Mia Maria και Γιώργος Καραγιαννόπουλος συνομιλούν για την εμπειρία του live στο Αγοραφοβικό
Η Mia Maria έφερε το υπνοδωμάτιο της στη σκηνή του Αγοραφοβικού και πήρε το συναυλιακό βάπτισμα του πυρός μέσα σε ένα λουτρό αίματος.
Βλέποντας το φετινό πρόγραμμα του Αγοραφοβικού μου έκανε εξαιρετική εντύπωση η εμπιστοσύνη της φετινής curator, Vassilina, σε καλλιτέχνες που δεν έχουν παίξει ακόμα live κι όμως με τους δίσκους τους έχουν αφήσει ήδη ένα προσωπικό στίγμα στα εγχώρια μουσικά πράγματα. Μία από αυτούς ήταν και η Mia Maria, η οποία με το πολύ ενδιαφέρον, ρομαντικό και ενδοσκοπικό «σπλάτερ» έκανε το δίκαιο πέρασμα της από την ποίηση στη μουσική. Έχοντας στον πλευρό της τον Γιώργο Καραγιαννόπουλο ως creative director, έστησαν για την πρώτη ζωντανή της εμφάνιση μία θεατρική περφόρμανς, ευρηματική και καλοδουλεμένη, η οποία δικαίωσε πλήρως της προσδοκίες τους. Άλλωστε, μας λείπουν acts μικρότερου βεληνεκούς που επενδύουν στη δημιουργία ενός οπτικού σύμπαντος επί σκηνής, μια παράλειψη που συνήθως γίνεται για λόγους κόστους.
Ελπίζοντας πως η συνεργασία τους θα εμπνεύσει και άλλους καλλιτέχνες να επενδύσουν στη σκηνική τους παρουσία ήδη από την αρχή, ζητήσαμε από τους δυο τους να καταγράψουν μια συνομιλία τους που θα διατρέξει την εμπειρία αυτής της πρώτης συναυλίας από τη σύλληψη της ιδέας μέχρι τη στιγμή που βρέθηκαν και οι ίδιοι στο κοινό, ξεαγχωμένοι πλέον, για να απολαύσουν όσα ακόμα επιφύλλασε το Αγοραφοβικό. Ακολουθεί η συζήτησή τους, η οποία συνοδεύεται από αποκλειστικές αναλογικές φωτογραφίες του Γιώργου Κούμπου.
Γιώργος Καραγιανόπουλος: Πριν από μήνες είχαμε πει ότι θα πάψουμε να μιλάμε για το σπλάτερ, αλλά να που είμαστε εδώ ξανά. Ποια ήταν η πρώτη σου αντίδραση όταν έλαβες την πρόσκληση από τη VASSIŁINA (την οποία ευχαριστούμε θερμά) για το Αγοραφοβικό; Mia Maria: Αρχικά να ειπωθεί εδώ ότι η VASSIŁINA έχει πιστέψει από την αρχή όλου αυτού σε μένα και με έχει ενθαρρύνει απόλυτα. Το φετινό line-up αποδεικνύει τη γενναιόδωρη και αθεόφοβη ματιά της. Τώρα σχετικά με την αντίδρασή μου, να πω τρόμος; Θα το πω. Από παιδί θυμάμαι να φαντασιώνομαι ότι ανεβαίνω σε σκηνές και τραγουδάω και είμαι έτσι πολύ αισθαντική και επιδραστική, αλλά παράλληλα έχω υπάρξει κι ο άνθρωπος που στη σχολή κόμπλαρε να σηκώσει το χέρι και να μιλήσει. Το μόνο ουσιαστικό αντίδοτο στο –κατά στιγμές ανεξέλεγκτο– άγχος, λοιπόν, ήταν οι πρόβες, με την Bipolia και τον Amalia…

Γιώργος:… οι οποίες έπρεπε αναγκαστικά να μπουν για λίγο στον πάγο, γιατί τον έναν γεμάτο μήνα που είχατε μπροστά σας για προετοιμασία εσύ είχες κανονίσει να έρθεις στο Βερολίνο να κάνεις Γερμανικά. Τι να λέμε, όμως, ήταν ένας πολύ ωραίος δημιουργικός πονοκέφαλος, να συντονίζονται κουτσά-στραβά πρόβες (από ένα σημείο και μετά) σε δύο διαφορετικές χώρες: αλλού να είναι ο Άρης που έκανε το sound design, να τρέχουμε με το Trinity να βρούμε ρούχο στο Neukölln, ο Amalia με την Bipolia να προβάρουν τα κομμάτια στην Κυψέλη σε μπάσο και κιθάρα αντίστοιχα… Μαρία: Η μέρα που ήρθες στο σπίτι που έμενα στο Prenzlauer Berg και με έβαλες να κάνω την πόπσταρ στο υπνοδωμάτιο, ουσιαστικά να πω όλα τα κομμάτια σαν να είμαι σε σκηνή, ήταν πολύ αστεία και σημαντική. Αποφασίσαμε για τα προπς μας, με κυριότερο και καλύτερο ένα ράντζο.
