Γιώργος Παπαγεωργίου στο ΚΛΙΚ: «Δεν είναι εποχή για αποχή από τις εκλογές»
Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης ήδη από πέρυσι κέρδισε ένα μεγάλο στοίχημα, να μεταφέρει στη σκηνή το πολιτικό μανιφέστο του Τζορτζ Όργουελ, «1984», ερμηνεύοντας ο ίδιος όλους τους ρόλους του έργου. Τα πήγε περίφημα. Και συνεχίζει δεύτερη χρονιά. Κι αυτή ήταν μια καλή αφορμή για να μιλήσουμε μαζί του.
Τον ρώτησα ποια φράση από το «1984» θα διάλεγε για να «κολλήσει» ως σύνθημα στην πόρτα του δωματίου του, όπως κάναμε όταν είμασταν έφηβοι τότε που επιλέγαμε λέξεις ή μουσικές σαν φωτεινούς οδοδείκτες ή, αλλιώς, σαν μότο προς την ενήλικη ζωή. «Υπάρχει ένα μέρος κάπου στον κόσμο και εκεί κατοικεί ο τελευταίος άνθρωπος», μου απαντά και διευκρινίζει ότι «είναι η πιο μακάβρια αλλά και πιο ελπιδοφόρα φράση». Κι αυτή ήταν η κατακλείδα μιας συζήτησης που κινήθηκε γύρω από τα σημεία των καιρών μας και την πολιτική, που τη μονοπώλησε η νέα γενιά, και που ξεκίνησε από την καλλιτεχνική αφορμή της μεταφοράς του «1984» του Τζορτζ Όργουελ στο θέατρο, ή μάλλον σε μια σύνθετη πρόταση θεάματος όπου ο Γιώργος Παπαγεωργίου είναι πίσω και από την ιδέα, και από την υλοποίηση της, και μάλιστα με μοναχικότητα στη σκηνή που μετουσιώνεται σε δημιουργία και έμπνευση, αφού επιδίδεται σε έναν ερμηνευτικό άθλο ερμηνεύοντας ο ίδιος όλους τους ρόλους.
Η παράσταση έχει ήδη κριθεί αφού ήταν από τις πιο επιδραστικές της περσινής σεζόν και για αυτό μόλις ξεκίνησε έναν δεύτερο κύκλο ζωής. Παίζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Θέατρο «Δίπυλον» και από 6 Νοεμβρίου και στο Θέατρο «Αυλαία» στη Θεσσαλονίκη κάθε Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή. Και ενδιάμεσα, βρίσκει χρόνο, για το προσωπικό του «γλέντι», τα live που κάνει με την μπάντα του, τους «Polkar».
Θα μπορούσαμε να πούμε πάρα πολλά. Ο Γιώργος Παπαγεωργίου, άλλωστε, είναι ένας πολύ καλός συνομιλητής. Σταθήκαμε όμως, στο «1984» και γιατί είναι μια πολύ προσωπική του δουλειά, όπου καταθέτει ταλέντο, μεράκι και ψυχή, αλλά και γιατί σε αυτό το βιβλίο, σε αυτή η παράσταση, μπορεί κανείς να αναγνωρίσει αποσπασματικές όψεις του σύγχρονου κόσμου. Κι αυτό είναι κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να συζητήσουμε…
Η φετινή σεζόν ξεκινάει με μια αμηχανία και στα πολιτιστικά πράγματα, αμηχανία που είναι αντανάκλαση της γενικότερης αίσθησης στην κοινωνία που υποφέρει από την ακρίβεια. Η δική σου παράσταση ήταν από τις πιο συζητημένες και επιδραστικές της προηγούμενης σεζόν. Επομένως, νιώθεις μια σιγουριά ή δεν πάει απαραιτήτως έτσι;
Η αλήθεια είναι ότι και πέρυσι ήταν μια αντίστοιχα δύσκολη σεζόν. Είχαμε ξεκινήσει από τη Θεσσαλονίκη και παρόλο που πήγαμε εξαιρετικά καλά, όταν σκεφτόμασταν τη μετακόμιση της παράστασης πια στην Αθήνα, πέρασε από το μυαλό μου η σκέψη ότι παίρνουμε ένα ρίσκο, αλλά τελικά δεν το φοβηθήκαμε. Κατεβήκαμε εν μέσω σεζόν στο Δίπυλον και όντως το κοινό επιβράβευσε πάρα πολύ την παράσταση, κι αυτό ακριβώς είναι που μας οδήγησε στο να την επαναλάβουμε τώρα. Δεν μπορώ να σου πω ότι είμαι από αυτούς που καταλαβαίνουν τις συνταγές στο θέατρο ή που μποροούν να μυριστούν τι θα αρέσει και τι όχι. Ακολουθώ πάντα το δικό μου έστικτο και κινούμαι ανάλογα με αυτό που αφορά εμένα, μέσα μου. Είτε αυτό λειτουργήσει στο κοινό είτε όχι εγώ τουλάχιστον νοιώθω συνεπής με αυτό