Μαγειρίτσα

Μαγειρίτσα

Και όταν θα έρθεις, θα είμαι αυτό που θες. Αυτό που δε θα σε πιέζει γιατί ο έρωτας θα είναι διαχειρίσιμος. Δε θα σε θέλει όλη μέρα εκεί. Θα μπορείς να εμφανίζεσαι όποτε θες. Θα έχεις κι εσύ την ελευθερία σου κι εγώ τη δική μου κι ο έρωτας θα έχει μείνει στη βιτρίνα τού χασάπικου στην Παπαδιαμαντοπούλου ή μπορεί να τον έχει φάει κάποιος παππούς τού οποίου η σύνταξη δεν έφτανε για να πάρει τα καλύτερα έντερα για μαγειρίτσα.

Πονάει το στομάχι μου από έρωτα. Ό,τι κι αν ρίξω μέσα, πονάει. Ακόμα κι αν δε ρίξω, πονάει. Μέχρι και με το σάλιο που καταπίνω, πονάει. Όταν κοιμάμαι, ξεχνιέμαι λίγο αλλά με το που ανοίξω το μάτι, ακόμα και για κατούρημα στα τυφλά να πάω, συνειδητοποιώ ότι δεν είσαι εκεί και τότε πάλι πονάει το στομάχι μου. Σφαδάζω. Ειδικά τα πρωινά σηκώνομαι από το κρεβάτι τσακιστή, γονατιστή. Διπλωμένη στα δύο από τον πόνο. Δεν μπορώ να βάλω ούτε το ελαστικό παντελόνι, ούτε το κολάν το βαμβακερό. 

Για να περάσει ο πόνος σέρνομαι και κατεβαίνω από τον 5ο με τα πόδια, σιγά-σιγά, μέχρι να ξεδιπλωθώ, έστω και λίγο. Ξεκλειδώνω την πόρτα τής εισόδου και με ‘κείνα και με τ΄άλλα έχω γίνει η γιαγιά τού 4ου από την καμπούρα. Είμαι βέβαια πιο άνετα. Κατεβαίνω την Ξενίας και φτάνω στην Παπαδιαμαντοπούλου. Πηγαίνω στο χασάπικο που μοιάζει περισσότερο με αυτά της επαρχίας -αυτά που φαίνονται βρώμικα αλλά έχουν τα καλύτερα σφαχτάρια. Μπαίνω λοιπόν μέσα και ζητάω να μου κόψουν 10 κιλά κιμά. Μίσο μοσχάρι και μισό γαλοπούλα. Να λιώσουν ολόκληρα τα δύο ζώα, να περάσουν μέσα από τα μικρά, μεταλλικά κυκλάκια, να γίνει το κορμί τους πλαστελίνη. 

Αφοσιώνεται λοιπόν ο χασάπης στα διάσπαρτα κομμάτια του ζώου για να τα ενώσει ξανά, να ταξιδέψουν στο στομάχι μου που πονάει κι έτσι, να φτάσει ολόκληρο το κάθε ζώο μέσα μου. Να θυμηθεί το κορμί μου τα ζωώδη ένστικτά του. Κι εκεί που στέκομαι μπροστά από τις βιτρίνες με πρόζα όλο τον εσωτερικό κόσμο κάποιου τομαριού και ο πόνος με έχει μετατρέψει στη γιαγιά του 4ου και όλοι με λυπούνται και μου παραχωρούν τη σειρά τους, τη θέση τους, αφού γίνω η πρώτη τής ουράς, κάνω μία απότομη κίνηση και στέκομαι σαν βέργα, σαν μπαλαρίνα πρίμα, σαν σκουπόξυλο, σαν κοντάρι ελληνικής σημαίας, σαν δονητής από σκληρό πλαστικό. Περνάω τρέχοντας πίσω από τον πάγκο και τις βιτρίνες, παίρνω από τις κρεμάστρες τού χασάπη τα μαχαίρια και βγάζω από μέσα μου όλες τις εντεριές μου για να τις αφήσω εκεί με τις εντεριές του βοδιού και να τις φάει το βόδι που μου παραχώρησε τη σειρά του γιατί με πέρασε για τη γιαγιούλα. Να βγάλω όλα τα σωθικά μου, ό,τι υπάρχει στο στομάχι μου, να ξύσω τη σπονδυλική μου στήλη, να φτάσω στην πλάτη μου, να μη μείνει τίποτα να με βαραίνει. Να τα σερβίρω να τα φάνε -που δεν τους φτάνει τίποτα, δε χορταίνουνε. Να διώξω με το μυτερό μαχαιράκι και το παραμικρό ψήγμα έρωτα, να μη δίνει εντολή το στομάχι στο κεφάλι μου για να μη σε σκέφτομαι. 

Και αφού τα βγάλω όλα και νιώσω ελεύθερη, να διασχίσω επιτέλους την Παπαδιαμαντοπούλου και να περπατήσω στην Ξενίας με το κεφάλι ψηλά, όχι διπλωμένη, όχι 90 μοίρες. Να στάζω αίματα και να με σιχαίνονται όλοι, αλλά όλοι να βάζουν το χέρι τους στο στομάχι μου για να δουν πού φτάνει η πλάτη. Να νιώσουν πόσο ελεύθερη είμαι. Πόσο άδεια. Να μη σκέφτομαι τίποτα. Να είμαι απλά περήφανη που θα σε έχω σκοτώσει από το σώμα μου, την ψυχή μου και το μυαλό μου. Να φτάστω στο 93. Να ανέβω στον 5ο με το ασανσέρ, να στάξει εκεί μέσα η τελευταία σταγόνα από το συμβάν και να μπω στο σπίτι μου στεγνή. Πεντακάθαρη. Να γκρεμίσω την κουζίνα και το μπάνιο και να μεγαλώσω το σαλόνι για να ξαπλώνουμε πιο άνετα και να χαζεύουμε τον ουρανό. Φου. 

Και όταν θα έρθεις, θα είμαι αυτό που θες. Αυτό που δε θα σε πιέζει γιατί ο έρωτας θα είναι διαχειρίσιμος. Δε θα σε θέλει όλη μέρα εκεί. Θα μπορείς να εμφανίζεσαι όποτε θες. Θα έχεις κι εσύ την ελευθερία σου κι εγώ τη δική μου κι ο έρωτας θα έχει μείνει στη βιτρίνα τού χασάπικου στην Παπαδιαμαντοπούλου ή μπορεί να τον έχει φάει κάποιος παππούς τού οποίου η σύνταξη δεν έφτανε για να πάρει τα καλύτερα έντερα για μαγειρίτσα. Αν δεν τα χέσει γρήγορα, τότε μπορεί κι αυτόν να τον πιάσει το στομάχι του με καμία πιτσιρίκα που θα θέλει να του φάει τα λίγα τής σύνταξης, τόση δύναμη είχαν αυτά τα σωθικά. Όπως και να έχει όταν τον βρουν νεκρό στο μπάνιο θα πουν όλοι ότι πήγε από χέσιμο αλλά κανείς δε θα ξέρει πραγματικά ότι πήγε από τον πόνο του έρωτα. Τι σημασία θα έχει; 

Θα είμαι αυτό που θες. Κι εγώ θα έχω αυτό που θέλω. Εσένα γεμάτο, με εμένα άδεια. Ευτυχισμένοι. Κι ο παππούς χορτάτος από τη μαγειρίτσα τού έρωτα. 

Σχετικά άρθρα