Γιώργος: Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή βέβαια, αλλά μας έβγαλε ασπροπρόσωπους. Μαρία: Ναι, από ό,τι φαίνεται δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα να βρεις ένα φτηνό μεταχειρισμένο ράντζο στην Αθήνα. Γιώργος: Αφορμάται πάντως το πρότζεκτ από την εικονογραφία της νέας κοπέλας στο υπνοδωμάτιό της και κατ’ επέκταση στο κρεβάτι της. Μαρία: Πράγματι! Το κρεβάτι την κουβαλάει, απορροφά τα δάκρυά της, την πηγαίνει από τη μία μέρα στην επόμενη.
Γιώργος: Είναι ο τόπος που συμπλέκονται επιθυμίες, όνειρα, εφιάλτες, φιλοδοξίες. Έχει ολόκληρο το πρότζεκτ μια domestic χροιά, οι εικόνες του λαμβάνουν χώρα σε μετεφηβικά δωμάτια. Το κρεβάτι λειτούργησε λίγο σαν δικλείδα ασφαλείας. Μαρία: Ναι, γιατί είχα και το άγχος ότι τι κι αν βγω στη σκηνή και έχω κάποια σωματική αντίδραση ακραία τύπου μου κοπεί η φωνή ή τρέμουν τα πόδια μου και δεν ξέρω τι να κάνω; Τουλάχιστον θα είχα κι ένα κρεβάτι να κάτσω κι ας τα έλεγα όλα τα κομμάτια εκεί· όσο γίνεται σαν να είναι 2015 και να είμαι μόνη μου στο δωμάτιό μου. Είχα, όμως, σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτή την αγωνία για το άγνωστο. Κι ήθελα πολύ να μου αρέσει, να ζήσω λίγο τις παιδικές και ενήλικές μου φαντασιώσεις χωρίς να υποφέρω.

Γιώργος: Φυσικά εκ των υστέρων ανασκοπεί κανείς με μια χαλαρότητα, αλλά το ότι είχαμε αποφασίσει ότι θα κάνετε ένα μίνι λουτρό αίματος για «φινάλε» δεν το λες και χαλαρή επιλογή για πρώτο λάιβ ούτε κάτι που εντάσσεται ακριβώς σε κάποια ζώνη ασφάλειας. Έχουμε μια αμφίδρομη τάση προς το να χτίζουμε κάτι ασφαλές και τελευταία στιγμή να το δυναμιτίζουμε με απειλές, παράνοια και μεγαλεπίβολα σχέδια. Μαρία: Κι ο Amalia και η Bipolia δεν μας έβαλαν κάποιο φρένο. Ήταν καθησυχαστικό να ετοιμάζεσαι να παίξεις το πρώτο σου λάιβ με δύο καλούς μουσικούς, που έχουν εμπειρία αλλά και που είναι έτοιμοι να σιγοντάρουν τη δική σου λόξα. Και ισχύει αυτό για όλη την ομάδα.