που θέλω να προτείνω. Από εκεί και πέρα, σίγουρα μια παράσταση που έχει γράψει ένα χρόνο ως μια επιδραστική παράσταση ξεκινά με άλλη φόρα αλλά δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να είναι εφησυχασμένος γιατί καταρχάς είναι μια παραγωγή πολύ ιδιαίτερη και ακριβή. Δεν είναι ένας κλασικός μονόλογος, είναι μια παράσταση που χρησιμοποιεί τεχνικά μέσα, ένα κουαρτέτο εγχόρδων επί σκηνής και ένα πολύ σχυρό sound design και ηχητική εγκατάσταση. Όλα αυτά έχουν ένα κόστος και μία παραγωγή από πίσω πολύ σοβαρή. Αυτό στην αρχή με άγχωνε αλλά ύστερα είδα ότι υπήρχε η ανταπόκριση από τον κόσμο και απόλαυσα τον πυρήνα της παράστασης που είναι να ειπωθεί η ιστορία του Ουίνστον Σμιθ και του «1984» του Όργουελ στο τώρα.

Κρατάω μια φράση που είπες πριν ότι ακολουθείς το ένστικτό σου. Ποιο ένστικτο λοιπόν και ποια σκέψη σε οδήγησαν στο να θέλεις να πεις το 1984 σήμερα;
Η πολιτική κατάσταση που υπάρχει τα τελευταία 3-4 χρόνια τόσο στην Αμερική όσο και την Ευρώπη. Άρχισα να νοιώθω ότι αυτό που έρχεται πια και στην Ελλάδα είναι πάρα πολύ κοντά σε αυτό που για το οποίο προειδοποιεί ο Όργουελ όσον αφορά στα αυταρχικά καθεστώτα, την παρακολούθηση, τη σκληρότητα και τον απανθρωπισμό μιας κοινωνίας η οποία γίνεται όλο πιο κυνική, όλο και πιο σκληρή, όλο και πιο φτωχή, με αποτέλεσμα να οδηγείται μοιραία στα άκρα προκειμένου να βρει απαντήσεις. Τα άκρα, όπως έχει δείξει η Ιστορία, είναι μια δαμόκλειος σπάθη. Βλέπουμε στην Αμερική και στην Ευρώπη και σιγά σιγά και στην Ελλάδα ότι ξαναγενιούνται ακροδεξιές τάσεις, απολυταρχικές τάσεις, απαξίωση ιδεολογιών, φτιάχνεται δηλαδή ένα πλαίσιο που θα οδηγήσει τον κόσμο σε ένα σκοτάδι το οποίο θεωρητικά έπρεπε να το έχουμε αποτινάξει.
Εσύ προσωπικά, ως Γιώργος, πώς οχυρώνεσαι απέναντι σε όλα αυτά που περιγράφεις; Πώς κρατάς το κεφάλι σου ψηλά και τη συνείδηση σου ήσυχη; Ποια είναι η άμυνα σου σε όλο αυτό το ντόμινο;
Καταρχάς με το να ενημερώνομαι από σωστά μέσα ενημέρωσης. Όπως γράφει ο Όργουελ ότι η έννοια της προπαγάνδας ήταν η βασική πηγή πληροφόρησης μέσα από το καθεστώς, έτσι λοιπόν και τώρα υπάρχουν καθοδηγούμενα μέσα ενημέρωσης από τα οποία ενημερώνεσαι είτε αφελώς είτε ψευδώς είτε εντελώς κατευθυνόμενα. Οπότε χρειάζεται ένα ψάξιμο στο από που επιλέγεις να πάρεις τη σωστή πληροφορία. Αυτό όμως, δε σημαίνει ότι η πληροφορία θα έρθει μέσα από το facebook ή κάτι ανύπαρκτα site για τα οποία δεν έχεις ιδέα ποιός είναι από πίσω και ταυτόχρονα υπάρχει κίνδυνος να πέσεις θύμα των fake news ή να σε κάνει ο αλγόριθμος έναν ένθερμο οργισμένο πολίτη ο οποίος τελικά δεν ξέρει γιατί είναι οργισμένος επειδή, για να το πω πολύ απλά, έχει φάει έναν καταιγισμό οργής και μίσους από τα social media. Έχει σημασία λοιπόν από πού ενημερώνεσαι και πρωτίστως βέβαια, να ενημερώνεσαι. Δεν είναι εποχή για απολιτίκ στάσεις σε καμία περίπτωση. Δεν είναι εποχή για αποχή από τις εκλογές ή από τα πολιτικά δρώμενα γιατί όσο ο λαός κοιμάται οι υπουργοί, οι υφυπουργοί και όλοι οι καθεστωτικοί τρίβουν τα χεράκια τους και κάνουν τις μπίζνες τους με λεφτά που είναι κοινό ταμείο. Πρέπει να ξυπνήσουμε. Αυτή είναι η θέση μου ως πολίτης. Και αυτό που κάνω ως καλλιτέχνης είναι να ανεβάσω το «1984» ως ένα πολιτικό μανιφέστο, σα να θέλω να πω στον κόσμο που θα το δει «πρόσεξε γιατί ο Όργουελ μας προειδοποιεί για αυτό που έρχεται και είναι αυτό».
