Δάφνη Μαρκάκη, πώς είναι να είσαι ηθοποιός στην Ελλάδα και μητέρα παιδιών με σπάνιο σύνδρομο;

Δάφνη Μαρκάκη, πώς είναι να είσαι ηθοποιός στην Ελλάδα και μητέρα παιδιών με σπάνιο σύνδρομο;

Μια συζήτηση με την ηθοποιό και χορεύτρια Δάφνη Μαρκάκη για το τι σημαίνει να επιβιώνεις μόνο από την τέχνη σου στην Ελλάδα και να είσαι single mom τριών παιδιών, τα δύο από τα οποία με ένα σπάνιο σύνδρομο.

Τη Δάφνη Μαρκάκη τη γνώρισα στη δραματική σχολή. Ένα κορίτσι με σχεδόν στρατιωτική πειθαρχία, με σπουδές κλασικού χορού και σημαντικές περγαμηνές από σχολές του εξωτερικού, και με ένα βάθος έκφρασης που την έκανε να ξεχωρίζει ανάμεσα στους πολλούς που, στις αρχές των 2000s, ήθελαν να γίνουν ηθοποιοί χωρίς να γνωρίζουν το γιατί. Εκείνη ήξερε ακριβώς τον λόγο. Γιατί, όπως λέει μέχρι σήμερα, δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο.

Σε μια χώρα που αντιμετωπίζει την τέχνη ως πάρεργο, μέσα σε συνθήκες που σε αναγκάζουν να αφήσεις πίσω τις επιθυμίες σου για να επιβιώσεις, είναι σπάνιο να συναντάς ανθρώπους που συνεχίζουν να υπηρετούν την σκηνή με την ίδια συνέπεια, την ίδια αφοσίωση και το ίδιο πάθος που είχαν όταν τους πρωτογνώρισες.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Η Δάφνη είναι και μητέρα τριών παιδιών, δύο εκ των οποίων έχουν ένα σπάνιο σύνδρομο, μια πραγματικότητα που απαιτεί καθημερινά δύναμη, αντοχή, αφοσίωση και αστείρευτη αγάπη. Πολλοί θα την πούνε ηρωίδα, αλλά αν πιεις έναν καφέ μαζί της θα την ακούσεις να μιλά για τη συνθήκη της μητρότητας που ζει, με έναν απόλυτα γειωμένο και αφοπλιστικά ειλικρινή τρόπο.

Η διαδρομή της δεν υπήρξε ευθύγραμμη. Ο χορός ήρθε πρώτος, μέσα από εκείνο το γνώριμο τρίπτυχο της ελληνικής παιδικής ηλικίας: μπαλέτο, γαλλικά, πιάνο. Κάποια στιγμή, όμως, όπως λέει, το μπαλέτο έγινε «τόσο ακαταμάχητο που κατέληξα να το ακολουθώ τυφλά στην επόμενη στροφή χωρίς να του ζητάω εξηγήσεις». Το θέατρο ήρθε αργότερα, απρόσμενα, σε μια πρόβα στη Γερμανία, όταν, συμμετέχοντας σε ένα Gala Νέων Χορογράφων για τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, χρειάστηκε να εκφωνήσει μία μόνο ελληνική λέξη πάνω στη σκηνή. Εκεί ανακάλυψε ότι δεν μπορούσε πια να συνεχίσει χωρίς τις λέξεις: «Το Θέατρο ήρθε και μου επιβλήθηκε. Ούτε κι απ’ αυτό έχω ζητήσει μέχρι σήμερα εξηγήσεις».

Ανατρέχοντας στη νεαρή Δάφνη που ξεκινούσε να κυνηγήσει το όνειρό της, δεν θα της έδινε συμβουλές επιτυχίας. Θα της θύμιζε μόνο πως «όσο αυτή θα εξασκείται στο κυνηγητό, τα όνειρά της θα τελειοποιούνται στο κρυφτό» και πως η ζωή στον χώρο δεν γίνεται ποτέ ευκολότερη. Εξακολουθεί να ανεβαίνει στη σκηνή με την ίδια αγωνία, αναρωτώμενη κάθε φορά αν υπάρχει πραγματικά λόγος να ειπωθούν οι συγκεκριμένες λέξεις τη συγκεκριμένη στιγμή: «Αυτός ο συνεχόμενος κύκλος ματαίωσης και απεγνωσμένης αναγέννησης καταντά συγκινητικός ακόμη κι όταν δεν πετυχαίνει», αναφέρει.

Δεν πιστεύει ιδιαίτερα στις καμπές. Η πορεία της μοιάζει περισσότερο, όπως η ίδια παρατηρεί, με κάποιο παράδοξο διήγημα του Μίχαελ Έντε. Υπήρξαν όμως στιγμές όπου η ζωή της συναντήθηκε βίαια με τους ρόλους της. Παραστάσεις όπου η απόγνωση, η διεκδίκηση, η διαγραφή ή ο φόβος δεν ήταν δραματουργικά εργαλεία, αλλά δικά της βιώματα: «Έχω αρνηθεί πεισματικά να χάσω το Βυσσινόκηπο», θυμάται, μιλώντας για έναν χειμώνα κατά τον οποίο γνώριζε με απόλυτη σαφήνεια για τι ακριβώς μιλούσε επί σκηνής.