Γιώργος: Πώς ένιωσες όταν ανέβηκες στην σκηνή; Μαρία: Ειλικρινά, πολύ άνετα, διαολεμένα ευφορικά. Το άγχος κράτησε για λίγα λεπτά και πολύ σύντομα, κοιτώντας τον κόσμο, βλέποντας καπνούς, φώτα, κοιτώντας τα παιδιά να παίζουν δίπλα μου και να φαίνονται τόσο γοητευτικά, με έπιασε μια πολύ καθαρή χαρά, σαν να κρατάω στο χέρι μου τα κλειδιά για ένα ολοκαίνουργιο μέρος. Όταν, δε, στάξαμε τα αίματα πριν το τελευταίο τραγούδι και κοιταχτήκαμε και οι τρεις μεταξύ μας, είδα κάτι στα βλέμματα των παιδιών και το έπιασα και σε μένα, νομίζω ήταν μια συνωμοτική αδρεναλίνη. Δεν είχαμε κάνει καμία πρόβα για αυτό το σημείο, και η αντίδρασή μας ξέφυγε από το θεατρικό, ήταν για λίγο σαν ζωή κανονική. Γιώργος: Ήταν πολύ αστείο να σας βλέπω σοκαρισμένους ως θεατής από κάτω. Και ήταν η εκπλήρωση μιας μικρής ευχής για μένα να ενδώσουμε έστω για λίγο στην κατά τα άλλα tacky αλλά πολυαγαπημένη κινηματογραφική παράδοση της σεκάνς του Final Girl που γίνεται χάλια με αίματα, επιβιώνει αλώβητη, ενώ η μουσική (πχ. η μπαλάντα σου) λειτουργεί εντελώς αντιστικτικά σε όλο το θέαμα, τραβώντας μια δεύτερη ασύμβατη συναισθηματική γραμμή. Αυτές οι αντιφάσεις είναι η καρδιά του πρότζεκτ μας. Και έχουμε προβληματιστεί πολλές φορές για το ποιο έμφυλο βλέμμα τα διαμεσολαβεί όλα αυτά. Νομίζω όμως καλά κάναμε στην τελική. Μερικές φορές –και ειδικά στο μεταχωρισματικό σύμπαν του σπλάτερ– αυτές τις εν μέρει φτηνές απεικονίσεις οφείλεις να τις μεταχειριστείς ως ποπ διαβατήριες τελετές για κάτι πιο διαφοροποιημένο στο μέλλον.


Μαρία: Διαβατήρια τελετή ήταν επίσης ότι τελειώσαμε το λάιβ και καθαρίζαμε τα αίματά μας από τα μικρόφωνα, τα stand και τη σκηνή, γιατί η αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε σκεφτεί και πολύ ενδελεχώς τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουμε σε ένα φεστιβάλ. Όλα καλά, η αφέλειά μας δεν μας έβαλε σε ανεπανόρθωτους μπελάδες, αλλά το κρατάμε για το μέλλον. Γιώργος: Να κάνουμε πριν κλείσουμε ένα shout-out στην Ενδοεπικοινωνία… Επίσης, τέλειο όνομα για act. Μαρία: Ναι, γιατί μιλήσαμε αρκετή ώρα μετά το λάιβ και τα είπαμε πολύ γλυκά και αστεία! Φιλάκια, Ενδοεπικοινωνία! Είναι μόνο 21 και κάνει ήδη του κεφαλιού της μουσικά και στιχουργικά. Μας αρέσει πολύ αυτό!
Να πέσουν τα credits:
Στίχοι, μουσική, ερμηνεία: Mia Maria Ενορχήστρωση, μίξη, παραγωγή: Σπύρος Λιβάνης Κιθάρα, φωνητικά: Bipolia Μπάσο, κιθάρα, φωνητικά: Amalia Original sound design & soundscape: Άρης Θεοδωρόπουλος Creative direction, παραγωγή: Γιώργος Καραγιαννόπουλος Βοηθός παραγωγής: Λίο Ασαργιώτης Styling: Trinity MUA: Χρύσα Αθηνά Βερτσιώτη Φώτα: Νατάσα Πετροπούλου Driver: Λόης Στραβουδάκης Αναλογικές φωτογραφίες, documentation: Γιώργος Κούμπος