Θυμάμαι ότι όταν είδα την παράσταση εντυπωσιάστηκα από το ότι η πλειονότητα των θεατών ήταν νέα παιδιά. Και αυτό μου φαίνεται πολύ ελπιδοφόρο. Σου μιλάνε μετά; Έχεις feedback που σε κάνει να λες ότι αξίζει τον κόπο;
Πάρα πολύ. Αυτό ακριβώς που λες είναι το συγκινητικό, ότι δεν έρχονται απλά οι θεατές που έχουν διαβάσει το βιβλίο. Το «1984» είναι νομίζω κατεξοχήν νεανικό ανάγνωσμα. Οπότε ξεκινάμε αρχικά με αυτό. Από εκεί και πέρα κανουμε και μια καλλιτεχνική πρόταση, ένα θέαμα που είναι κάτι μεταξύ παράστασης και συναυλίας, που χρησιμοποιεί και μια τεχνολογία η οποία έχει να κάνει με το live looping και μέσα σε όλα αυτά ένας μόνο ηθοποιός παίζει όλους τους ρόλος του έργου. Όλο αυτό είναι κάτι αρκετά καινούργιο, σύγχρονο, πρωτότυπο και δελεαστικό για έναν θεατή να το δει. Όσον αφορά το feedback που παίρνω μπορώ να σου πω ότι εγώ είχα συγκινηθεί πάρα πολύ όταν είχε έρθει ένα λύκειο και οι μαθητές ήταν φανταστικοί θεατές, δεν έβγαλαν άχνα σε όλη την παράσταση και στο τέλος περίμεναν να μιλήσουμε. Είδα λοιπόν ξαφνικά την περίφημη Gen Z, παιδιά που δεν ήταν καθόλου κολλημένα στο κινητό τους και στα social media που μου θύμισαν λίγο την δική μου εφηβεία, μαθητές με χαρτιά στο χέρι, με κείμενο, με βιβλία. Μια άλλη φορά, θυμάμαι έντονα, ένα ζευγάρι 17 χρονών που με περίμενε να μιλήσουμε και όντως συζητούσαμε μισή ώρα έξω από το θέατρο και ήταν μια πολύ ωραία συνάντηση. Θυμάμαι και μια παρέα από κορίτσια, τα αναφιλητά τους στο φινάλε και πάλι, μετά την παράσταση με περίμενε μια κοπέλα η οποία δεν είχε σταματήσει να κλαίει, την είχε ταράξει πολύ η ιστορία του Ουίνστον Σμιθ. Αυτό μου δημιουργεί χαρά σε πάρα πολλά επίπεδα. Προφανώς το κείμενο του Όργουελ συνεχίζει να επικοινωνεί, να συνταράσσει και να δημιουργεί παλμό σε νέους ανθρώπους- το ίδιο το θέατρο μπορεί να το κάνει αυτό. Δηλαδή σε μια εποχή που νομίζουμε ότι όλοι πια έχουν αποχαυνωθεί στα social και το TikTok είναι πάρα πολύ σοβαρό για εμένα το ότι νέος κόσμος επιλέγει να δει μια θεατρική παράσταση ή μια ταινία στο σινεμά και παρακολουθεί με όλο του το είναι. Νομίζω ότι οι πιτσιρικάδες έχουν αρχίσει να καταλαβαίνουν ότι η φούσκα των social οδηγεί και σε κοινωνική απομόνωση. Δεν είναι τυχαίο που βλέπεις ότι υπάρχουν αυτό που λέμε φαινόμενα και στη μουσική τα οποία η προηγούμενη γενιά δεν μπορεί να ερμηνεύσει, για παράδειγμα δεν μπορεί να καταλάβει πώς έγινε ξαφνικά χαμός με τον ΛΕΞ τα τελευταία χρόνια. Για εμάς δεν ήταν φαινόμενο, στη Θεσσαλονίκη τον ξέρουμε χρόνια. Είναι ο ΛΕΞ που τον βλέπουμε και στην πόλη, να κυκλοφορεί ανάμεσα μας, του μιλάμε.