 Δάφνη Μαρκάκη

Ως χορεύτρια, επέλεξε συνειδητά να εργαστεί στο εξωτερικό, γνωρίζοντας από νωρίς ότι η επιβίωση αποκλειστικά μέσω του χορού στην Ελλάδα είναι σχεδόν αδύνατη: «Κι αυτή μου η επιλογή μου χάρισε υπέροχα χρόνια που ήταν γεμάτα δημιουργία, πύκνωση εμπειριών, τεράστια θέατρα, ταξίδια και πάνω απ’ όλα αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη. Το θέατρο το έχω ζήσει στην Ελλάδα και αναγκαστικά ζω μόνο από οτιδήποτε περιστρέφεται γύρω από αυτό, γιατί δεν ξέρω να κάνω και τίποτα άλλο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορείς να ζήσεις από το θέατρο ή πως η ζωή που σου προσφέρει δεν σε διαλύει σιγά σιγά. Απλά έχω προσαρμόσει τη ζωή μου στην απαίτηση του ελάχιστου και με τη γνώση του ότι το εξωτερικό πια είναι τόσο μακριά όσο κι η Νεφελοκοκκυγία, επενδύω σε όση ανθεκτικότητα μου χάρισε η μαμά μου. Φυσικά δεν φταίει το θέατρο αλλά μάλλον ο τρόπος που αυτή η χώρα διαχειρίζεται τη ζωή. Καταλήγεις να νιώθεις μόνιμα μετέωρος , κυνηγώντας κανόνες ενός παιχνιδιού που μεταβάλλεται διαρκώς για να σε μπερδέψει. Κι αν δεν είχα ζήσει τόσα χρόνια διαφορετικά, θα έλεγα ότι κάπου φταίνε “της  Γης οι κολασμένοι” που απέτυχαν.. Αλλά όχι,η αλήθεια είναι πως δεν ζουν όλοι οι πολίτες της Ευρώπης όπως ζούμε εμείς και ούτε διαχωρίζονται σε θηρευτές και ηττημένους που κάποια στιγμή μπορεί και να αυτοκτονήσουν στη Γραμμή Ανθούπολη -Ελληνικό».

Στην ερώτηση για τη μεγαλύτερη θυσία που έχει κάνει για την τέχνη, αιφνιδιάζεται. Δεν αναγνωρίζει τη σχέση της με το θέατρο ως θυσία: «Είναι σαν να με ρωτάς τι θυσίες κάνω όταν ερωτεύομαι για να μείνω πιστή στον αγαπημένο μου». Η πίστη της στην τέχνη είναι για εκείνη ταυτόχρονα χρέος και απόλαυση. Από τον χώρο των ηθοποιών πιστεύει ότι λείπει, πάνω απ’ όλα, η ηθική. Και αν μπορούσε να αλλάξει κάτι, δεν θα αρκούνταν σε διορθωτικές κινήσεις: «Νομίζω θέλει γκρέμισμα, διαγραφή μνήμης και σπορά από την αρχή», λέει, περιγράφοντας μια θλιβερή διάλυση που της θυμίζει τα δέντρα που εξαφανίζονται σταδιακά από τις πόλεις μας: «Έτσι γίνεται και με τα θέατρα και με τις ψυχές των κατοίκων τους. Γεμίζουμε σακατεμένους κορμούς».

 Δάφνη Μαρκάκη

Στις πιο επώδυνες επαγγελματικές της εμπειρίες συγκαταλέγει δύο απολύσεις: μία που της ανακοινώθηκε ενώ βρισκόταν ήδη επί σκηνής και μία κατά τη διάρκεια της πανδημίας, επειδή ήταν ανεμβολίαστη. Δεν στέκεται τόσο στην ίδια την απώλεια της δουλειάς, όσο στην αδιαφορία των ανθρώπων γύρω της. Θυμάται ακόμη την πόρτα που χώριζε το φουαγιέ από τη σκηνή να παραμένει κλειστή, την ώρα που έξω εκτυλισσόταν μια ολόκληρη σύγκρουση: «Κανείς δεν τόλμησε απλά να διακόψει την πρόβα και να ανοίξει την πόρτα» σημειώνει.

