνε» κάποια πράγματα. Τα πάρτυ που κάναμε στη «Χρυσαλλίδα» (κατάληψη στη Λεμεσό), που βγάζαμε τις εφημερίδες και καλά τις αντεξουσιαστικές. Οι μηχανές, τα κυνηγητά, τα διαβάσματα, κάποιοι θάνατοι. Αλλά σινεμά τίποτα, γρι. Θυμάμαι όμως μια φορά στη λέσχη, ήμουν δεκαέξι-δεκαεπτά και είδα τον «Καθρέφτη» του Ταρκόφσκι. Δεν κατάλαβα τίποτα, απλά ήταν σαν να έφαγα τσεκουριά. Σκέφτηκα μόνο «καλά, μπορεί το σινεμά να είναι και αυτό το πράγμα;» Ήταν σοβαρή ψυχεδελική σφαλιάρα. Αλλά το είδα με ενδιαφέρον, με ρούφηξε. Τη θυμάμαι αυτή τη στιγμή, τότε που σκέφτηκα ότι αυτή η τέχνη που λέγεται κινηματογράφος μπορεί να είναι και κάτι άλλο, όχι μόνο όσα βλέπαμε στα σινεμά και στην τηλεόραση που είχε πρωτογίνει έγχρωμη τότε. Θυμάμαι έντονα και μια άλλη στιγμή, ένα λάιβ των Socrates που τους είχαν αλλάξει το όνομα και τους έλεγαν τότε Plaza και έκαναν τον ομώνυμο δίσκο και μετά διαλύθηκαν. Ήμασταν πενήντα άνθρωποι στη συναυλία στο Ριάλτο αλλά αυτοί τα έδωσαν όλα.

Διαφήμιση ακόμα δεν κάνεις; Δε θέλω. Να μου λείπει.
Πώς ζει ένας σκηνοθέτης που κάνει ταινία κάθε τέσσερα-πέντε χρόνια; Από το «Μικρό ψάρι» και μετά ζει με την αμοιβή του, δουλεύει και η γυναίκα του, κάνει και σεμινάρια. Ένα αμάξι έχουμε ως οικογένεια. Ο τρόπος που ζούμε είναι απλός, down to earth, όσο αντέχει το χέρι μας, δεν έχουμε ξεφύγει σε υπερβολές ώστε να χρειάζεται να κάτσω να κάνω τον δούλο σε όλη αυτή την ιστορία που λέγεται τηλεόραση και ρεκλάμα. Διότι για εμένα είναι πολύτιμη η ελευθερία μου και ο χρόνος που έχω σε σχέση με τη ζωή, την οικογένεια μου, τους φίλους μου, το καφενείο και τη δουλειά για κάθε ταινία – γιατί έχει πολλή δουλειά κάθε ταινία. Ο στόχος είναι αυτός, να έχεις αυτοδιάθεση και ελευθερία κινήσεων, κι ας στερηθείς πράγματα κι ας μην έχεις εξοχικό, δυό-τρία αμάξια και μηχανές. Αυτή είναι η χώρα, τι να κάνουμε. Δεν έχω αυταπάτες ότι εάν ήμουν σε άλλη χώρα της κεντρικής Ευρώπης, θα είχα λύσει το οικονομικό μου πρόβλημα. Εδώ είμαστε στον αγώνα, αλλά εντάξει, τόσο όσο. Μετρημένες κινήσεις. Πάντα το είχα αυτό. Με γνώμονα να αποφύγω να μπω εκεί μέσα, στο θέαμα, στους διασκεδαστές. Πώς θα γίνει; Κάνω τις ταινίες που κάνω, που είναι πολιτικές, και μετά θα πάω να φτιάξω ρεκλάμες για τράπεζες, για αμάξια, ρολόγια και στοιχηματικές; Ή να κάνω βιντεοκλίπ για μουσικές που δεν μ’ αρέσουν; Δεν ξέρω, μπορεί να είναι λίγο παλιομοδίτικη η σκέψη μου, σε μια εποχή που έχουν όλα ισοπεδωθεί. Κι ο Σκορσέζε κάνει ρεκλάμες- ακόμα χειρότερα γιατί αυτός δεν έχει ανάγκη. Προσωπικά, δεν μου πάει η στάση να μην συνάδει με το έργο. Ένα κι ένα κάνουν δύο.
Το θέμα της συνείδησης παίζει πολύ και στις ταινίες σου. Ναι ρε παιδί μου κι ένας λόγος που έχουμε κερδίσει την εκτίμηση του κόσμου είναι κι αυτός.
Πώς νιώθεις που έχεις δικό σου επίθετο; Χαρακτηρίζουμε κάτι «οικονομιδικό». Πώς αισθάνεσαι κάθε φορά που διαβάζεις κάτι στην ειδησεογραφία και λέει ότι κάποιος θα μπορούσε να είναι ήρωας του Οικονομίδη; Το έχω συνηθίσει. Το αντιμετωπίζω με χιουμοριστική διάθεση. Πλάκα έχει. Δεν το φανταζόμουν ποτέ ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο.
Για να κλείσουμε όπως αρχίσαμε, αυτό λοιπόν κι αν είναι δικαίωση. Γιατί έχει να κάνει με το αποτύπωμα της τέχνης σου και πώς έχει «γράψει» στην ποπ κουλτούρα. Ατάκες των ταινιών σου είναι διαχρονικά viral. Αυτό είναι όντως τεράστιο. Μου έδειχναν και μια τελευταία μόδα που παίζει πολύ στο TikTok που έχουν αρχίσει να κάνουν διάφορα επαγγέλματα για το πώς θα συμπεριφέρονταν α λα Οικονομίδη. Από την εποχή του «Σπιρτόκουτου» κατάλαβα ότι το σινεμά είναι ένα όπλο με το οποίο μπορείς να πεις τις ιδέες σου και να συνομιλήσεις με τον κόσμο, να φτιάξεις μια όσμωση, να ιδρύσεις μια κοινότητα. Για αυτό και δεν έκανα πίσω και ήμουν σκυλί. Ακριβώς επειδή οι κινηματογραφιστές έχουμε αυτή την ευκαιρία δεν πρέπει να την πουλάμε για κανέναν κερατά. Εγώ παρέμεινα ανυποχώρητος στο πώς πρέπει να γίνονται τα πράγματα. Κι αυτό αναγνωρίστηκε. Ένας κόσμος το είδε, το σεβάστηκε, ταυτίστηκε, το υιοθέτησε, έγινε αναφορά της ίδιας του της ζωής.
Τις ταινίες σου τις ανακαλύπτει και τις αγκαλιάζει η νέα γενιά.
Παίχτηκε προχθές η «Σπασμένη φλέβα» στην Πετρούπολη και στα Χανιά και τα σινεμά ήταν γεμάτα πιτσιρικάδες, ωραίες φατσούλες, ξύπνιες, ματάκια που έλαμπαν. Για να καταρριφθεί επιτέλους κι αυτός ο κωλομύθος ότι για να κάνεις ταινία για τους νέους πρέπει να αφορά νέους, να έχεις πιτσιρίκια, σώματα και κορμάκια και χαΐδέματα και φασαίους. Να πιάσουμε τη μόδα για να προσεγγίσουμε τη νεολαία και να πουλήσουμε και να κάνουμε- είναι μια ολόκληρη τάση αυτή. Μ@λκ@ς. Αν κάνεις μια καλή ταινία, θα σου ‘ρθει η νέα γενιά. Το κοινό είναι εκεί, μικροί μεγάλοι.
Ας κρατήσουμε αυτό για επίλογο. Μα, έτσι δεν είναι;