Διαβάστε επίσης

Να κάτι ακόμα ελπιδοφόρο, το ότι ο ΛΕΞ είναι της «μόδας» στη νεολαία και χρησιμοποιώ τη λέξη «μόδα» με την καλύτερη της έννοια.
Ακριβώς. Και χωρίς καθοδηγημένο μάρκετινγκ και τεχνικές. Οι προηγούμενες γενιές μόνο με τέτοιους όρους μπορούν να το εξηγήσουν για αυτό και τους έσκασε σαν κομήτης ξαφνικά ο ΛΞΕ. Αλλά δεν ήταν καθόλου κομήτης, ήταν κάτι που σιγόβραζε, και δικαίως, τόσα χρόνια.
Είναι αυτό που παθαίνει κάθε γενιά με την επόμενη όταν αλλάζουμε «πίστα» και χάνουμε την επαφή με τους νεότερους.
Αυτό είναι και λίγο φυσιολογικό να συμβαίνει. Το ζήτημα απλά είναι να καταλαβαίνουμε ότι οι πιτσιρικάδες πάντα θα αναζητούν τον δρόμο της αλήθειας και της αυθεντικότητας, το μυρίζονται το ψέμμα, το fake. Επίσης, αποζητούν την πραγματική επαφή. Εγώ δηλαδή νομίζω ότι έχουν πέσει θύματα της ψευδούς εικονικής συναναστροφής περισσότερο οι μιλένιανς και οι μπούμερς παρά οι πιτσιρικάδες. Μια χαρά τους βλέπω να μαζεύονται στις συναυλίες, να έρχονται στα θέατρα. Δε νομίζω ότι είναι αυτοί που έχουν αποφασίσει να απομονωθούν. Και πρόσεξε, είναι από τις πιο καταδικασμένες γενιές οικονομικά. Περνάνε ζόρικα, οι μισοί από αυτούς σπούδασαν επί κόβιντ και βγαίνουν σε μια αγορά τσακισμένη από την ακρίβεια. Είναι πραγματικά μια γενιά στα ζόρια. Εμείς που μεγαλώσαμε στα 90s έχουμε να θυμόμαστε πολύ πιο εύκολα χρόνια.
Με αυτή την παράσταση έβαλες ένα μεγάλο στοίχημα και πήρες κι ένα ρίσκο γιατί θα μπορούσες να χρεωθείς εξολοκλήρου την ενδεχόμενη αποτυχία εάν δεν πήγαινε καλά.
Ναι, όντως, έτσι είναι. Ένα τεράστιο ρίσκο. Όμως δεν σκέφτηκα ότι αν αποτύχει θα γίνει κάτι δραματικό. Απλά είχα στο μυαλό μου ότι εγώ θέλω έτσι να πω την ιστορία, με αυτόν τον τρόπο και ήμουν πολύ τυχερός που με πίστεψαν οι παραγωγοί μου και είχα ό,τι ζήτησα. Οπότε είπα μέσα μου ότι αυτό είναι ένα crash test όχι μόνο για τη σύνδεση μου με τον κόσμο αλλά και με το θέατρο που θέλω να κάνω. Αν δηλαδή αυτό που εισέπραττα από κοινό και κριτικούς ήταν αρνητικό, ότι δηλαδή η πρόταση μου δε λειτουργεί ή ότι δεν περνάει για χ λόγους, αυτό θα ήταν λόγος να προβληματιστώ, να επανεφεύρω την επαφή μου με την τέχνη μου. Θέλω να πω ότι θα με προβλημάτιζε πολύ.
Το έχεις ξανακάνει, να βάλεις δύσκολα στον εαυτό σου και να πάρεις τα ρίσκα σου, με τον «Αρίστο» (βασισμένο στο βιβλίο «Ο γύρος του θανάτου» του Θωμά Κοροβίνη), που ήταν επίσης δική σου δημιουργία κι όχι ανάθεση ή συμμετοχή σε δουλειά άλλου.