Η μητρότητα, ωστόσο, είναι εκείνη που μετακίνησε συθέμελα τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τον κόσμο: «Παλιότερα δεν ήθελα να πεθάνω ποτέ. Τώρα ξέρω ότι δεν μου επιτρέπεται να πεθάνω ποτέ, ή τουλάχιστον πριν από τα παιδιά». Τα δύο μεγαλύτερα παιδιά της είναι μη λεκτικά. Και όμως, όπως εξηγεί, αυτό όχι μόνο δεν περιόρισε την επικοινωνία τους, αλλά τη βάθυνε. Μέσα από αυτά αναθεώρησε όσα πίστευε για την ευφυΐα, τη γλώσσα και την ανθρώπινη σύνδεση: «Τα συναισθήματά τους είναι απόλυτα ειλικρινή και γενναιόδωρα, η αφοσίωσή τους σπαρακτική και το “είμαι εδώ” είναι γι’ αυτά όλα όσα χρειάζεται ένα πλάσμα από ένα άλλο». Την αποδοχή, από την άλλη, της τη διδάσκει καθημερινά ο μικρός της γιος,  τον οποίο περιγράφει ως πιο γενναίο και σοφό από την ίδια.

Μου μιλά για τη σιωπηλή απομόνωση που συνοδεύει πολλές οικογένειες παιδιών με αναπηρία: «Η αλήθεια είναι δυστυχώς πως όσο και αν έχουμε κάνει την κάθε είδους διαφορετικότητα το επίκεντρο της συζήτησης, η αναπηρία σε μια οικογένεια (τουλάχιστον η πνευματική) είναι η αφετηρία για να μείνει αυτή η οικογένεια σταδιακά αποκομμένη από όλους. Και σύμφωνα με τις στατιστικές, στο τέλος της εικόνας είναι πάντα μια μητέρα που καταλήγει ολομόναχη να φροντίζει το ανάπηρο παιδί της», επισημαίνει.

Δάφνη Μαρκάκη

Ως single mom ηθοποιός, ζει καθημερινά μια ακόμη αντίφαση. Από τη μία, η υποχρέωση του επαγγέλματος να είναι διαρκώς λαμπερή και διαθέσιμη, πνευματώδης και όλα αυτά στο διπλάσιο εάν τυχαίνει να είναι γυναίκα, από την άλλη, η πραγματικότητα μιας μητέρας που εμφανίζεται συχνά με μια αγκαλιά γεμάτη παιδιά που αρνούνται να την αποχωριστούν: «Ήταν για αρκετό καιρό πηγή αμηχανίας και ταυτόχρονα ενοχής αυτή η συνθήκη, ειδικά γιατί στο χώρο των ηθοποιών δεν είμαστε και ιδιαίτερα φιλικοί με την έννοια της οικογένειας και των παιδιών. Όμως από την άλλη είναι και σπουδαίο εάν σκεφτείς πως από τότε που ζουν δεν έχουν χάσει ούτε μια μου παράσταση. Και ξέρω ότι τη στιγμή που θα βγω στη σκηνή, κάθε φορά θα ακούσω ένα σιγανό “μαμά”».

Πώς επιβιώνεις σ’ αυτή τη χώρα, σαν ηθοποιός και μόνη μητέρα τριών παιδιών; Η ερώτηση στον τίτλο έρχεται σαν εισβολέας. Μου απαντά με μια εικόνα. Τέλος πρεμιέρας της παράστασης Το παραμύθι των λύκων στην Πειραιώς 260 όπου συμμετείχε πρόσφατα, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2026, και ο μεσαίος της γιος να την περιμένει μόνος, στη μέση μιας μεγάλης πόρτας, με τα χέρια ανοιχτά διάπλατα: «Και μένει εκεί με ορθάνοιχτα χέρια γελώντας μου, μέχρι να φτάσω. Άρα, σκέφτομαι, αναγκαστικά πρέπει κάπως να συνεχίσω να τα καταφέρνω».

Η έμπνευσή της γεννιέται από την τέχνη, από τους ανθρώπους και από τη βαθιά σύνδεση μαζί τους, αλλά και από τις μικρές, σχεδόν αόρατες τελετουργίες της καθημερινότητας: τα νεράντζια στους δρόμους της Ηλιούπολης μετά τη βροχή, μια πασχαλιά που ανθίζει κάθε άνοιξη, έναν ροζ και ακατάστατο πρωινό ουρανό. «Οτιδήποτε γιορτάζει τη ζωή», όπως λέει.

Αν έπρεπε να συνοψίσει τη ζωή της σε μερικές φράσεις, θα ήταν με τα παρακάτω λόγια της Björk: «Μετά τις τραγωδίες πρέπει να επινοήσεις έναν νέο κόσμο, να τον πλέξεις, να τον κεντήσεις, να τον εφεύρεις. Πρέπει να φανταστείς κάτι που δεν υπάρχει ακόμη και να σκάψεις μια σπηλιά προς το μέλλον, απαιτώντας χώρο γι’ αυτό».

Τη ρωτάω ποιος ρόλος θα ήθελε να της δοθεί και με ποιόν σκηνοθέτη πεθαίνει να συνεργαστεί.

«Δεν έχω ιδέα και έτσι θέλω να έρθει. Σαν έκπληξη και σαν δώρο».

Σχετικά άρθρα