Ναι, οφείλω να πω ότι σίγουρα με τον «Αρίστο» έγινε ένα πολύ μεγάλο turning point στην καριέρα μου, όπως λένε και οι σεναριογράφοι. Το «1984» νομίζω ότι μου έδωσε κυρίως μια τεράστια ώθηση εσωτερικά και μια σιγουριά στο ότι πλέον κατάλαβα ότι ο δρόμος μου είναι προσωπικός και μοναχικός δηλαδή έχει τη μοναξιά του να πρέπει να είμαι εγώ αυτός ο οποίος θα βρει την ιδέα για την επόμενη παράσταση, θα την κάνει να συμβεί, θα βρει τους συνεργάτες, θα αρχίσει δηλαδή να σμιλεύει το γιατί αυτό το έργο τώρα, γιατί αυτή η ιδέα τώρα. Αλλά νοιώθω ότι εν τέλει πιο πολύ με αφορά αυτό και νοιώθω καλύτερα όντας δημιουργός μιας παράστασης παρά κάνοντας αυτό που λέμε μια ανάθεση. Αυτό βέβαια, δε σημαίνει ότι πλέον θα κάνω μόνο προσωπικές δουλειές. Δεν αντέχεται αυτό. Διότι για να κάνω μια δουλειά σαν τον «Αρίστο» ή το «1984» μπορεί να την προετοιμάζω δύο και τρία χρόνια. Αυτό δεν μπορεί να γίνεται πάντα γιατί είναι εξαντλητικό. Οπότε πολλές φορές συμμετέχω ως ηθοποιός σε παραστάσεις και μια χαρά βουτάω σε αυτό που κάνω και είμαι επαγγελματίας και μου αρέσει. Δεν είναι όλα σε αυτή τη δουλειά πράγματα που η ψυχή σου μπαίνει και καίγεται αλλά όταν συμβαίνει αυτό, όπως στην τωρινή παράσταση, ορίζει και ένα σημείο στη ζωή μου υπαρξιακό, δηλαδή έχω να θυμάμαι τη ζωή μου πριν και μετά από αυτό. Και μπορώ να σου πω μετά βεβαιότητος ότι έχω να θυμάμαι τη ζωή μου πριν και μετά τον «Αρίστο» και σίγουρα πριν και μετά το «1984». Σαν ηθοποιός αλλά και σαν Γιώργος.
Διαβάστε επίσης
Καταλαβαίνω λοιπόν γιατί κράτησες και μια απόσταση ασφαλείας από την τηλεόραση, για να αφοσιωθείς στην παράσταση. Τις συναυλίες σου πάντως, τις συνεχίζεις κανονικά με το συγκρότημα σου τους «Polkar».
Ναι, γιατί για μένα η μουσική είναι πάντα μια τεράστια αποφόρτιση και είναι μια επανασύνδεση με την εφηβεία μου που την έχω πάρα πολύ ανάγκη που και που, για να διατηρώ μέσα μου ας το πούμε μια σύνδεση με τον έφηβο Γιώργο. Οι συναυλίες είναι το γλέντι μου. Δεν έχω άλλους τρόπους να γλεντάω. Δηλαδή για μένα το θέατρο πάντα είναι μια ολιστική μορφή τέχνης-είναι και της μόδα αυτή η λέξη-αλλά το τραγούδι και οι συναυλίες είναι για μένα μια απαραίτητη θεραπεία η οποία δεν έχει να κάνει μόνο με το γεγονός ότι όταν κάνω μια ζόρικη παράσταση, όπως τώρα, την έχω ανάγκη για να πάρω μια ανάσα. Είναι και η υπαρξιακή μου επιθυμία να βρίσκομαι ξανά με τους φίλους και κυρίως έτσι να γλεντάω. Δεν είμαι από τους αθρώπους που θα με δεις να βγαίνω στα μπουζούκια, να πηγαίνω σε ταβέρνες να τρώω και να μεθάω-δεν τα κάνω αυτά. Είμαι αρκετά εσωστρεφής όσον αφορά στη διασκέδαση μου. Μετά τις παραστάσεις φοράω ακουστικά, ακούω μουσική και γυρνάω σπίτι με τα πόδια. Δεν θα βγω να ξενυχτήσω, είμαι λίγο στρατιώτης στην καθημερινότητα μου. Οπότε για μένα η συναυλία είναι άλλοθι να γλεντήσω, να ξενυχτήσω, να χορέψω, να τραγουδήσω, να πιω, να γελάσω και να κοιμηθώ τέσσερις τα ξημερώματα.